Η «εξαιρετική κουλτούρα» της Ελλάδας που μαγεύει τον Αλαίν Λεφέβρ

Η «εξαιρετική κουλτούρα» της Ελλάδας που μαγεύει τον Αλαίν Λεφέβρ

Ο Αλαίν Λεφέβρ συγκαταλέγεται στους πιο καταξιωμένους πιανίστες της διεθνούς σκηνής και επιστρέφει στο ελληνικό κοινό με μια συναυλία που αναμένεται να ξεχωρίσει. Την Κυριακή 1η Νοεμβρίου, στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, θα παρουσιάσει έργα Γκέρσουιν και Μπέρνσταϊν.

Ο διεθνώς αναγνωρισμένος Γαλλοκαναδός πιανίστας συμπράττει με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Καρλ Σαιν Κλαιρ (Carl St. Clair), σε ένα πρόγραμμα που παντρεύει τον ρυθμό της τζαζ με τον πλούτο της συμφωνικής παράδοσης.

Με αφορμή τη συναυλία του στο Μέγαρο, όπου θα ερμηνεύσει τρία σπουδαία έργα, το «Κοντσέρτο για πιάνο σε φα» και τη θρυλική «Rhapsody in Blue» του Τζορτζ Γκέρσουιν και τους «Συμφωνικούς χορούς από το West Side Story» του Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, ο Αλαίν Λεφέβρ μιλά στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο για την Ελλάδα που τον εμπνέει, τους Έλληνες συνθέτες που θαυμάζει, τις αλλαγές στον κόσμο της κλασικής μουσικής, αλλά και τις ανησυχίες του για την Τεχνητή Νοημοσύνη και το μέλλον της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Ο Αλαίν Λεφέβρ δεν είναι άγνωστος στο ελληνικό κοινό, που τον ακολουθεί με θαυμασμό και αγάπη όχι μόνο για την ερμηνευτική του παρουσία. Ο διακεκριμένος πιανίστας έχει χτίσει μια ιδιαίτερη σχέση με τη χώρα μας, η οποία έχει επηρεάσει και τη συνθετική του δημιουργία.

«Κοιτάξτε, η Ελλάδα είναι μια μακρά ιστορία αγάπης για μένα, η οποία ξεκίνησε τη χρονιά που η Θεσσαλονίκη ήταν η πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης. Πέρα από την προηγούμενη γνωριμία μου με τον τόπο, συνέπεσε να με ακούσει ο Χρήστος Λαμπράκης, ένας σημαντικότατος άνθρωπος για την κλασική μουσική, ο οποίος με κάλεσε αμέσως για παραστάσεις στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Η επιτυχία ήταν τεράστια, αυτό που αποκαλούμε full house. Ακολούθησε το θέατρο της Επιδαύρου και έπειτα από αυτές τις εμπειρίες συνειδητοποίησα ότι ήμουν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, όταν βρισκόμουν στην Ελλάδα», δηλώνει.

Τι είναι, όμως, αυτό που τον δένει τόσο έντονα με τη χώρα μας; Ο ίδιος δίνει μια απάντηση που ξεπερνά την απλή αναφορά στην ομορφιά του ελληνικού τοπίου και αναδεικνύει τη σημασία του πολιτισμού και της ιστορικής μνήμης.

«Η Ελλάδα μου προσφέρει, πρώτα απ’ όλα, μια εξαιρετική κουλτούρα», αναφέρει. «Πολλοί άνθρωποι θα σας πουν: Αχ, λατρεύω την Ελλάδα, είναι μια όμορφη χώρα. Εγώ θα σας πω κάτι ίσως που θα σας εκπλήξει: αγαπώ τη χώρα, αλλά αγαπώ επίσης τον ελληνικό λαό. Είναι ένας λαός που για μένα, παγκοσμίως, διατηρεί ακόμα ένα πολύ ισχυρό αίσθημα ελευθερίας, το οποίο δυστυχώς εξαφανίζεται όλο και περισσότερο».

Ο Λεφέβρ δεν παραγνωρίζει τις δυσκολίες της εποχής, επιμένει όμως ότι η ιστορική κληρονομιά της χώρας εξακολουθεί να δίνει δύναμη και να διαμορφώνει την ταυτότητά της.

«Σήμερα, τουλάχιστον 30 από τις συνθέσεις μου είναι εντελώς και απολύτως αφιερωμένες στην αγάπη μου για την Ελλάδα», επισημαίνει. «Βρισκόμαστε σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για την ανθρωπότητα και ξέρω ότι για πολλούς από τους Έλληνες φίλους μου η ζωή δεν είναι εύκολη. Αλλά μου φαίνεται παρ’ όλα αυτά ότι η ισχυρή κληρονομιά της ιστορίας της Ελλάδας έχει μεταδοθεί από γενιά σε γενιά. Η αγάπη μου για τον ελληνικό πολιτισμό πηγαίνει πολύ πίσω, πάντα ήμουν θαυμαστής. Είμαι πάντα πεπεισμένος ότι η Ελλάδα πρέπει να είναι θεμελιωδώς ελεύθερη και ότι οι Έλληνες δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουν ποιοι είναι και από πού προέρχονται».

