Ο Αναστάσιος Χρηστομάνος συνδέθηκε όσο λίγοι με την ανάπτυξη της χημείας στην Ελλάδα και με την ιδέα ότι οι φυσικές επιστήμες μπορούσαν να στηρίξουν την πρόοδο της χώρας. Ο διαπρεπής χημικός, με καταγωγή από βυζαντινή οικογένεια του Μελενίκου, γεννήθηκε στη Βιέννη στις 8 Μαρτίου 1841 και πέθανε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 1906.
Γιος του εύπορου εμπόρου Κωνσταντίνου Χρηστομάνου (1815-1861) και της ναουσαίας Μαρίας Καζάζη, έμαθε άριστα ελληνικά και μορφώθηκε όπως τα ελληνόπουλα των μεγάλων οικογενειών της εποχής.

Αμέσως μετά το γυμνάσιο φοίτησε στο Πολυτεχνείο της Βιέννης και στη συνέχεια πήγε στην Καρλσρούη και τη Χαϊδελβέργη, για να ολοκληρώσει τις σπουδές του.
Το 1861 ανακηρύχθηκε διδάκτορας και αμέσως μετά ανέλαβε διευθυντής εργοστασίων χημικών προϊόντων στη Φρανκφούρτη και τη Μόσχα.
Το 1862, ύστερα από πρόσκληση του τότε υπουργού επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, ήρθε στην Ελλάδα και διορίστηκε αρχικά στο Εθνικό Διδασκαλείο.

Ο Χρηστομάνος, δεύτερος από αριστερά μεταξύ των ορθίων (δίπλα του, πρώτος από αριστερά, ο καθηγητής Ξαβέριος Λάνδερερ, που δίδαξε πρώτος τη χημεία στην Ελλάδα σε πανεπιστημιακό επίπεδο)
Τον επόμενο χρόνο έγινε υφηγητής της Χημείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ίδρυσε με δικές του δαπάνες το πρώτο πανεπιστημιακό χημείο.
Έπειτα εξελέγη καθηγητής της Φυσικής στο Πολυτεχνείο και στη συνέχεια έγινε έκτακτος καθηγητής το 1866 και τακτικός καθηγητής το 1869 της Γενικής Χημείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Πέρα από το διδακτικό του έργο στη Γενική και την Αναλυτική Χημεία, ήταν ο πρώτος που εφάρμοσε την εργαστηριακή άσκηση των φοιτητών στη χημεία.

Με εντολή της κυβέρνησης, και χάρη στις ικανότητες και τις πολυειδείς γνώσεις του, ο Χρηστομάνος ανέλαβε τη διεκπεραίωση πολλών σημαντικών κρατικών υποθέσεων που συνδέονταν με το γνωστικό του αντικείμενο, ενώ εκπροσώπησε το Πανεπιστήμιο Αθηνών σε πολυάριθμα διεθνή επιστημονικά συνέδρια.
Το 1897 διετέλεσε πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Υπήρξε πρωτοπόρος στη συστηματική οργάνωση των χημικών σπουδών στην Ελλάδα και πρωτεργάτης της ίδρυσης και οικοδόμησης του Παλαιού Χημείου του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οδό Σόλωνος. Το κτίριο, που σχεδίασε ο Ερνέστος Τσίλερ, θεμελιώθηκε το 1887 και εγκαινιάστηκε τον Ιανουάριο του 1890, ενώ ο Χρηστομάνος ήταν παρών σε όλες τις φάσεις της κατασκευής και έδωσε ο ίδιος τις οδηγίες για τη διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων.
Σπουδαίες ήταν επίσης οι ερευνητικές μελέτες και οι επιστημονικές του εργασίες, όπως και οι συσκευές που επινόησε, μεταξύ των οποίων εκείνη για τον προσδιορισμό του ανθρακικού οξέος και εκείνη για την εξεύρεση του σημείου τήξεως.

