Με το άνοιγμα των σχολείων, το μακιγιάζ και skincare επιστρέφουν δυναμικά στην καθημερινότητα μαθητριών που ξεκινούν από νωρίς την πρωινή τους ρουτίνα μπροστά στον καθρέφτη. Ρουζ, μάσκαρα, λιπ γκλος και προϊόντα περιποίησης μπαίνουν όλο και πιο συχνά στη ζωή παιδιών και εφήβων, σε μικρότερες ηλικίες από ό,τι παλιότερα.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα εξειδικευμένα στατιστικά στοιχεία για την ηλικία έναρξης της χρήσης καλλυντικών ούτε αναλυτικά δεδομένα για την κατανάλωσή τους από παιδιά και προέφηβες. Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βιομηχάνων και Αντιπροσώπων Καλλυντικών και Αρωμάτων (ΠΣΒΑΚ) αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι πρόκειται για διεθνή τάση, η οποία έχει ενισχυθεί από το TikTok, το Instagram και τη συνεχή έκθεση των παιδιών σε περιεχόμενο ομορφιάς.
Όπως αναφέρει η γενική διευθύντρια του ΠΣΒΑΚ, Ιωάννα Βαλασκοπούλου, οι έφηβοι και οι προέφηβοι είναι πλέον πιο εξοικειωμένοι με προϊόντα, μάρκες και τάσεις που παλαιότερα απευθύνονταν κυρίως σε μεγαλύτερες ηλικίες. Το ενδιαφέρον τους δεν περιορίζεται στο μακιγιάζ, αλλά περιλαμβάνει καθαριστικά προσώπου, κρέμες, ορούς και αντηλιακά, ενώ συχνά φτάνουν στην αγορά ήδη ενημερωμένοι, ζητώντας τη μάρκα ή το συγκεκριμένο προϊόν που είδαν σε influencer ή σε βίντεο που έγινε viral.
Οι επιπτώσεις στο δέρμα
Τι σημαίνει, όμως, από ιατρικής πλευράς η καθημερινή χρήση μακιγιάζ στις μικρότερες ηλικίες; Ο πρόεδρος της Ελληνικής Δερματολογικής και Αφροδισιολογικής Εταιρείας (ΕΔΑΕ), Σωτήριος Γ. Θεοχάρης, εξηγεί ότι το παιδικό και προεφηβικό δέρμα είναι πιο ευαίσθητο και μπορεί να εμφανίσει πιο εύκολα ερεθισμούς, αλλεργίες ή ακμή.
Το συχνότερο πρόβλημα δεν προκαλείται από ένα μεμονωμένο ή ήπιο προϊόν, αλλά από την καθημερινή εφαρμογή πολλών καλλυντικών ή ισχυρών δραστικών ουσιών. Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν ξηρότητα, κοκκινίλα, κνησμό, αίσθημα καύσου, απολέπιση, αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής και επιδείνωση της ακμής.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στην περιοχή γύρω από τα μάτια, ενώ συχνές αιτίες αλλεργικών αντιδράσεων είναι τα αρώματα και ορισμένα συντηρητικά. Ακόμη και ένα συστατικό φυσικής προέλευσης μπορεί να προκαλέσει αντίδραση.
Δεν υπάρχει, σύμφωνα με τον κ. Θεοχάρη, ένα συστατικό που πρέπει να απαγορευτεί οριζόντια σε όλα τα παιδιά. Εκείνο που χρειάζεται να αποφεύγεται είναι η άσκοπη χρήση ισχυρών δραστικών συστατικών, όπως τα ισχυρά απολεπιστικά οξέα, χωρίς συγκεκριμένη δερματολογική ένδειξη.
Για μία ανήλικη χωρίς δερματολογικό πρόβλημα, η βασική φροντίδα μπορεί να παραμένει απλή: απαλό καθαριστικό, ενυδατική κρέμα χωρίς άρωμα και καθημερινό αντηλιακό ευρέος φάσματος, ανθεκτικό στο νερό, με δείκτη προστασίας SPF 30 ή υψηλότερο.
