Συμπληρώνονται σε λίγες μέρες τρία χρόνια από τα ακραία καιρικά φαινόμενα Daniel και Elias που έπληξαν κυρίως τη Θεσσαλία τον Σεπτέμβριο του 2023. Οι έντονες βροχοπτώσεις και οι ισχυρές καταιγίδες προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές σε οικισμούς, επιχειρήσεις και αγροτικές καλλιέργειες, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική αλλαγή.
Τον Οκτώβριο του 2023, αμέσως μετά τις καταστροφές, το Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΤΜΧΠΠΑ) της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας συνέταξε κείμενο θέσεων και προτάσεων, παρουσιάζοντας έναν ολοκληρωμένο οδικό χάρτη για την επόμενη ημέρα. Οι προτάσεις αφορούν την ανθεκτικότητα του φυσικού και του δομημένου περιβάλλοντος της Θεσσαλίας απέναντι στις ισχυρές πιέσεις που δέχεται από τη μεταβολή των βροχομετρικών και υδρογραφικών δεδομένων, ως συνέπεια της κλιματικής αλλαγής.
Η κλιματική αλλαγή και τα νέα βροχομετρικά δεδομένα
Οι πρόσφατες διεθνείς επιστημονικές απόψεις συγκλίνουν, σύμφωνα με τους επιστήμονες του Τμήματος, ότι η κλιματική αλλαγή οφείλεται τόσο σε φυσικές διεργασίες όσο και σε ανθρώπινες δραστηριότητες, με σημαντικές αρνητικές επιδράσεις στην ανθρώπινη ζωή και στο περιβάλλον. Οι ανθρώπινες παρεμβάσεις επηρεάζουν τη σύνθεση της ατμόσφαιρας της Γης και λειτουργούν συμπληρωματικά στη φυσική κλιματική διακύμανση που καταγράφεται σε συγκρίσιμα τακτά χρονικά διαστήματα. Γενικότερα, η εντατικοποίηση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων τις τελευταίες δεκαετίες, μαζί με την αλόγιστη χρήση των φυσικών πόρων, οδήγησαν στην άνοδο της θερμοκρασίας της Γης και στην κλιματική αλλαγή.
Οι επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι μία από τις βασικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής είναι η εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων, όπως πλημμύρες, καύσωνες, πυρκαγιές, κυκλώνες, ερημοποιήσεις και ξηρασίες. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, οι καύσωνες θα εμφανίζονται συχνότερα και θα έχουν μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση. Αυτό θα ευνοήσει πυρκαγιές στα δάση και θα εντείνει την ερημοποίηση σε άνυδρες περιοχές ή περιοχές με περιορισμένα υδατικά αποθέματα. Οι περίοδοι ψύχους θα μειωθούν, αν και θα σημειώνονται περιστασιακά έντονες ψυχρές φάσεις. Παράλληλα, αναμένεται να αυξηθεί η συχνότητα και η ένταση των βροχοπτώσεων, με συνέπεια πλημμύρες σε αστικές και μη αστικές περιοχές.
Η Περιφέρεια Θεσσαλίας, σύμφωνα με τους επιστήμονες, είναι η περιοχή στην Ελλάδα που έχει δεχθεί τις μεγαλύτερες αρνητικές επιδράσεις από ακραία καιρικά φαινόμενα. Συγκεκριμένα, την τελευταία τριετία, τον Σεπτέμβριο του 2020 και τον Σεπτέμβριο του 2023, τρία βαθιά μετεωρολογικά χαμηλά με τις ονομασίες Ιανός, Daniel και Elias και χαρακτηριστικά μεσογειακού κυκλώνα έπληξαν τη Θεσσαλία με καταστροφικές συνέπειες. Τα φαινόμενα αυτά είχαν θυελλώδεις ανέμους και πολύ ισχυρές τοπικές καταιγίδες, μεγάλης έντασης και μικρής διάρκειας, που προκάλεσαν βιβλικές πλημμύρες και πολύ μεγάλες ζημιές στην περιοχή.