Από τα διδακτικά συγγράμματά του ξεχωρίζει το δίτομο έργο Εγχειρίδιον Χημείας, που άφησε ισχυρό αποτύπωμα στην ελληνική χημική βιβλιογραφία.
Στον οικογενειακό του βίο, ο Χρηστομάνος νυμφεύτηκε το 1866 την Ανγκέλικα Λιντερμάιερ (το γένος Βενιζέλου). Οι γιοι του, Κωνσταντίνος και Αντώνιος, διακρίθηκαν επαγγελματικά: ο Κωνσταντίνος (1867-1911) ως λογοτέχνης, θεατρικός συγγραφέας και αισθητικός της τέχνης, και ο Αντώνιος (1871-1933) ως γιατρός, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πολιτικός.
Στις 17 Δεκεμβρίου 1896, με την ιδιότητα του τακτικού καθηγητή Γενικής Πειραματικής Χημείας, εκφώνησε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τότε Εθνικό Πανεπιστήμιο, λόγο με αφορμή την ανάληψη των καθηκόντων του ως πρύτανης.
Ο επίλογος του πρυτανικού λόγου του, με τίτλο Φυσικαί επιστήμαι και πρόοδος, ήταν ο εξής:
Εν μέσω τής απανταχού κοχλαζούσης προόδου, ημείς οι Έλληνες θα μείνωμεν αργοί, ηλιαζόμενοι υπό των πατραγαθιών (σ.σ. αρετών ή ενδόξων πράξεων των προγόνων) και προσδοκώντες εκ της ωριμάνσεως της σταφίδος την βελτίωσιν της τύχης ημών; Ιδού, η φύσις επιδαψιλεύει (σ.σ. προσφέρει απλόχερα, αφειδώλευτα) ημίν ως εις έθνος ανέκαθεν προνομιούχον δώρα εξαιρέτως δαψιλή (σ.σ. άφθονα, πλουσιοπάροχα).
Έδαφος καρποφόρον, κλίμα ευνοϊκώτατον, χλωρίδα ζηλευτήν, ορυκτά πλούσια, μάρμαρον, γύψον, μαγνησίτην, λιγνίτας, σίδηρον, μόλυβδον, άργυρον, χρωμίτας, ψευδάργυρον, θείον, χαλκόν. Μόνον το άλας των ακτών ημών, μόνον ο άχρηστος νυν εισέτι σιδηροπυρίτης, ηδύναντο να πλουτίσωσι το διά της εφηρμοσμένης επιστήμης εργαζόμενον έθνος. Προς τούτο όμως οφείλει ιδίως εις τας φυσικάς επιστήμας, τας τοσούτον δεκτικάς εφαρμογών, να τείνη την εαυτού προσοχήν. Έπρεπεν η νεολαία, ήτις σήμερον, ελλείψει κρείττονος σταδίου, αφοσιούται εις θεωρητικάς σπουδάς με την υψίστην προσδοκίαν ν απολαύση ποτέ θέσεις δημοσίας ή διοικητικάς, να ευρίσκη στάδιον και εργασίαν πλουτοπαραγωγόν, οπόταν καλώς αποπερατώση την σειράν τών εις την υλικήν αναμόρφωσιν της πατρίδος συντελουσών σπουδών. Αύται δε πάντως εισίν αι των φυσικών επιστημών.

