80 χρόνια από την «Αγαπημένη μου Κλημεντίνη», το αριστουργηματικό γουέστερν του Τζον Φορντ

80 χρόνια από την «Αγαπημένη μου Κλημεντίνη», το αριστουργηματικό γουέστερν του Τζον Φορντ

Συμπληρώνονται 80 χρόνια από την Αγαπημένη μου Κλημεντίνη, το κλασικό γουέστερν του Τζον Φορντ που εξακολουθεί να συγκαταλέγεται, για πολλούς κορυφαίους δημιουργούς που ακολούθησαν, ανάμεσα στις μεγαλύτερες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. Μια ταινία που παραμένει αριστούργημα και σημάδεψε το αμερικανικό σινεμά.

Από τους πρωτοπόρους του αμερικανικού κινηματογράφου, ο Τζον Φορντ υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς σκηνοθέτες, επηρεάζοντας μεγάλες γενιές δημιουργών, καθώς ακόμη και σήμερα παραμένει σημείο αναφοράς για τη σκηνοθετική του αφήγηση, τις εντυπωσιακές σκηνές, τα εμπνευσμένα πλάνα, τη στιβαρή δομή της υπόθεσης και τους δουλεμένους χαρακτήρες του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Όρσον Γουέλς είχε πει για τον «Πολίτη Κέιν» πως η μοναδική του προετοιμασία ήταν να δει 40 φορές την «Ταχυδρομική Άμαξα» (1939), ενώ, όταν ρωτήθηκε ποιοι είναι οι τρεις κορυφαίοι σκηνοθέτες, απάντησε: «ο Φορντ, ο Φορντ και ο Φορντ…»

Σινεμά β’ κατηγορίας

Παρότι κατέχει το ρεκόρ των τεσσάρων Όσκαρ σκηνοθεσίας με τις ταινίες «Ο Καταδότης», «Τα Σταφύλια της Οργής», «Πόσο Πράσινη Ήταν η Κοιλάδα μου» και «Ο Ήσυχος Άνθρωπος», ο Τζον Φορντ (1894-1973) δεν βραβεύτηκε ποτέ για τα αριστουργηματικά γουέστερν του, που όμως παραμένουν κεφάλαια του παγκόσμιου κινηματογράφου. Πέρα από την «Αγαπημένη μου Κλημεντίνη», ο περήφανος για την ιρλανδική του καταγωγή σκηνοθέτης και άνθρωπος που πρόλαβε την Άγρια Δύση θα μπορούσε να είχε κερδίσει το Όσκαρ και για τα γουέστερν «Η Αιχμάλωτη της Ερήμου», «Ποιος Σκότωσε τον Λίμπερτι Βάλανς» και φυσικά την «Ταχυδρομική Άμαξα» – το εγχειρίδιο κάθε καλού δημιουργού. Η μη βράβευσή του για κάποιο από αυτά τα περίτεχνα φιλμ οφείλεται, όπως αναφέρεται, στη φαιδρότητα των μελών της Αμερικάνικης Ακαδημίας εκείνης της εποχής, που θεωρούσαν το γουέστερν σινεμά β’ κατηγορίας…

Έναν καφέ στον Γουάιατ Ερπ

Στα μέσα της δεκαετίας του ’40, ο Φορντ είχε υποχρέωση να γυρίσει ακόμη μία ταινία για την 20th Century Fox, χωρίς να έχει καμία διάθεση. Παρ’ όλα αυτά, οι παραγωγοί του πρότειναν να μεταφέρει το βιβλίο του Στιούαρτ Λέικ «Wyatt Earp: Frontier Marshal», που είχε εκδοθεί το 1931, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Γουάιατ Ερπ. Το βιβλίο ήταν εντελώς ανακριβές, κάτι που ήξερε και ο Φορντ, αφού είχε γνωρίσει τον Ερπ στα γεράματά του, όταν εκείνος επισκεπτόταν τα στούντιο για να βλέπει τα γυρίσματα βωβών ταινιών γουέστερν. Όπως έλεγε ο σκηνοθέτης, του έδινε μια καρέκλα και ένα φλιτζάνι καφέ και μιλούσαν για τα παλιά, ακόμη και για την περίφημη μονομαχία στο Ok Corral. Τελικά, ο Φορντ δέχθηκε να γυρίσει την ταινία, κυρίως λόγω του ομώνυμου παραδοσιακού τραγουδιού, που του άρεσε πολύ.

Από τον Στάρτζες στον Κοσμάτο

Η ιστορία του Έρπ και της μονομαχίας στο Ok Corral μεταφέρθηκε πολλές φορές στη μεγάλη οθόνη, σε εκδοχές με βαριές σκηνοθετικές υπογραφές και σπουδαίους πρωταγωνιστές. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα κλασικά φιλμ «Αίμα στον Πράσινο Βάλτο», με τους Μπαρτ Λάνκαστερ και Κερκ Ντάγκλας σε σκηνοθεσία Τζον Στάρτζες, και «Hour of the Gun», επίσης του Στάρτζες, με τους Τζέιμς Γκάρνερ και Τζέισον Ρόμπαρτς. Πολύ αργότερα, το 1994, ο Τζορτζ Κοσμάτος ανέβηκε ξανά στην ίδια ιστορία με το «Μονομαχία στον Πράσινο Βάλτο», με τους Κερτ Ράσελ και Βαλ Κίλμερ, ενώ την ίδια χρονιά ο Κέβιν Κόστνερ γύρισε τη δική του εκδοχή, που, αν και ενδιαφέρουσα, ήταν κατώτερη.

