Το παριανό κρασί περνά σε μια νέα εποχή στην Πάρο, ανάμεσα στην παράδοση, την τουριστική πίεση και την προσπάθεια να βρει θέση στη σύγχρονη οικονομία του νησιού. Από τη μακραίωνη ιστορία του αμπελιού μέχρι τις σημερινές προκλήσεις, η διαδρομή του παραμένει στενά δεμένη με τον τόπο.
Υπάρχουν προϊόντα που δεν είναι απλώς αγαθά ενός τόπου, αλλά μεταφέρουν μαζί τους την ιστορία, την οικονομία, τις συνήθειες και τελικά την ταυτότητά του. Για την Πάρο, ένα από αυτά είναι το κρασί.
Το νέο βίντεο-ντοκιμαντέρ καταγράφει την προσπάθεια ανθρώπων που συνεχίζουν να καλλιεργούν, να οινοποιούν και να διεκδικούν θέση για το παριανό κρασί στη σύγχρονη οικονομία του νησιού.
Η ιστορία του αμπελιού στην Πάρο δεν αρχίζει σήμερα. Ο Γιώργος Πίττας, συγγραφέας του βιβλίου «Παριανός Αμπελώνας», θυμίζει ότι η σχέση του νησιού με το κρασί χάνεται βαθιά στον χρόνο.
«Το αμπέλι και το κρασί είναι ταυτισμένα με την ιστορία της Πάρου. Το συναντάμε από τη Μυκηναϊκή περίοδο», σημειώνει, παραπέμποντας στα αρχαιολογικά ευρήματα που συνδέουν το νησί με την παραγωγή και τη διακίνηση κρασιού.
Για αιώνες, το κρασί υπήρξε βασικό προϊόν της παριανής οικονομίας. Ο αμπελώνας πέρασε περιόδους άνθησης και παρακμής, μέχρι να φτάσει στη σημερινή του μορφή.
Ο Πίττας υπενθυμίζει ότι η μεγαλύτερη ακμή ήρθε στα μέσα του 20ού αιώνα, όταν η κρίση της φυλλοξήρας στη Γαλλία άνοιξε μεγάλη ζήτηση για παριανά σταφύλια. «Από την Πάρο παίρνανε περίπου δύο με τρεις χιλιάδες τόνους, ειδικά την κόκκινη Μανδηλαριά», λέει στο Πρακτορείο.
Ακολούθησαν η κρίση, ο συνεταιρισμός και η παρακμή και, σήμερα, μια νέα προσπάθεια ανασυγκρότησης.
Το κρασί ως οικογενειακή συνέχεια
Στο οινοποιείο του Κωνσταντίνου Ρούσσου, η ιστορία αυτή συνεχίζεται από γενιά σε γενιά.
«Εμείς είχαμε τα αμπέλια, ο παππούς μου, ο πατέρας μου. Εγώ έβαλα ένα λιθαράκι ακόμα και πήγα στην παραγωγή οίνου», λέει ο ίδιος.
Η προσπάθεια δεν περιορίστηκε στη διατήρηση των παλιών αμπελιών. Κάποια ανανεώθηκαν, άλλα έμειναν ως είχαν, ενώ το οινοποιείο συνεργάζεται και με παραγωγούς, αγοράζοντας σταφύλια από παλιά κλήματα.
Το ζητούμενο είναι η παραγωγή ενός κρασιού που να έχει καθαρή σχέση με τον τόπο.
Ο Ρούσσος περιγράφει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του παριανού κρασιού, τα οποία συνδέει με το έδαφος και τον τρόπο καλλιέργειας. «Το κρασί της Πάρου έχει διαφορετικό αρωματικό χαρακτήρα, διαφορετικό σώμα, διαφορετικές οξύτητες», εξηγεί.
Ο παριανός αμπελώνας έχει ακόμη ένα ιδιαίτερο γνώρισμα: σύμφωνα με τον ίδιο, περίπου το 60% είναι άνυδρο.
Στις ποικιλίες που συνδέονται με την τοπική παραγωγή περιλαμβάνονται η Μονεμβασιά, η Μανδηλαριά, το Μαύρο Αηδάνι και το Ποταμίσι, μαζί με άλλες ποικιλίες που έχουν ιστορική παρουσία στο νησί.
Η νησιωτικότητα και τα προβλήματα της παραγωγής
Η διατήρηση ενός αμπελώνα δεν είναι μόνο θέμα παράδοσης, αλλά και καθημερινής παραγωγής.