Ειδικά ο Daniel προκάλεσε σοβαρές ζημιές στις αγροτικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, με τις πλημμυρισμένες εκτάσεις στη θεσσαλική πεδιάδα να ξεπερνούν το 1 εκατομμύριο στρέμματα. Κατέστρεψε επίσης αρκετές γέφυρες, οδικές υποδομές, κυρίως στο Πήλιο, και το βασικό σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας. Πολλοί οικισμοί στη θεσσαλική πεδιάδα και αστικές συνοικίες της Λάρισας κατακλύστηκαν από όμβρια ύδατα, με μεγάλες ζημιές στον οικιστικό πλούτο, ενώ πολλά κτίρια κατέρρευσαν. Παρασύρθηκαν και καταστράφηκαν πολλά αυτοκίνητα, καθώς και εξοπλισμός επιχειρήσεων, ενώ υπήρξαν απώλειες ανθρώπινων ζωών και πολλοί κάτοικοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους.
Τα παρακάτω υδρολογικά στοιχεία που διατίθενται για το φαινόμενο Daniel είναι αποκαλυπτικά για το μέγεθος των μεταβολών:
* Η Ζαγορά του Πηλίου δέχθηκε 754 mm βροχής σε 24 ώρες και 1.092 mm βροχής σε 48 ώρες. Το ύψος αυτό βροχής σε 24 ώρες είναι το μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί στην Ελλάδα, ενώ το προηγούμενο ρεκόρ ημερήσιου ύψους βροχής ήταν 644,7 mm και είχε καταγραφεί στην Παλική Κεφαλονιάς κατά τη διάρκεια του μεσογειακού κυκλώνα Ιανός τον Σεπτέμβριο του 2020.
* Η Πορταριά δέχτηκε 884 mm βροχής σε 48 ώρες. Σημειώνεται ότι δεν ήταν δυνατή η μέτρηση περισσότερων χιλιοστών βροχής, επειδή ο μετεωρολογικός σταθμός στη συνέχεια απέτυχε να δώσει στοιχεία.
* Οι νότιες περιοχές της Π.Ε. Καρδίτσας δέχτηκαν 550-600 mm βροχής σε 48 ώρες.
Τα ύψη των παραπάνω βροχοπτώσεων ξεπέρασαν κατά πολύ τις προβλέψεις της Μονάδας ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Ενδεικτικά, στην έκθεση αναφέρεται ότι η μέγιστη τιμή που προβλεπόταν για τις ανατολικές πλαγιές της Πίνδου και της ανατολικής Θεσσαλίας ήταν 700 mm μέσα σε 72 ώρες.
Χωρικός σχεδιασμός και κλιματική αλλαγή
Σύμφωνα με τους επιστήμονες του ΤΜΧΠΠΑ, η διαχείριση των πλημμυρικών φαινομένων πρέπει να μετατοπιστεί στρατηγικά από την αντιμετώπιση των επιπτώσεων στην πρόληψη. Ο κίνδυνος πλημμυρών δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται απλώς ως εξωτερικός περιορισμός, αλλά ως δομικό στοιχείο της εδαφικής ταυτότητας της Θεσσαλίας που πρέπει να καθοδηγεί τον σχεδιασμό. Για τον σκοπό αυτό προτάθηκε σειρά άμεσων θεσμικών και οργανωτικών μέτρων.
Σχεδιασμός ανθεκτικών πόλεων και οικισμών
Η έννοια της ανθεκτικότητας αναλύεται από το ΤΜΧΠΠΑ σε δύο άξονες, την προσαρμογή και τον μετριασμό. Ο σχεδιασμός, σύμφωνα με το Τμήμα, οφείλει να αναγνωρίσει την πολύ μεγάλη τρωτότητα του πεδινού εξωαστικού χώρου του θεσσαλικού κάμπου, όπου επλήγησαν οικισμοί-έδρες δήμων όπως ο Παλαμάς και η Φαρκαδόνα, αλλά και της παράκτιας ζώνης του Πηλίου. Οι προτάσεις του Πανεπιστημίου:
(i) Μετεγκατάσταση οικισμών: Προτάθηκε να εξεταστούν εναλλακτικές, γειτονικές τοποθεσίες για τη στέγαση του πληθυσμού οικισμών με τη μεγαλύτερη επικινδυνότητα. Η ιστορία δείχνει ότι αρχαίοι οικισμοί, όπως ο Τύρναβος και το Σέσκλο, χτίζονταν στα υψηλότερα σημεία της πεδιάδας για προστασία.