Ας αφήσωμεν τους ολίγους πραγματικήν κλίσιν έχοντας και ευφυΐαν, επίδοσιν υποσχομένην, τεκμαίροντας των Ελληνοπαίδων να φοιτώσιν εις τα κλασικά ημών γυμνάσια, όπως εν αυτοίς προπαιδευθώσι διά τας εν τω Πανεπιστημίω φιλολογικάς, νομικάς και θεολογικάς σπουδάς. Ας μορφώσωμεν όμως διά παντός τρόπου και δι αφθόνων μέσων και άνευ αναβολής τους σκαπανείς του μέλλοντος πλούτου και του μέλλοντος μεγαλείου της Ελλάδος, ετοιμάζοντες αυτοίς πλήρη διδασκαλίαν των φυσικών επιστημών, εισάγοντες τα βιοτεχνικά γυμνάσια και αντιγράφοντες πιστώς προς τον σκοπόν τούτον τους αρίστους, εν Γερμανία και Αυστρία ευδοκιμήσαντας, κανονισμούς των βιοτεχνικών λεγομένων σχολείων, χωρίς προς Θεού να ενδώσωμεν εις τον πειρασμόν να νεωτερίσωμεν επ αυτών διά της σοφίας πολυμελών επιτροπών ή να βελτιώσωμεν αυτούς επί το ελληνοπρεπέστερον. Ας μεταβώσιν εκ των γυμνασίων τούτων οι αριστεύσαντες εις το Φυσικόν Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου, ίνα τελειοποιηθώσι και χρησιμεύσωσιν ως διδάσκαλοι των φυσικών επιστημών. Ας καταρτισθή δε τέλος εν τω Πολυτεχνείω η Χημικοτεχνική Σχολή εις πλήρες σχολείον εφαρμογών της χημικής βιομηχανίας.
Οι την σειράν ταύτην των σπουδών συστηματικώς διανύσαντες θα είναι οι σκαπανείς της εθνικής ευημερίας, οι φορείς της νέας φάσεως της μεγάλης του Έθνους ημών ιδέας. Και οπόταν το έργον αυτών τελεσφορήση, οπόταν η αναμορφωτική της κοινωνίας ημών αποστολή αυτών εισδύση εις άπαντα τα στρώματα του λαού, αποτιναχθή ο λήθαργος και θεωρηθή η αίγλη τών εξ ιδίας δυνάμεως έργων των συγχρόνων προσόν του ζώντος Έλληνος, ίσον ή ανώτερον τού μέχρι τούδε μοναδικού των προγονικών πατραγαθιών, τότε, αλλά μόνον τότε, ας γίνηται και παρ ημίν λόγος περί εθνικού μεγαλείου και εθνικής δυνάμεως. Εύχομαι να διαψευσθώ κατά κράτος διατεινόμενος ότι άνευ της τοιαύτης κοινωνικής ανορθώσεως, ην μόναι αι φυσικαί επιστήμαι και αι εφαρμογαί αυτών προλειαίνουσιν, ούτε διανοητικώς, ούτε υλικώς, αλλ ούτε και εδαφικώς θα κατακτήσωμεν την εμπρέπουσαν (σ.σ. αρμόζουσα) ημίν υπεροχήν εν τη Ανατολή.
Και όμως η γεωγραφική θέσις της Ελλάδος είναι μοναδικώς ευνοϊκή και ωσεί πεπλασμένη διά χώραν προωρισμένην να εξέχη μεταξύ των αναδεικνυομένων διά της βιομηχανίας και της ταύτην προαγούσης εκπαιδεύσεως.

Πανταχόθεν υπό θαλάσσης περιβρεχομένη, μεταξύ Δύσεως και Ανατολής την θαλασσίαν δίοδον αποτελούσα και πλούτον εγχωρίων φυσικών προϊόντων κατέχουσα, έπρεπε και ηδύνατο η Ελλάς να είναι διά την Δύσιν η Ανατολή και διά την ημιαγρίαν εισέτι Ανατολήν η πεπολιτισμένη Δύσις.
Είμαι της γνώμης και έχω την πεποίθησιν ότι το πρώτον βήμα προς επίτευξιν του προσδοκωμένου υψηλού τούτου σκοπού δέον να είναι η αναμόρφωσις και γενναία ενίσχυσις της διδασκαλίας των φυσικών καθόλου (σ.σ. εν γένει) επιστημών.
Καλώς διδαχθέντα θα ποιήσωσι καλήν χρήσιν των φυσικών επιστημών τα τέκνα ημών. Η δε αρίστη των χρήσεων αυτών είναι η έμπρακτος εφαρμογή. Της δε χώρας ημών παρεχούσης πάσας τας συνθήκας της ευδοκιμήσεως τών σήμερον αλλαχού (σ.σ. αλλού, σε άλλα μέρη, σε άλλους τόπους) θριαμβευουσών εφαρμογών, δεν εξεφράσθημεν προπετώς (σ.σ. απερίσκεπτα, με ασύνετη βιασύνη) ειπόντες ότι η πρόοδος της πατρίδος ημών και το ευοίωνον μέλλον αυτής εξαρτώνται εκ της επιδόσεως των φυσικών επιστημών.
![]()
