Η έξωση μιας 87χρονης γυναίκας από το σπίτι όπου ζούσε επί δεκαετίες έβγαλε χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους της Μαδρίτης. Η Μαρί Κάρμεν Αμπασκάλ έγινε το πρόσωπο μιας διαμαρτυρίας που ξεπερνά τη δική της περίπτωση. Παρότι στην περίπτωσή της βρέθηκε συμβιβαστική λύση ώστε να επιστρέψει στο σπίτι όπου έζησε επί 70 χρόνια, η στέγη σε όλη την Ευρώπη ακριβαίνει και όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αναρωτιούνται αν θα μπορούν να μείνουν στην πόλη τους και στο σπίτι που νοικιάζουν. Στην Πουέρτα δελ Σολ έχουν στηθεί περισσότερες από 350 σκηνές, ενώ η ισπανική κυβέρνηση διαπραγματεύεται νέα μέτρα για τις εξώσεις και τις μισθώσεις.
Η κινητοποίηση στην Ισπανία δίνει αφορμή για μια ευρωπαϊκή σύγκριση γύρω από τα ενοίκια και ένα πιο ουσιαστικό ερώτημα: όχι μόνο πού είναι ακριβότερο το ενοίκιο, αλλά τι ποσοστό του καθαρού μισθού απαιτεί μια κατοικία. Μια τιμή που φαίνεται χαμηλή δίπλα σε άλλες πρωτεύουσες μπορεί να είναι δυσβάσταχτη για τον εργαζόμενο που καλείται να την πληρώσει.
Αν πάρουμε ως κοινό σημείο αναφοράς ένα διαμέρισμα 60 τετραγωνικών μέτρων σε κεντρική περιοχή, σύμφωνα με πλατφόρμες αγγελιών και με βάση τις μέσες ζητούμενες τιμές ανά τετραγωνικό, στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας το μηνιαίο ενοίκιο προκύπτει περίπου 966 ευρώ. Στο κέντρο της Μαδρίτης φτάνει τα 1.560 ευρώ και στη Ρώμη τα 1.674 ευρώ. Στην περιοχή Mitte του Βερολίνου διαμορφώνεται στα 977 ευρώ.
Η Αθήνα και το Βερολίνο εμφανίζουν σχεδόν την ίδια ενδεικτική τιμή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ένα σπίτι είναι εξίσου προσιτό και στις δύο πόλεις. Σύμφωνα με την έκθεση Taxing Wages 2026 του ΟΟΣΑ, το 2025 οι ετήσιες καθαρές αποδοχές ενός άγαμου εργαζομένου χωρίς παιδιά, που αμείβεται με τον μέσο εθνικό μισθό, ήταν 19.625 ευρώ στην Ελλάδα και 40.902 ευρώ στη Γερμανία. Για τον ίδιο τύπο εργαζομένου, ο ΟΟΣΑ υπολογίζει 24.985 ευρώ στην Ισπανία και 26.118 ευρώ στην Ιταλία.

Αποκαλυπτικά για την στενότητα της αγοράς κατοικίας και της αύξησης των ενοικίων στην Ελλάδα ήταν και τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που καταγράφουν την πραγματική δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών
Οι ζητούμενες τιμές ανά τετραγωνικό δείχνουν ότι, αν ο εργαζόμενος του παραδείγματος του ΟΟΣΑ έπρεπε να νοικιάσει μόνος του το ενδεικτικό διαμέρισμα στο κέντρο, το ετήσιο ενοίκιο θα αντιστοιχούσε σε περίπου 59% των καθαρών αποδοχών του στην Αθήνα, έναντι 29% στο Βερολίνο. Στη Μαδρίτη η αναλογία θα έφτανε το 75% και στη Ρώμη το 77%.
Αν η σύγκριση γίνει σε επίπεδο χώρας, και πάλι με βάση τις ζητούμενες τιμές ανά τετραγωνικό στις ίδιες πλατφόρμες, ένα υποθετικό διαμέρισμα 60 τ.μ. αντιστοιχεί σε περίπου 643 ευρώ τον μήνα στην Ελλάδα, 648 ευρώ στη Γερμανία, 906 ευρώ στην Ισπανία και 876 ευρώ στην Ιταλία. Για τον ενδεικτικό εργαζόμενο του ΟΟΣΑ, το ετήσιο ενοίκιο αντιστοιχεί στο 39% των καθαρών αποδοχών στην Ελλάδα και στο 19% στη Γερμανία.
Τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την πραγματική δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών που νοικιάζουν ήταν επίσης αποκαλυπτικά για τη στενότητα της αγοράς κατοικίας και την άνοδο των ενοικίων στην Ελλάδα. Για το 2025, τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο 23,4% των συνολικών μηνιαίων δαπανών τους για στέγαση, εκ των οποίων 17,3 ποσοστιαίες μονάδες για το ενοίκιο.
Πηγή: OT
![]()