Ο Κωνσταντίνος Ρούσσος βάζει στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που αφορά ειδικά τη νησιωτική παραγωγή: την έλλειψη γεωπόνου στην Πάρο.
«Μιλάτε σε ένα νησί που δεν έχει γεωπόνο», λέει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι για ζητήματα που αφορούν την καλλιέργεια και τις απαραίτητες διαδικασίες οι παραγωγοί αναγκάζονται να απευθύνονται εκτός νησιού.
Το ίδιο ζήτημα, όπως περιγράφει, εμφανίζεται και στη γραφειοκρατία που συνοδεύει τη διακίνηση και τις εξαγωγές.
«Αν στη στερεά Ελλάδα υπάρχουν 10 χαρτιά που πρέπει να φτιάξει ο οινοποιός, εμείς εδώ πέρα πρέπει να φτιάξουμε 12», αναφέρει.
Και συνοψίζει το πρόβλημα με μια φράση: «Η νησιωτικότητα πρέπει λίγο να βοηθηθεί παραπάνω από τη στερεά Ελλάδα».
Από την τοπική κατανάλωση στην εξωστρέφεια
Παρά τις δυσκολίες, το παριανό κρασί έχει αρχίσει να βγαίνει περισσότερο έξω από τα όρια του νησιού.
Ο Ρούσσος, μιλώντας, δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα της σημερινής αγοράς του οινοποιείου του: «Το 70% απορροφάται στο ίδιο μας το νησί εδώ πέρα στην Πάρο. Ένα 20% είμαστε στην Αθήνα και στην υπόλοιπη Ελλάδα και ένα 10% έχουμε ξεκινήσει τα τελευταία δύο χρόνια και κάνουμε εξαγωγές».
Η εξωστρέφεια συνδέεται και με τον οινοτουρισμό.
Η Ευτυχία Κρητικού, σύζυγος του Κωνσταντίνου Ρούσσου, περιγράφει μια δραστηριότητα που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια: οργανωμένες επισκέψεις στο οινοποιείο, ξενάγηση, γνωριμία με τις ποικιλίες και γευσιγνωσία.
«Όλο και περισσότεροι δείχνουν ενδιαφέρον να μάθουν τοπικά προϊόντα, τι παράγει ο τόπος μας. Υπάρχει ζήτηση», λέει.
Σύμφωνα με την ίδια, το οινοποιείο δέχεται μέρα παρά μέρα περίπου 50 έως 70 επισκέπτες σε οργανωμένα γκρουπ.
Πολλοί από τους επισκέπτες δεν γνωρίζουν από πριν τα κρασιά της Πάρου.
«Περισσότεροι γνωρίζουν διεθνή αμπελώνα», εξηγεί. «Πολλοί όμως ξαφνιάζονται, γιατί συναντούν άλλα χαρακτηριστικά από αυτά που έχουν μάθει».
Οι ξένοι επισκέπτες που συναντά η κάμερα στη διάρκεια της γευσιγνωσίας δείχνουν μια άλλη πλευρά της ίδιας ιστορίας: την προσπάθεια ενός τοπικού προϊόντος να γίνει γνωστό σε ένα διεθνές κοινό.
Κλιματική αλλαγή και γη
Το μέλλον του αμπελώνα, ωστόσο, δεν εξαρτάται μόνο από την αγορά.
Ο Κωνσταντίνος Ρούσσος αναφέρεται στην κλιματική αλλαγή και στη σημασία του νερού για την παραγωγή.
«Σιγά σιγά περνάει και σε εμάς», λέει για την κλιματική αλλαγή, επισημαίνοντας ότι μέχρι σήμερα η Πάρος διαθέτει αποθέματα νερού που μπορούν να βοηθήσουν την καλλιέργεια.
Για τον Γιώργο Πίττα, όμως, οι πιέσεις είναι ευρύτερες.
«Δημιουργείται, αχνοφαίνεται ένα νέο μέλλον για την Πάρο», λέει. «Που βέβαια απειλείται από τις καιρικές συνθήκες και από την κλιματική κρίση, απειλείται από την οικοπεδοποίηση».
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα για τον παριανό αμπελώνα: τι θέση μπορεί να έχει η καλλιεργήσιμη γη σε ένα νησί όπου η τουριστική ανάπτυξη έχει αυξήσει σημαντικά την αξία της γης και έχει αλλάξει τις χρήσεις της;
Η Πάρος δεν χρειάζεται να γίνει Σαντορίνη
Ο Πίττας αποφεύγει να θέσει το ζήτημα ως ανταγωνισμό με τη Σαντορίνη.
