Για τεκτονικές μετακινήσεις των «πλακών» του καπιταλισμού και για ένα σύστημα που «αλλάζει δέρμα», έκανε λόγο από τη Θεσσαλονίκη ο υποδιοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ) κατά την παρουσίαση του βιβλίου του, «Από τον πληθωρισμό στους δασμούς. Η υπονόμευση της φιλελεύθερης διεθνούς οικονομικής τάξης», στις εγκαταστάσεις του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ).
«Τα τέσσερα πράγματα που πρέπει κάποιος να καταλάβει είναι τα εξής: πρώτον, ότι έχουν αλλάξει οι παίκτες, ότι παίζουν ρόλο μεγάλες επιχειρήσεις, χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και κυβερνήσεις, που μέσα από τεχνολογικά εργαλεία έχουν τη δυνατότητα να καταλαβαίνουν καλύτερα την αγορά των ψηφοφόρων. Το δεύτερο, που το έχει φέρει ο επιταχυντής Τραμπ, είναι ότι τα εμπορικά ελλείμματα σημαίνουν απώλεια ευημερίας και ισχύος. Τρίτον, γίνεται και πάλι ξαφνικά επίκαιρη η βιομηχανική στρατηγική για υποκατάσταση των εισαγωγών και, τέταρτον, υπάρχει σε εξέλιξη ένας αγώνας για τα σπάνια αγαθά και ποιος θα τα ελέγξει» εξήγησε, σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι οι σπάνιες γαίες είναι συγκεντρωμένες σε συγκεκριμένα σημεία του χάρτη και η εξόρυξή τους είναι χρονοβόρα και ακριβή.
Πρόσθεσε ότι η Αμερική έχει πάθει πανικό, ότι η Κίνα «θα τους φάει το φαγητό», ενώ ο Τραμπ είναι «προϊόν της εποχής του», καθώς «κόβει τον κιμά παρουσία του πελάτη» και μετατρέπει τον θυμό σε πολιτικό προϊόν.
Οι επιταχυντές της όλης κατάστασης είναι η πρόσφατη πανδημία, οι πόλεμοι, η Chinindia (Κίνα και Ινδία), η τρομερή άνοδος της Κίνας, που είναι από τη φύση της επιθετικά εξωστρεφής, ο Τραμπ και το Big Tech, σε συνδυασμό με την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ), όπου τους τελευταίους τρεις-πέντε μήνες έχουν γίνει φοβερές επενδύσεις και συζητιέται πλέον ο κίνδυνος μιας οικονομικής φούσκας.
«Το (παγκόσμιο) εμπόριο βρίσκεται σε ένα πλατό (…) αλλά αλλάζει δρόμους σαν το νερό» σημείωσε και πρόσθεσε ότι η διαθεσιμότητα των ξένων κεφαλαίων πέφτει, καθώς οι χώρες προσπαθούν να κρατήσουν τα κεφάλαιά τους στο εσωτερικό τους. Συμπλήρωσε ότι τα μη δασμολογικά εμπόδια προϋπήρχαν των δασμών του Τραμπ, οι οποίοι στην πραγματικότητα δεν είναι πολύ υψηλοί, αφού είναι χαμηλότεροι εκείνων της περιόδου Κλίντον 1992-2000.
Κατά τον κ. Πελαγίδη, χρειάζεται στρατηγική ώστε η ζωή των βιομηχανικών επιχειρήσεων να γίνει πιο εύκολη. «Στην Ελλάδα δεν υπάρχει μόνο τουρισμός όπως λέγεται, παράγονται πράγματα» τόνισε, ενώ αναφέρθηκε ακόμη στο σημαντικό μερίδιο που έχουν οι ΗΠΑ στις ευρωπαϊκές εξαγωγές, γεγονός που έκανε την Ευρώπη πιο υποχωρητική στην αποδοχή του 15% των δασμών.
Iδιαίτερη μνεία έκανε ο κ. Πελαγίδης στο γεγονός ότι ο τρόπος που γίνεται σήμερα η ανάπτυξη δεν χρησιμοποιεί την εργασία. Κλείνοντας, διερωτήθηκε αν η έλλειψη δικαιωμάτων και ελευθεριών, που παρατηρείται στα απολυταρχικά καθεστώτα είναι ένα πλεονέκτημα για τις χώρες αυτές σε όρους ανάπτυξης.
«Μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς αποδοτική οικονομία και ευημερία; Δεν νομίζω. Χρειάζεται να βρούμε έναν τρόπο να είναι η δημοκρατία πιο αποδοτική» είπε.
Την αύξηση της παραγωγικότητας ανέφερε ως το ισχυρότερο αντίδοτο στον σημερινό κόσμο των επίμονων πληθωριστικών πιέσεων, των δασμών και του υψηλότερου κόστους κεφαλαίων, ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, Γιάννης Τσουκαλάς, ενώ πρόσθεσε ότι η παραγωγικότητα αποτελεί διαχρονικά την κινητήριο δύναμη της ελληνικής οικονομίας.
«Η παραγωγικότητα είναι το κλειδί για να έχουμε μακροχρόνια ανάπτυξη (…) Υπάρχει καθαρά θετική σχέση επενδύσεων παγίου κεφαλαίου και παραγωγικότητας» τόνισε, αναφερόμενος στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Κατά τον κ. Τσουκαλά, η Ελλάδα μπορεί να κερδίσει, αν μετακινηθεί σε αλυσίδα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και το στοίχημα είναι η μετάβαση από την οικονομία έντασης εργασίας στην ένταση γνώσης και κεφαλαίου.
«Δημιουργούνται όμως ευκαιρίες για χώρες που μπορούν να προσφέρουν σταθερότητα, υποδομές και ταχύτητα στην αδειοδότηση επενδύσεων» είπε.
Συνοψίζοντας είπε πως η μεταποίηση δείχνει ότι όταν υπάρχουν επενδύσεις, εξαγωγικός προσανατολισμός και ποιότητα, η Ελλάδα μπορεί να σταθεί διεθνώς. Η μεταποίηση, εξήγησε, είναι ο τρίτος πυλώνας της ελληνικής οικονομίας μετά τον τουρισμό και τις μεταφορές.
Πρόσθεσε ότι για να αποκτήσουν κρίσιμη μάζα οι «καλές ιστορίες» της ελληνικής οικονομίας, χρειάζεται να συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις: φθηνότερη και σταθερότερη ενέργεια, διαθέσιμες δεξιότητες και πρόσβαση σε χρηματοδότηση με βάθος.
Κατέληξε λέγοντας ότι η βιομηχανία χρειάζεται ένα οικοσύστημα, που δεν το έχουμε δημιουργήσει ακόμα στην Ελλάδα.
![]()