Το γενναιόδωρο σενάριο

Το σενάριο, παρότι επίσης μακριά από την πραγματικότητα – ο Ερπ δεν ήταν ποτέ γελαδάρης, η Κλημεντίνη είναι φανταστικό πρόσωπο και ο Ντοκ ήταν οδοντίατρος, όχι χειρουργός – παραμένει γενναιόδωρο για τους χαρακτήρες και αρκετά καλογραμμένο. Η ιστορία θέλει τον Γουάιατ Ερπ και τα αδέλφια του να αναλαμβάνουν την επιβολή του νόμου στην άγρια πόλη Tombstone της Αριζόνα, μετά από ένα δυσάρεστο επεισόδιο που οδήγησε στη δολοφονία του μικρότερου αδελφού τους, με στόχο την εκδίκηση. Η σκληρή εγκληματική οικογένεια των Κλάντον μπαίνει στο στόχαστρο των Ερπ, ενώ στην πόλη κυριαρχεί ο οξύθυμος, φυματικός, μέθυσος αλλά ακέραιος Ντοκ Χόλιντεϊ, ο οποίος δέχεται την απρόσμενη επίσκεψη μιας παλιάς του αγαπημένης, της Κλημεντίνης. Μιας νέας, ευγενικής γυναίκας που θα αναστατώσει τον Γουάιατ.

Η σφαίρα του ρομαντισμού

Δίνοντας όλη του τη γενναιοδωρία στους κεντρικούς ήρωες, ο Φορντ στήνει ένα γουέστερν που δεν θέλεις να τελειώσει ποτέ, με το μεγαλειώδες φινάλε να αφήνει τον θεατή έκθαμβο. Αν και τα γουέστερν θεωρούνται κυρίως «αντρικές» ταινίες, ο Φορντ στα δικά του φιλμ έδινε σχεδόν πάντα στη γυναίκα καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των ηρώων του. Με την «Αγαπημένη μου Κλημεντίνη» πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, μεταμορφώνοντας τον Γουάιατ Ερπ σε ερωτευμένο μαθητούδι. Γιατί, παρότι ήξερε από όπλα, δεν δείλιαζε πουθενά και είχε ηγετική παρουσία, μπροστά στην αγάπη παραδίδεται άνευ όρων. Ένα εύρημα ρομαντισμού που χτυπά σαν σφαίρα τη μονοδιάστατη αρρενωπότητα, σπάζοντας κλισέ και στερεότυπα.

Ο Χένρι Φόντα και ο Γουόλτερ Μπρέναν

Εδώ ο Φορντ δεν έχει πρωταγωνιστή τον φίλο και στενό συνεργάτη του, τον αξεπέραστο στα γουέστερν Τζον Γουέιν, αλλά έναν ηθοποιό ακόμη πιο δυναμικό σε ερμηνευτική γκάμα και εκφραστικότητα, τον Χένρι Φόντα. Στον ρόλο του Γουάιατ Ερπ αποδίδει ανδρισμό χωρίς επιτήδευση, άνθρωπο με αρχές και σιγουριά για τον εαυτό του, αλλά και ευαλωτότητα απέναντι στην Κλημεντίνη. Δίπλα του βρίσκεται ο σωματώδης Βίκτορ Ματσιούρ, που τα καταφέρνει εξαιρετικά ως Ντοκ, παρότι τον είχαμε συνηθίσει κυρίως σε μονοδιάστατους ρόλους ιστορικών και βιβλικών υπερπαραγωγών. Τον ρόλο της Κλημεντίνης κρατά με επάρκεια η 20χρονη Κάθι Ντάουνς, η Λίντα Νταρνέλ είναι πειστικότατη ως παθιασμένη γυναίκα ερωτευμένη με τον Χόλιντεϊ, ενώ ο Γουόλτερ Μπρέναν, σε έναν διαφορετικό κόντρα ρόλο ως ο σατανικός και άξεστος πατέρας Κλάντον, είναι για ακόμη μία φορά αξιοθαύμαστος.

Βαριές υπογραφές

Τη σκοτεινή, για γουέστερν, εξαιρετική φωτογραφία που αναδεικνύει πλήρως τα μεγαλοφυή πλάνα του Φορντ υπογράφει ο έμπειρος Τζο ΜακΝτόναλντ, ενώ την αξέχαστη μουσική που συμβάλλει καθοριστικά στην υποβλητική ατμόσφαιρα έγραψε ο σπουδαίος Άλφρεντ Νιούμαν, εννέα φορές νικητής των Όσκαρ μουσικής και με 45 υποψηφιότητες, σε συνεργασία με τον στενό του συνεργάτη Σίριλ Μόκριτζ.

Μιλούν οι εικόνες

Ο Τζον Φορντ, ευφυής, σκληρός, επιβλητικός, στρυφνός, καβγατζής, με ιρλανδικό αίμα που έβραζε, προληπτικός και με μεγάλη αδυναμία στο ποτό και το τσιγάρο, αλλά και ακέραιος, βάζοντας την ανδρική φιλία και τον σεβασμό στη γυναίκα πάνω απ’ όλα, πιστεύοντας στη χριστιανική ηθική και όχι στην υποκριτική ηθικολογία, που απεχθανόταν τους παραδόπιστους και τη νέα θρησκεία του «χρήματος», είχε πει με τον γνωστό λακωνικό του τρόπο: «Μου αρέσει να φτιάχνω εικόνες, αλλά δεν μου αρέσει να μιλάω γι’ αυτές». Πράγματι, οι εικόνες του και σε αυτό το φιλμ μιλούν από μόνες τους. Και δικαίως, οι σινεφίλ παραμιλούν με αυτές….

Χ. Αναγνωστάκης

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Loading

Play