Η νυχτερινή ζέστη «χτυπά» το σώμα: τι δείχνουν οι μελέτες για ύπνο, καρδιά και κίνδυνο

Η νυχτερινή ζέστη «χτυπά» το σώμα: τι δείχνουν οι μελέτες για ύπνο, καρδιά και κίνδυνο

Η ζέστη δεν τελειώνει όταν πέφτει ο ήλιος, και η θερμική καταπόνηση που δέχεται το σώμα τις καλοκαιρινές ημέρες αποτυπώνεται και μέσα στη νύχτα. Ο Δρ Ανδρέας Φλουρής εξηγεί γιατί η συνολική «δόση» θερμότητας μέσα στο 24ωρο μετρά περισσότερο απ’ όσο δείχνει η μέγιστη θερμοκρασία.

«Το σώμα δεν ξεκινά κάθε πρωί από το μηδέν», λέει ο Καθηγητής Φυσιολογίας και Διευθυντής του Εργαστηρίου Περιβαλλοντικής Φυσιολογίας FAME Lab του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, που είναι και Επιστημονικός Συνεργάτης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Για να διατηρήσει σταθερή την εσωτερική του θερμοκρασία, αυξάνει τη ροή αίματος προς το δέρμα και ιδρώνει, γεγονός που επιβαρύνει την καρδιά και οδηγεί σε απώλεια νερού, άλατος και ηλεκτρολυτών.

Όταν η έκθεση κρατά πολλές ώρες και η νύχτα παραμένει θερμή, το περιθώριο αποκατάστασης μικραίνει. «Θα μπορούσαμε, για να γίνει κατανοητό, να το ονομάσουμε “θερμικό ισοζύγιο”», σημειώνει, περιγράφοντας την επιβάρυνση που περνά από τη μία ημέρα στην επόμενη.

Η σύνδεση της νυχτερινής ζέστης με τον ύπνο δεν βασίζεται πλέον μόνο στην αίσθηση. Ανάλυση 7,4 εκατομμυρίων καταγραφών ύπνου από 47.628 ανθρώπους σε 68 χώρες έδειξε ότι, όταν η εξωτερική ελάχιστη θερμοκρασία ξεπερνούσε τους 30 βαθμούς Κελσίου, η πιθανότητα να κοιμηθούμε λιγότερο αυξάνεται σημαντικά.

Η απώλεια ύπνου φαίνεται να είναι μεγαλύτερη στους ηλικιωμένους, στις γυναίκες και στους κατοίκους χωρών χαμηλότερου εισοδήματος. «Το να χάσουμε λίγο ύπνο κάποια ημέρα ίσως δεν φαίνεται σημαντικό. Όταν όμως αυτό επαναλαμβάνεται επί πολλές νύχτες, δημιουργεί συσσωρευμένη στέρηση ύπνου, κόπωση και μειωμένη προσοχή», αναφέρει ο Δρ Φλουρής.

Το κρίσιμο στοιχείο, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσο ψηλά ανεβαίνει ο υδράργυρος μέσα στη μέρα, αλλά και αν πέφτει αρκετά τη νύχτα. Μελέτη του 2025 για την Ευρώπη, που συνυπολόγισε την υγρασία και τα επεισόδια ζέστης τα οποία συνεχίζονται ημέρα και νύχτα, εκτίμησε ότι όταν διαρκούν περισσότερο από τρεις ημέρες, ο σχετικός κίνδυνος θανάτου για τους ηλικιωμένους μπορεί να είναι περίπου διπλάσιος ή και μεγαλύτερος από ό,τι σε επεισόδια μόνο ημερήσιας ζέστης.

«Η ζεστή νύχτα δεν είναι απλώς μια άβολη νύχτα. Περιορίζει την ευκαιρία για ύπνο και φυσιολογική αποφόρτιση. Μελέτες του Εργαστηρίου μας έχουν δείξει ότι η θνησιμότητα στην Ελλάδα αυξάνεται ραγδαία όταν η θερμοκρασία δεν μειώνεται αισθητά τη νύχτα», τονίζει ο Δρ Φλουρής. Στην Ελλάδα, πολλά κτίρια κρατούν τη ζέστη και η νυχτερινή θερμοκρασία αποκτά σημασία.

«Ο κίνδυνος μπορεί επίσης να εμφανιστεί ως μια λάθος κίνηση ή λανθασμένη ανάλυση μιας κατάστασης, πολύ πριν εκδηλωθεί θερμοπληξία», λέει ο Δρ Φλουρής. «Σε πρόσφατη μελέτη προσομοιώσαμε ένα δεκαήμερο καύσωνα σε εργαστηριακό περιβάλλον και μελετήσαμε εθελοντές σε όλο το 24ωρο.

Βρήκαμε σημαντικές διαταραχές στον ύπνο, αλλά παρατηρήσαμε ότι άτομα που βίωναν σημαντική θερμική καταπόνηση έδειχναν άστοχες ή αδέξιες κινήσεις και μειωμένη νοητική ικανότητα αρκετές ώρες έως και μια ημέρα νωρίτερα. Σε άλλη μελέτη μας παρατηρήσαμε ότι η παρατεταμένη έκθεση σε ηλιακή ακτινοβολία στο κεφάλι προκαλεί πολύ εντονότερες επιπτώσεις στη φυσιολογία μας και τη νοητική ικανότητα, σε σχέση με τις μεταβολές που βλέπουμε όταν ένας άνθρωπος εκτίθεται στη ζέστη αλλά σε συνθήκες σκιάς», εξηγεί.

Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι η επαναλαμβανόμενη ζέστη ίσως αφήνει και πιο μακροχρόνιο βιολογικό αποτύπωμα. Μελέτη του 2025 σε 3.686 Αμερικανούς ηλικίας 56 ετών και άνω συνέδεσε τον μεγαλύτερο αριθμό θερμών ημερών με επιτάχυνση δεικτών επιγενετικής γήρανσης.

«Πρόκειται για αρχικά δεδομένα και χρειάζεται ακόμη χρόνος για να μελετηθεί αυτό το ζήτημα», διευκρινίζει ο καθηγητής. «Είναι, όμως, ένα μήνυμα για τους επιστήμονες. Ότι, δηλαδή, πρέπει να εξετάζουμε όχι μόνο ποιος αρρωσταίνει στη διάρκεια ενός καύσωνα, αλλά και τι αφήνει πίσω της η χρόνια έκθεση», σημειώνει.

Τα ευρήματα αυτά αλλάζουν και τον τρόπο προσαρμογής των ανθρώπων στην κλιματική αλλαγή. «Δεν αρκεί μια προειδοποίηση που απλώς λέει ότι θα κάνει ζέστη», υπογραμμίζει ο Δρ Φλουρής και καταλήγει: «Πρέπει να λέει ποιος κινδυνεύει, ποιες ώρες και τοποθεσίες, καθώς και ποιο μέτρο εφαρμόζεται. Στόχος δεν είναι να μάθουμε το σώμα να αντέχει ολοένα περισσότερη ζέστη, αλλά να οργανώσουμε την κοινωνία ώστε να το εκθέτουμε σε λιγότερο κίνδυνο».

Loading

Play