Η Ελλάδα δεν είναι, λοιπόν, μόνο ένας τόπος επιστροφής για τον διεθνούς φήμης πιανίστα, αλλά και μια σταθερή πηγή δημιουργικής έμπνευσης. Συνθέσεις όπως ο «Ήλιος» και το «Φιλότιμο» αποτυπώνουν αυτή τη σχέση. Θα μπορούσε κάποια από αυτές να ακουστεί ως encore στη συναυλία της 1ης Νοεμβρίου;

«Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που θα ήθελαν να γίνει ένα ρεσιτάλ μόνο με τις συνθέσεις μου στο Μέγαρο, να με δουν στο πιάνο, να ερμηνεύω αυτές τις συνθέσεις, όπως το Ήλιος ή την τελευταία που έγραψα για την Ελλάδα, το Φιλότιμο. Όμως θεωρώ επίσης πως και η συναυλία της 1ης Νοεμβρίου είναι μια συναυλία που, κατά τη γνώμη μου, είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα, επειδή ο Τζορτζ Γκέρσουιν είναι πιθανώς ο μόνος κλασικός συνθέτης που κατάφερε, με πάρα μα πάρα πολύ ραφινάρισμα, να ενσωματώσει την τζαζ στη μουσική του», σημειώνει.

Η επιλογή του προγράμματος δεν είναι τυχαία. Ο Λεφέβρ θεωρεί το «Κοντσέρτο για πιάνο σε φα» ένα από τα κορυφαία έργα για πιάνο, ενώ αναγνωρίζει στη «Γαλάζια ραψωδία» μια σπάνια ικανότητα να επικοινωνεί άμεσα με το κοινό.

Το πρόγραμμα συμπληρώνεται από τους Συμφωνικούς χορούς του West Side Story του Μπέρνσταϊν, έργο που, όπως και η μουσική του Γκέρσουιν, δείχνει ότι η αμερικανική μουσική δημιουργία δεν περιορίζεται στην ποπ κουλτούρα.

«Είναι ένα πρόγραμμα που, κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ καλό, επειδή, ξέρετε, όταν βλέπουμε λίγο όλα όσα συμβαίνουν σε μουσικό επίπεδο – ιδίως σε ό,τι αφορά την ποπ μουσική – συχνά οι άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ταυτίζονται με την ποπ πλευρά της μουσικής, ενώ αντίθετα ανέδειξαν και πολύ, πολύ μεγάλους συνθέτες, διότι και το West Side Story του Μπέρνσταϊν είναι επίσης ένα αριστούργημα. Επομένως, ελπίζω ότι θα είναι μια συναυλία που ο κόσμος θα αγαπήσει», δηλώνει.

Η συζήτηση περνά στους Έλληνες συνθέτες που εκτιμά. «Είμαι εραστής του Βάγκνερ και αυτό που με γοήτευε πάντα, ήταν αυτός ο μεγάλος Έλληνας συνθέτης, ο Καλομοίρης, ο οποίος έκανε σχεδόν μια τετραλογία ως φόρο τιμής στον Βάγκνερ. Υπάρχει κι ο Νέστορας Ταίηλορ, για τον οποίο τρέφω πολύ θαυμασμό», παραδέχεται.

Η αναγνώριση αυτή συνοδεύεται, ωστόσο, από έντονη κριτική για τις περιορισμένες ευκαιρίες που έχουν οι σύγχρονοι Έλληνες δημιουργοί: «Δυστυχώς, οι πολύ ταλαντούχοι Έλληνες συνθέτες αυτή τη στιγμή, που θέλουν να δημιουργήσουν μουσική- που δεν είναι ποπ μουσική, δεν έχουν καμία απολύτως πλατφόρμα. Ούτε κι οι εκάστοτε κυβερνήσεις δίνουν την ευκαιρία σε αυτούς τους νέους συνθέτες να ακουστούν. Παίζονται στα γρήγορα και κανείς δεν τους προσέχει, αλλά μπορώ να σας εγγυηθώ ότι υπάρχουν πάρα πολλοί νέοι Έλληνες συνθέτες που το μόνο που ονειρεύονται είναι να παιχτούν τα έργα τους».

Στο ίδιο πλαίσιο, περιγράφει μια μουσική βιομηχανία που επιβραβεύει την ταχύτητα και την ένταση, χωρίς να εγγυάται αντίστοιχο βάθος. «Η βιομηχανία –επειδή τώρα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη βιομηχανία– φροντίζει ώστε να προωθούνται διάφοροι πιανίστες, που εμφανίζονται στη σκηνή, παίζουν γρήγορα, παίζουν δυνατά, αλλά δεν έχουν απολύτως τίποτα να πουν», τονίζει.

