Η σημαντική μείωση των γεννήσεων στην Ελλάδα αποτυπώνεται καθαρά στα στοιχεία της έρευνας του αφυπηρετήσαντα καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του ΙΔΕΜ, Βύρωνα Κοτζαμάνη. Από 148 χιλιάδες κατά μέσο όρο το 1979-80, οι γεννήσεις έπεσαν στις 67 χιλιάδες το 2024-2025, ενώ η μέση ηλικία απόκτησης παιδιών ανέβηκε κατά σχεδόν 6 χρόνια, από τα 26,2 στα 32,2 έτη.
Η πτώση των γεννήσεων, που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, συνεχίζεται έως σήμερα, με εξαίρεση την περίοδο 2003-09, όταν καταγράφηκε μικρή αύξηση κυρίως λόγω της μαζικής εισόδου αλλοδαπών μετά το 1990. Σύμφωνα με την έρευνα, η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη μείωση της διαγενεακής γονιμότητας των γυναικών, καθώς όσες γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 απέκτησαν 2,0 παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 απέκτησαν λιγότερα από 1,5.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στους ετήσιους δείκτες γονιμότητας, που από 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-80 έχουν υποχωρήσει στα 1.240 το 2024-2025. Την ίδια περίοδο, και λόγω της αύξησης των θανάτων, τα φυσικά ισοζύγια περιορίζονται και μετά το 2010 γίνονται αρνητικά: αν το 1971-80 υπήρχαν 638 χιλιάδες περισσότερες γεννήσεις από θανάτους, την επόμενη δεκαετία το πλεόνασμα έπεσε στις 276 χιλιάδες και στην μεθεπόμενη στις 22 χιλιάδες, ενώ το 2011-20 καταγράφηκαν 267 χιλιάδες περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις και την τελευταία πενταετία 2021-2025, 290 χιλιάδες.
Η κατάρρευση των γεννήσεων σε περιφερειακό επίπεδο
Σε χαμηλότερο από το εθνικό επίπεδο, οι γεννήσεις στην Ελλάδα από 117,7 χιλιάδες τη διετία 2008-2009 μειώνονται σε 66,7 χιλιάδες το 2024-25, ενώ στην εικόνα αυτή συνέβαλε και η πρόσφατη μείωση των γυναικών 25-44 ετών κατά 480 σχεδόν χιλιάδες ή 28%. Η πτώση αυτή αποδίδεται κυρίως στο ότι φτάνουν πλέον σε αναπαραγωγική ηλικία όλο και λιγότεροι νέοι και νέες, εξαιτίας της μείωσης των γεννήσεων μετά το 1980, και δευτερευόντως στο αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο μετά το 2010 στις ίδιες ηλικίες.
Στην περίοδο 2009-2024, για την οποία υπάρχουν δεδομένα ανά νομό, οι διαφοροποιήσεις είναι μεγάλες. Ενώ οι γεννήσεις στη χώρα μειώθηκαν κατά 42% από 117,44 σε 68,31 χιλιάδες, σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας —Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα— η μείωση ξεπέρασε το 50%, και σε άλλους 10 κυμάνθηκε από 45% έως 50%, ενώ σε έξι νησιωτικούς νομούς ήταν κάτω από 30% και σε δύο από αυτούς, τις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο, κάτω ακόμη και από 15%.
Η μείωση των γεννήσεων και η αύξηση των θανάτων άλλαξαν ριζικά και την αναλογία θανάτων ανά 100 γεννήσεις μεταξύ 2009 και 2024.
Αν ληφθούν υπόψη και οι μεταβολές της θνησιμότητας και υπολογιστεί ο λόγος θανάτων ανά 100 γεννήσεις, ο κ. Κοτζαμάνης σημειώνει ότι το 2009 αντιστοιχούσαν 92 θάνατοι σε 100 γεννήσεις, ενώ το 2024 αντιστοιχούν 184. Σε περιφερειακό επίπεδο, ο δείκτης το 2024 κυμαίνεται από 79 έως 276. Τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις από τους τέσσερις νομούς της Κρήτης, τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο, είχαν και το 2024 λιγότερους θανάτους από γεννήσεις, με λόγο κάτω από 100, ενώ σε άλλους πέντε οι θάνατοι ήταν λίγο περισσότεροι, με λόγο 101-125. Αντίθετα, σε 17 νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας καταγράφηκαν από 175 έως 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Οι διαφορές ανάμεσα στους 3 νομούς της Κρήτης, τα Δωδεκάνησα και την Ξάνθη, αλλά και στους 9 της ηπειρωτικής Ελλάδας —Τρικάλων, Αρκαδίας, Κιλκίς, Καρδίτσας, Άρτας, Ευρυτανίας, Φωκίδας, Γρεβενών και Σερρών— στους οποίους αντιστοιχούν 2 ή και περισσότεροι θάνατοι ανά γέννηση, είναι μεγάλες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι νομοί με αναλογία μεγαλύτερη του 175/100 συγκαταλέγονται σε όσους είχαν ανάμεσα στο 2009 και το 2025, με βάση τις εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ, από τις εντονότερες μειώσεις του πληθυσμού τους, πάνω από 10%, ενώ όσοι είχαν αναλογία μικρότερη του 125/100 ανήκουν σε ομάδα που κατέγραψε είτε περιορισμένη μείωση είτε μικρή αύξηση.