«Δεν έχει νόημα να μιλήσουμε ανταγωνιστικά με τη Σαντορίνη», σημειώνει.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με την άποψή του, είναι διαφορετικό: να οργανωθεί ο ίδιος ο παριανός αμπελώνας και να αποκτήσει κοινή ταυτότητα.
«Πρέπει και η Πάρος να οργανωθεί και να πάψει να είναι μεμονωμένα αμπέλια και να δει το κρασί σαν ένα κεφάλαιο. Και σαν ένα πολιτιστικό και οικονομικό κεφάλαιο».
Η πρόταση συνδέεται με ένα μοντέλο που εφαρμόζεται ήδη σε άλλες οινοπαραγωγικές περιοχές: τους δρόμους του κρασιού.
«Θα μπορούσαμε να φανταστούμε δρόμους του κρασιού στις Κυκλάδες ή στην Πάρο ιδιαίτερα», λέει.
Δεν πρόκειται μόνο για την προώθηση ενός προϊόντος. Ένας τέτοιος σχεδιασμός θα μπορούσε να συνδέσει την παραγωγή με την ιστορία, τα χωριά, τη γαστρονομία και έναν διαφορετικό τύπο τουριστικής εμπειρίας.
Και εδώ η συζήτηση επιστρέφει στην ίδια την ταυτότητα της Πάρου.
Ο Πίττας περιγράφει ένα νησί με δύο διαφορετικές όψεις: τη θερινή, της μεγάλης τουριστικής κίνησης, και τη χειμερινή, όταν αποκαλύπτονται άλλες πλευρές του τόπου.
«Αυτό το οποίο θα μπορούσε εντός εισαγωγικών να πουλήσει η Πάρος είναι η παράδοσή της, είναι ο αμπελώνας, είναι κάποια άλλα πράγματα, είναι ο αγροτουρισμός», υποστηρίζει.
Η Πάρος του 1980 και η Πάρος του 2020
Ίσως η πιο χαρακτηριστική φράση για αυτή τη μετάβαση ανήκει στον ίδιο τον οινοποιό Κωνσταντίνο Ρούσσο.
Μιλώντας για το ΠΟΠ Πάρος, έναν συνδυασμό Μανδηλαριάς και Μονεμβασιάς, περιγράφει το κρασί ως μια συνάντηση δύο εποχών:
«Αυτό λοιπόν το κρασί θα έλεγα ότι είναι η Πάρος του 1980 με την Πάρο του 2020».
Μέσα σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται η προσπάθεια να συνυπάρξουν δύο διαφορετικές πραγματικότητες: η παλιά παραγωγική Πάρος και το σύγχρονο, τουριστικό νησί.
Το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή στο παρελθόν. Είναι αν η ανάπτυξη μπορεί να αφήσει χώρο και για εκείνα τα στοιχεία που δημιούργησαν την ταυτότητα του τόπου.
Ο Πίττας το διατυπώνει διαφορετικά: «Η μάχη, δηλαδή, είναι η μάχη του ξενόφερτου ή του ελλαδικού και όχι του τοπικού».
Για τους ανθρώπους που εξακολουθούν να δουλεύουν με το αμπέλι, η τοπικότητα μπορεί να αποτελέσει όχι εμπόδιο αλλά συγκριτικό πλεονέκτημα.
Η Πάρος έχει ήδη την ιστορία, τις ποικιλίες, τους παραγωγούς και ένα κοινό επισκεπτών που αναζητά όλο και περισσότερο προϊόντα συνδεδεμένα με τον τόπο.
Το ερώτημα είναι αν όλα αυτά μπορούν να αποκτήσουν κοινό σχεδιασμό και αν ο αμπελώνας μπορεί να παραμείνει ζωντανό κομμάτι της Πάρου, όχι ως ανάμνηση μιας άλλης εποχής αλλά ως μέρος της επόμενης.
Το βίντεο ακολουθεί τη διαδρομή από το αμπέλι μέχρι το ποτήρι, συναντώντας τους ανθρώπους που προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή αυτή τη σχέση.
Το πλήρες βίντεο-ντοκιμαντέρ της έρευνας είναι διαθέσιμο στη συνδρομητική σελίδα.
Έρευνα – Σενάριο – Σκηνοθεσία: Γιώργος Κουβαράς
![]()
