Το ρωμαϊκό μνημειακό σύνολο που αποκαλύφθηκε στις εργασίες ανάπλασης της Βασιλίσσης Όλγας αποκαθίσταται και αναδεικνύεται, με το ΥΠΠΟ να δίνει νέο βάρος σε ένα άγνωστο μέχρι σήμερα κομμάτι της αθηναϊκής ιστορίας. Η ανασκαφή έφερε στο φως ένα εντυπωσιακό οικοδομικό συγκρότημα με ημικυκλικό αίθριο, στοές, οργανωμένους χώρους και εκτεταμένο δίκτυο αποχετευτικών αγωγών, που γνώρισε διαδοχικές φάσεις από τον 3ο έως τον 5ο αιώνα μ.Χ.
Η περιοχή βόρεια του Ολυμπιείου, δίπλα στον Ιλισό, συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους ιστορικούς πυρήνες της Αθήνας, με αδιάλειπτη ανθρώπινη παρουσία από την προϊστορική εποχή έως και τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους, όπως σημειώνει η ανακοίνωση του ΥΠΠΟ. Στην αρχή της αναπτύχθηκε ως χώρος λατρείας και κατοίκησης έξω από τα τείχη της αρχαίας πόλης και φιλοξένησε σημαντικά ιερά, ενώ στα ρωμαϊκά χρόνια, ιδιαίτερα επί Αδριανού, εντάχθηκε στον αστικό ιστό και εξελίχθηκε σε μία από τις πιο εύπορες συνοικίες της Αθήνας, με μνημειακά δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα. Παρά τις καταστροφές των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων, η περιοχή γνώρισε νέα ακμή τον 4ο και τον 5ο αιώνα μ.Χ., πριν η σταδιακή συρρίκνωση της κατοίκησης τον 6ο αιώνα σηματοδοτήσει τη μετάβαση στη βυζαντινή εποχή.
Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη δήλωσε: «Μετά την απόδοση της οδού Βασιλίσσης Όλγας στους Αθηναίους, στα τέλη Απριλίου, η αποκατάσταση, η προστασία και η ανάδειξη του σημαντικού μνημειακού συνόλου που αποκαλύφθηκε αποτελεί το επόμενο ουσιαστικό βήμα». Όπως ανέφερε, το ΥΠΠΟ συνεχίζει τη διαρκή προσπάθεια να διαφυλάσσει και να αναδεικνύει την ιστορία της αρχαίας Αθήνας, ενώ τα κατάλοιπα που αποκαλύφθηκαν συνθέτουν μια εξαιρετικά σημαντική μαρτυρία για την εξέλιξη της περιοχής από τους κλασικούς έως τους βυζαντινούς χρόνους.
Η ίδια πρόσθεσε ότι η αποκάλυψη τμήματος της τάφρου του Θεμιστόκλειου τείχους, του εκτεταμένου ρωμαϊκού οικοδομικού συγκροτήματος με το ημικυκλικό αίθριο, τις στοές, τους χώρους κατοίκησης και τα αποχετευτικά δίκτυα, μαζί με τα μεταγενέστερα βυζαντινά κατάλοιπα, επιβεβαιώνει τη διαχρονική σημασία της περιοχής και εμπλουτίζει ουσιαστικά τις γνώσεις για την ιστορία της πόλης στην αρχαιότητα. «Ιδιαίτερη μέριμνα δίνεται στη λειτουργική και αισθητική ενοποίηση των αρχαιοτήτων ώστε να αναδειχθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η ενότητα του αρχαιολογικού συνόλου», σημείωσε, τονίζοντας παράλληλα ότι στόχος είναι η ασφαλής προστασία και η διαχρονική ανάδειξη των ευρημάτων στο ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας.
Η αποκατάσταση του μνημειακού συνόλου αναδεικνύει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον τμήμα της αρχαίας τοπογραφίας της πόλης και δίνει σε κατοίκους και επισκέπτες τη δυνατότητα να γνωρίσουν μια ακόμη σημαντική σελίδα της μακραίωνης ιστορίας της Αθήνας. Η προστασία και η ανάδειξη των μνημείων, όπως ανέφερε η υπουργός, συνδέεται και με την ποιότητα του δημόσιου χώρου, αλλά και με τη συλλογική μνήμη και την πολιτιστική ταυτότητα.
Μεταξύ των σημαντικότερων ευρημάτων ξεχωρίζει η λαξευτή, στον φυσικό βράχο, τάφρος του Θεμιστόκλειου τείχους, που αποτελεί το αρχαιότερο διατηρούμενο στοιχείο της ανασκαφής και επιβεβαιώνει τη χάραξη της αρχαίας οχύρωσης. Η έρευνα έδειξε ότι το οικοδόμημα πέρασε από δύο μεγάλες οικοδομικές φάσεις, η πρώτη από τα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. έως τις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. και η δεύτερη στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ., καθώς και από μικρότερης έκτασης μετασκευές και επεκτάσεις που φανερώνουν τη συνεχή χρήση του στην ύστερη ρωμαϊκή περίοδο.
Η μελέτη των καταλοίπων ανέδειξε και τις διαφορετικές οικοδομικές τεχνικές κάθε περιόδου, από την επιμελημένη λιθοδομή των κλασικών χρόνων έως τα χαρακτηριστικά συστήματα ρωμαϊκής τοιχοποιίας, αποκαλύπτοντας τη μεγάλη ιστορική και αρχιτεκτονική αξία του συνόλου. Η τελευταία φάση χρήσης του χώρου αποδίδεται στους βυζαντινούς χρόνους και εκπροσωπείται κυρίως από ευτελέστερες τοιχοποιίες, υπόγειους κτιστούς σιρούς και αποθηκευτικούς πίθους, στοιχεία που δείχνουν μεταβολή του χαρακτήρα της περιοχής και στροφή προς παραγωγικές και αποθηκευτικές δραστηριότητες.
Οι εργασίες περιλαμβάνουν συντήρηση και αποκατάσταση των τοιχοποιιών, του ψηφιδωτού δαπέδου και των αρχιτεκτονικών μελών, διαχείριση της βλάστησης, απομάκρυνση νεότερων ασύμβατων επεμβάσεων, βελτίωση της αναγνωσιμότητας του χώρου, αποκατάσταση των ιστορικών επιπέδων και ολοκληρωμένη διαχείριση των ομβρίων υδάτων για την προστασία των μνημείων. Οι προτάσεις αποκατάστασης και ανάδειξης διαμορφώθηκαν με βάση τα προβλήματα διατήρησης και την ανάγκη να γίνει ξανά ευανάγνωστο το μνημειακό σύνολο.
Οι επεμβάσεις σχεδιάστηκαν σύμφωνα με τις διεθνώς αποδεκτές αρχές προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, με σεβασμό στην αυθεντικότητα του μνημείου και των δομικών του υλικών και με βασικό στόχο την ενίσχυση της αναγνωσιμότητας του συνόλου, καταλήγει η ανακοίνωση του ΥΠΠΟ.
![]()