Αντιπαραθέτει σε αυτή την τάση τις ερμηνείες που, κατά την άποψή του, δημιουργούν ουσιαστική πνευματική επικοινωνία με τον ακροατή: «Όταν ακούμε ορισμένους δίσκους, φερ’ ειπείν τις Μπαλάντες του Μπραμς με τον Μικελάντζελι σε φεστιβάλ στην Ιταλία πριν πεθάνει, αυτό είναι μια πνευματική κοινωνία, είναι ένα μήνυμα που μεταδίδει. Το ίδιο με τον Ντινού Λιπάτι ή τον Γερμανό αρχιμουσικό Χανς Κνάπερτσμπους να διευθύνει τον Πάρσιφαλ στο Μπαϊρόιτ». Για τον ίδιο, αυτές οι μουσικές εμπειρίες δείχνουν ότι η τέχνη μπορεί να μεταφέρει μήνυμα πέρα από την τεχνική αρτιότητα.

Η ανησυχία του για την απώλεια αυτής της πνευματικής διάστασης συνδέεται και με τις εξελίξεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο Λεφέβρ βλέπει έναν πραγματικό κίνδυνο για τους δημιουργούς, καθώς συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης μπορούν πλέον να παράγουν μουσική μιμούμενα το ύφος μεγάλων συνθετών.

«Είναι ένας πραγματικός κίνδυνος, με τον οποίο είμαστε ήδη αντιμέτωποι», προειδοποιεί, αναφερόμενος στη χρήση τέτοιων συστημάτων από δισκογραφικές εταιρείες. «Λένε, για παράδειγμα: Συνθέστε μου ένα δεύτερο μέρος από κοντσέρτο για πιάνο στο στυλ του Μότσαρτ».

Εκφράζει, παράλληλα, την ανησυχία του για τις νομικές διαμάχες που αφορούν τη χρήση μουσικών θεμάτων σε διαφημίσεις και τηλεοπτικές παραγωγές χωρίς την αντίστοιχη αμοιβή των δημιουργών. «Δεν θέλω να φαίνομαι πεσιμιστής στο τηλέφωνο, αλλά δεν είμαι πραγματικά αισιόδοξος για την κατεύθυνση που παίρνει η κοινωνία μας», επισημαίνει.

Πίσω από αυτές τις ανησυχίες βρίσκεται μια ευρύτερη αντίληψη για τον ρόλο του πολιτισμού και της πνευματικότητας. Ο Λεφέβρ παρατηρεί με προβληματισμό τις κοινωνικές εντάσεις και την απογοήτευση των νέων, θεωρώντας ότι η σύγχρονη κοινωνία έχει παραμερίσει μια θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη.

«Η κοινωνία έχει κάνει ένα τεράστιο λάθος, τεράστιο λάθος: ξέχασε ότι ο πληθυσμός, ότι η ανθρωπότητα, για να επιβιώσει, έχει μια θεμελιώδη ανάγκη πνευματικότητας. Και η πνευματικότητα δεν συνδέεται απαραίτητα με τη θρησκεία –και προσέξτε, το λέω αυτό–, αλλά η πνευματικότητα είναι κάτι που κάνει την κοινωνία να προχωρά», τονίζει.

Η κριτική του στρέφεται σε έναν κόσμο όπου η οικονομική ισχύς τείνει να καθορίζει την αξία του ανθρώπου: «Σήμερα, τα πάντα είναι πλέον χρηματικοποιημένα. Η αξία ενός ανθρώπου δεν είναι αυτό που είναι, αλλά τα χρήματα που διαθέτει».

Παρά τη βαθιά ανησυχία του, ο πιανίστας δεν εγκαταλείπει την ελπίδα ότι η νέα γενιά θα μπορέσει να επαναφέρει στο προσκήνιο την παιδεία, την τέχνη και την ιστορική γνώση: «Το μέλλον βρίσκεται στα χέρια μιας γενιάς και ελπίζω ότι θα συνειδητοποιήσει, ότι θα καταλάβει πως η αξία ενός ανθρώπου είναι πραγματικά η εκπαίδευση, είναι η δυνατότητα πρόσβασης στην τέχνη, στην ιστορία».

Στο άλμπουμ του, «Consolation», όπως και στις συνθέσεις του, ο Λεφέβρ επιχειρεί να εκφράσει αυτή την ανάγκη επιστροφής σε ουσιαστικότερες ανθρώπινες αξίες. «Υπάρχει ένα κενό στην ανθρωπότητά μας που είναι επικίνδυνο κι εγώ, με τις συνθέσεις μου, με τον δίσκο μου Consolation, θέλησα να εκφράσω, αν θέλετε, πολύ μετριόφρονα το γεγονός ότι για μένα υπάρχουν δύο σημαντικές αξίες στη ζωή: η αγάπη και η ανεκτικότητα», καταλήγει.

Γιώργης – Βύρων Δάβος

Πηγή – Φωτό: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Loading

Play