«Τα social media μπορούν να δημιουργούν την εντύπωση ότι ένα παιδί χρειάζεται μια ρουτίνα ομορφιάς ενηλίκου. Από ιατρικής πλευράς, αυτό δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε σωστό. Το παιδικό δέρμα δεν χρειάζεται δεκάδες προϊόντα. Χρειάζεται προστασία, σωστή φροντίδα και μέτρο», τονίζει ο πρόεδρος της ΕΔΑΕ, υπογραμμίζοντας ότι η υπερβολή είναι η κόκκινη γραμμή για τους δερματολόγους.
Παρότι η πρώιμη ενασχόληση με το μακιγιάζ και το skincare είναι πλέον ορατή και στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν επαρκή ελληνικά επιδημιολογικά δεδομένα που να αποδεικνύουν αύξηση των δερματικών προβλημάτων αποκλειστικά εξαιτίας του μακιγιάζ. Υπάρχει, ωστόσο, επιστημονική τεκμηρίωση ότι η επαναλαμβανόμενη και αυξημένη έκθεση των παιδιών σε καλλυντικά μπορεί να εντείνει τον κίνδυνο εμφάνισης ερεθιστικής ή αλλεργικής δερματίτιδας εξ επαφής.
Ένας καθρέφτης που δεν τελειώνει ποτέ
Πέρα από τις επιπτώσεις στο δέρμα, η ενασχόληση των εφήβων με το μακιγιάζ γεννά και ερωτήματα για τη σχέση τους με την εμφάνιση και την εικόνα του σώματος. Η επιθυμία ενός εφήβου να μακιγιαριστεί δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη χαμηλής αυτοεκτίμησης ούτε σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι το παιδί βιάζεται να μεγαλώσει.
Ο Γεράσιμος Μακρής, MD, MSc, PhD, ειδικευόμενος ψυχίατρος παιδιού και εφήβου, ψυχοθεραπευτής και διδάσκων Αναπτυξιακής Ψυχολογίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, τοποθετεί το φαινόμενο μέσα στην αναπτυξιακή διαδικασία.
Με την έναρξη της ήβης, περίπου από την ηλικία των δέκα ετών, το σώμα αλλάζει με ρυθμό που το παιδί δεν ελέγχει και δεν προλαβαίνει πάντα να κατανοήσει. Την ίδια στιγμή, το βλέμμα των συνομηλίκων αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα από εκείνη που είχε στην παιδική ηλικία. Το μακιγιάζ μπορεί τότε να λειτουργήσει ως πειραματισμός, με το παιδί να δοκιμάζει διαφορετικές εκδοχές της εικόνας του και να αναζητεί τον τρόπο με τον οποίο θέλει να παρουσιάζεται στους άλλους.
«Δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ένα κορίτσι που βάφεται δεν αγαπά τον εαυτό του ή έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση», σημειώνει ο κ. Μακρής. Σε μικρότερες ηλικίες μπορεί να πρόκειται απλώς για παιχνίδι και μίμηση, ενώ στην εφηβεία μπορεί να λειτουργεί ως τρόπος διαχείρισης της νέας σχέσης με το σώμα και δοκιμής των κοινωνικών κωδίκων που συνδέουν το μακιγιάζ με τη θηλυκότητα.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν δημιούργησαν την ανάγκη των εφήβων να ασχολούνται με την εικόνα τους, όμως άλλαξαν την ένταση, τη διάρκεια και την κλίμακα της έκθεσης. Κατά τον κ. Μακρή, η τεχνολογία έχει δώσει στους εφήβους «έναν καθρέφτη που δεν τελειώνει ποτέ», καθώς η εικόνα επιστρέφει αμέσως ως σχόλιο, like, αριθμός προβολών και σύγκριση, ενώ τα φίλτρα, ο φωτισμός, η επεξεργασία και οι αισθητικές παρεμβάσεις παρουσιάζουν την ομορφιά ως κάτι που μπορεί, και πρέπει, διαρκώς να τελειοποιείται.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αναζήτηση αναγνώρισης μετατρέπεται σε αδιάκοπη αξιολόγηση. Τότε το παιδί δεν δοκιμάζει απλώς πώς φαίνεται, αλλά αισθάνεται ότι πρέπει να αλλάξει την εικόνα του για να γίνει αποδεκτό ή να συγκεντρώσει περισσότερες αντιδράσεις.