(ii) Ειδικοί όροι δόμησης: Οι επιστήμονες πρότειναν την απαγόρευση υπογείων και την υποχρεωτική υπερύψωση των ισογείων κατά 1 μέτρο στους πεδινούς και παρόχθιους οικισμούς. Για αστικές περιοχές που κινδυνεύουν, όπως η Λάρισα και ο Βόλος, προτάθηκε η υποχρεωτική κατασκευή οικοδομών επί pilotis.
(iii) Πράσινες και μπλε υποδομές: Ζητείται μείωση της εξάρτησης από τις συμβατικές γκρι υποδομές. Προτάθηκαν υδατοδιαπερατά υλικά, κήποι βροχής, πράσινες στέγες και αποκατάσταση-ανάδειξη ρεμάτων που είχαν εγκιβωτιστεί σε υπόγειους αγωγούς.
Ανθεκτικές συγκοινωνιακές υποδομές
Η κακοκαιρία Daniel κατέστρεψε 70 χλμ. οδικού δικτύου, 79 γέφυρες και 130 τεχνικά έργα στην Περιφέρεια Θεσσαλίας. Το ΤΜΧΠΠΑ τόνισε ότι ο σχεδιασμός πρέπει να καλύπτει τρία στάδια, την πρόληψη, την απόκριση και την ανάκαμψη. Οι επιστήμονες υπογράμμισαν πως τόσο η ενίσχυση των υφιστάμενων υποδομών όσο και ο σχεδιασμός των νέων πρέπει να γίνουν με βάση τα νέα υδρολογικά δεδομένα. Παράλληλα, ζήτησαν να καθοριστούν πλημμυρικές ζώνες, όπου θα αποφεύγεται αυστηρά η χωροθέτηση νέων σημειακών υποδομών.
Αντιπλημμυρικά φράγματα: η μακροπρόθεσμη λύση
Η δημιουργία της εύφορης θεσσαλικής πεδιάδας, που στην αρχαιότητα ήταν αβαθής λίμνη, οφείλεται στα εκτεταμένα αποστραγγιστικά έργα. Σύμφωνα με το ΤΜΧΠΠΑ, τα πλημμυρικά φαινόμενα ευνοούνται από τη μείωση της συχνότητας αλλά την αύξηση της έντασης των βροχών. Η οριστική, μακροπρόθεσμη λύση απαιτεί τη συγκράτηση των υδάτων στα ορεινά πριν αυτά φτάσουν στον Πηνειό, ο οποίος αδυνατεί να παροχετεύσει τεράστιους όγκους λόγω φυσικών στενώσεων, όπως στον Βλοχό και τα Τέμπη. Οι ειδικοί πρότειναν την επιτάχυνση ή άμεση κατασκευή τεσσάρων μεγάλων φραγμάτων, με προτεραιότητα στα έργα κεφαλής για αντιπλημμυρικό έλεγχο. Τα έργα αυτά είναι:
(i) Φράγμα Ενιπέα (Παλιοδερλί): Αφορά αντιπλημμυρική προστασία, άρδευση 107.500 στρεμμάτων και ύδρευση της περιοχής των Φαρσάλων.
(ii) Φράγμα Μουζακίου: Μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα ως ρυθμιστική δεξαμενή για τα νερά του Πάμισου, αποτρέποντας καταστροφές όπως του Ιανού και του Daniel.
(iii) Φράγμα Πύλης: Θεωρείται ζωτικής σημασίας για την αντιπλημμυρική θωράκιση από τον ποταμό Πορταϊκό.
(iv) Φράγμα Νεοχωρίτη: Στις παρυφές των Αντιχασίων, θα εξασφάλιζε την ολική απόσβεση των πλημμυρών στην περιοχή της Οιχαλίας Τρικάλων.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η προστασία των πεδινών δεν νοείται χωρίς έργα στις ορεινές λεκάνες απορροής. Χωρίς έργα ανάσχεσης στα ορεινά, οι ραγδαίες βροχές διαβρώνουν το έδαφος και δημιουργούν ορμητικά νερά εμπλουτισμένα με φερτά υλικά. Υπολογίζεται ότι στην Ελλάδα μεταφέρονται περίπου 86 εκατομμύρια κυβικά μέτρα φερτών υλών προς τα πεδινά ετησίως.
![]()
