Το νέο μυθιστόρημα του Ίαν Μακγιούαν, «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», κυκλοφορεί σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά από τις εκδόσεις Πατάκη και δύσκολα χωρά σε μία μόνο περιγραφή. Οικολογικό θρίλερ, μελλοντολογική δυστοπία, ιστορία αναζήτησης ή παιχνίδι ταυτοτήτων, το βιβλίο κινείται ανάμεσα σε όλα αυτά χωρίς να περιορίζεται σε κανένα.
Βρισκόμαστε πάνω από εκατό χρόνια μετά, σε έναν κόσμο όπου το κλίμα έχει μετατρέψει τη Βρετανία σε αρχιπέλαγος μικρών νησιών και η τεχνολογία έχει υποχωρήσει σε πιο οικεία, σε σχέση με όσα προβλέπονταν για την εποχή μας, επίπεδα. Το τοπίο δεν θυμίζει μαύρη αποκάλυψη, αλλά ούτε και τη Δύση του 21ου αιώνα, με την ανθρωπότητα να ζει πάντως σε έναν ακόμη βιώσιμο πλανήτη.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, που παραπέμπει εν μέρει στην Α. Σ. Μπάιατ, ο ερευνητής του Πανεπιστημίου Σάουθ Ντάουνς, Τομ Μέτκαλφ, αναζητεί μανιωδώς το μοναδικό αντίγραφο μιας σύνθεσης που ο Φράνσις Μπλάντι, μια ποιητική φυσιογνωμία σαν τον Σέιμους Χίνι, διάβασε ένα βράδυ του 2014 ανάμεσα σε φίλους για να τη χαρίσει στη σύζυγό του Βίβιεν ως δώρο γενεθλίων. Το έργο, μια περίτεχνη αλυσίδα από σονέτα, δεν δημοσιεύτηκε ποτέ και έγινε θρύλος τόσο εξαιτίας της απουσίας του όσο και λόγω της σύνδεσής του με τα προλεγόμενα της κλιματικής αλλαγής που ακολούθησε. Ο Μέτκαλφ ερευνά μέιλ, βίντεο, φωτογραφίες, συνεντεύξεις, διαλέξεις και δημοσιεύματα στον Τύπο, ενώ ταυτόχρονα εντοπίζει νήματα για τον πρώτο σύζυγο της Βίβιεν, αλλά και για τον κουνιάδο και επιμελητή του μεγάλου ποιητή.
Στο ανατρεπτικό δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, αντί για το χαμένο χειρόγραφο ο ερευνητής βρίσκει μια εκτεταμένη αφήγηση της Βίβιεν, όπου κυριαρχούν οι απιστίες της ίδιας, οι απάτες του Μπλάντι —μεταξύ άλλων δεν πίστευε στους κλιματικούς κινδύνους και υπέκλεψε τις αναμνήσεις του πρώην συζύγου της Βίβιεν για τη θρυλική ποιητική του σύνθεση— και οι προδοσίες όλων απέναντι σε όλους.
Πρέπει να πω ότι όταν μπήκα στο δεύτερο μέρος αντέδρασα καταρχάς αρνητικά, θεωρώντας πως ο συγγραφέας ζητάει ξαφνικά λύσεις αστυνομικού τύπου για την πλοκή και επιχειρεί, τελικά, ηθικές δικαιώσεις ανερμάτιστων χαρακτήρων.
Βλέποντας το μυθιστόρημα ως ενιαίο σύνολο, εκείνο που σκέφτομαι τώρα είναι πως όταν ο Μακγιούαν διαπλέκει το συλλογικό με το ατομικό, οδηγείται σε έκπτωση και των δύο, με την αλήθεια, ιστορική και λογοτεχνική, να μην μπορεί να στηριχθεί σε κανένα επίπεδο. Ο ερευνητής θα αλιεύσει άλλα από τα αναμενόμενα, η μυθική αύρα των ηρώων που εξετάζει θα σκορπιστεί στον αέρα, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις που εξακολουθούν να ταλανίζουν την υδρόγειο δεν οδηγούνται σε καμία έξοδο, ενώ οι επιστημονικοί μόχθοι και οι μέριμνες για την τέχνη δεν αποκτούν κανένα νόημα.
Έτσι, συνδυάζοντας είδη και διασταυρώνοντας διαφορετικές, αλλά συγκλίνουσες θεματικές, ο Μακγιούαν παραδίδει ένα μυθιστόρημα σχεδόν απόλυτα δεμένο με την ανασφάλεια και τον αγνωστικισμό της εποχής μας.
![]()