«Τότε το παιδί συγκρίνει συνεχώς το πρόσωπο, το σώμα και τη ζωή του με εικόνες άλλων ανθρώπων. Οι influencers ενισχύουν αυτή τη διαδικασία, επειδή παρουσιάζουν την εικόνα ως κάτι που μπορεί να τελειοποιηθεί», επισημαίνει ο κ. Μακρής.
Οι ενδείξεις που απαιτούν προσοχή
Για να αντιληφθεί ένας γονιός πότε προκύπτει πρόβλημα, δεν αρκεί να εξετάσει πόσο συχνά βάφεται η έφηβη. Σημασία έχει κυρίως η λειτουργία που έχει αποκτήσει το μακιγιάζ στη ζωή της. Το ίδιο κραγιόν μπορεί για ένα παιδί να είναι παιχνίδι, μίμηση ή δοκιμή ενόψει μιας γιορτής και για ένα άλλο να είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να βγει από το σπίτι.
Διαφορετικό είναι να ζητά μια προέφηβη να βαφτεί για ένα πάρτι και διαφορετικό να αδυνατεί να πάει στο σχολείο χωρίς να καλύψει ένα σπυράκι ή ένα χαρακτηριστικό που της προκαλεί έντονη δυσφορία. Οι γονείς χρειάζεται, επομένως, να παρατηρούν όχι μόνο πόσο συχνά βάφεται ένα παιδί, αλλά κυρίως πόσο ψυχικό χώρο καταλαμβάνει η εμφάνιση στην καθημερινότητά του.
Ενδείξεις που απαιτούν προσοχή είναι η επίμονη και καταναγκαστική ενασχόληση με τον καθρέφτη ή την κάμερα, η συνεχής ανάγκη επιβεβαίωσης για την εμφάνιση, οι διαρκείς συγκρίσεις με άλλα παιδιά ή με πρόσωπα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η αποφυγή του σχολείου, μιας εξόδου ή άλλων δραστηριοτήτων επειδή το παιδί θεωρεί ότι δεν δείχνει αρκετά καλό, καθώς και οι απότομες αλλαγές στη διάθεση και στη συμπεριφορά ή η κοινωνική απομόνωση.
Η φράση που αλλάζει το επίπεδο της ανησυχίας, εξηγεί ο κ. Μακρής, είναι όταν το «δεν μου αρέσει το πρόσωπό μου σήμερα» μετατρέπεται σε «δεν αντέχω να με δουν έτσι».
Όριο χωρίς επιβολή και ελευθερία χωρίς εγκατάλειψη
Σε ό,τι αφορά τη στάση των γονέων, «δεν βοηθά ούτε η απαγόρευση, ούτε η καθησυχαστική φράση “μα είσαι μια χαρά”», επισημαίνει. Χρειάζεται, αντίθετα, να δημιουργηθεί ένας χώρος μέσα στον οποίο το παιδί θα μπορέσει να μιλήσει για όσα αισθάνεται σε σχέση με το βλέμμα και την κρίση των άλλων.
Αν η ενασχόληση με την εικόνα συνοδεύεται από έντονο άγχος, απομόνωση ή αδυναμία του παιδιού να συνεχίσει τις καθημερινές του δραστηριότητες, οι γονείς μπορούν να απευθυνθούν σε εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας. Ως συμβουλή προς τους γονείς, ο κ. Μακρής επισημαίνει ότι το σημαντικότερο είναι να αφήσουν το παιδί να διαμορφώσει τη δική του σχέση με την εικόνα, το σώμα και το φύλο του.
«Ο γονιός χρειάζεται να προσφέρει όριο χωρίς επιβολή και ελευθερία χωρίς εγκατάλειψη», καταλήγει.
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ
![]()