Ο κ. Κοτζαμάνης θέτει το ερώτημα σε τι οφείλονται αυτές οι μεγάλες διαφοροποιήσεις και εξηγεί ότι, για να δοθεί απάντηση, πρέπει να θυμόμαστε —με όσο το δυνατόν απλούστερο τρόπο— πως:
1) Οι γεννήσεις κάθε χρονιάς σε κάθε ενότητα εξαρτώνται κυρίως από το πλήθος των γυναικών 25-45 ετών, δηλαδή γυναικών που ανήκουν προφανώς σε διαφορετικές γενεές, καθώς οι νεότερες έχουν γεννηθεί πριν από 25 χρόνια και οι μεγαλύτερες πριν από 45 χρόνια, και από την τελική τους γονιμότητα, δηλαδή τον αριθμό των παιδιών που θα αποκτήσουν όσες τεκνοποιούν ανάμεσα στα 25 και τα 45 τους, και 2) ο αριθμός των θανάτων κάθε χρονιάς εξαρτάται βασικά από το πλήθος των ηλικιωμένων σε κάθε ενότητα και από τις πιθανότητες θανάτου ανά ηλικία την ίδια χρονιά. Έτσι, αν δύο ενότητες έχουν μια χρονιά τον ίδιο πληθυσμό, 100.000 κατοίκους, αλλά στην πρώτη οι γυναίκες 25-45 ετών είναι 30.000 και στη δεύτερη 15.000, ενώ και στις δύο κατανέμονται με τον ίδιο τρόπο και έχουν τα ίδια ποσοστά γονιμότητας ανά ηλικία, τότε στην πρώτη θα καταγραφεί διπλάσιος αριθμός γεννήσεων. Αν, αντίστοιχα, στις δύο ενότητες οι 65 ετών και άνω είναι 15.000 και 30.000, με την ίδια κατανομή και τις ίδιες πιθανότητες θανάτου ανά ηλικία, τότε στη δεύτερη θα έχουμε διπλάσιους θανάτους.
Τα παραπάνω, σημειώνει ο ερευνητής, επιτρέπουν να ερμηνευθεί σε μεγάλο βαθμό η διαφοροποιημένη ανά νομό μεταβολή τόσο των γεννήσεων όσο και των φυσικών ισοζυγίων ανάμεσα στο 2009 και το 2024.
Ειδικότερα:
Ι) Οι νομοί με τις μεγαλύτερες ποσοστιαίες μειώσεις των γεννήσεων είχαν, αφενός, στη γενιά του 1960 χαμηλή γονιμότητα, δηλαδή λιγότερα παιδιά ανά γυναίκα, και ταχύτερη και έντονη συρρίκνωσή της στις επόμενες γενιές, αφετέρου ταχύτερη μείωση του πλήθους των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας.
Ιι) Οι νομοί που είχαν λιγότερους θανάτους από γεννήσεις χαρακτηρίζονται τόσο από ηπιότερη μείωση των γεννήσεων και πιο ήπιους ρυθμούς αύξησης των ηλικιωμένων τους, όσο και από πολύ νεανικότερους πληθυσμούς, καθώς συγκράτησαν μεγάλο τμήμα των νέων τους και προσέλκυσαν άλλους, από το εσωτερικό και το εξωτερικό.
Οι διαφοροποιημένοι, επομένως, ανά νομό ρυθμοί μείωσης της γονιμότητας των γενεών και αύξησης της δημογραφικής γήρανσης, σε συνδυασμό με τη διαφοροποιημένη εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, είναι οι βασικές αιτίες των μεταβολών από το 2009 έως το 2024.
Συμπερασματικά, τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης, την τελευταία δεκαπενταετία καταγράφεται μια κατάρρευση των γεννήσεων κατά 42%, πολύ εντονότερη από εκείνη της δεκαετίας του ’80, όταν οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 31% από 148 χιλιάδες το 1980 στις 102 χιλιάδες το 1990. Μια τρίτη περίοδος σημαντικής μείωσης, γύρω στο 15% σε όλα τα σενάρια εξέλιξης της γονιμότητας και της θνησιμότητας, αναμένεται ξανά μεταξύ 2045 και 2060, καθώς τότε θα φτάσουν σε αναπαραγωγική ηλικία οι γεννηθέντες της περιόδου 2010-29, οι οποίοι υπολείπονται κατά 450 χιλιάδες σε σχέση με εκείνους της περιόδου 1990-2009.
![]()
