Υπάρχει μια λέξη που τους τελευταίους μήνες έχει γίνει σχεδόν μόνιμη στο πολιτικό λεξιλόγιο: καθημερινότητα. Και δεν είναι τυχαίο.
Αν κάποιος μελετήσει τις δημοσκοπήσεις, θα διαπιστώσει ότι η ακρίβεια, η οικονομία και γενικότερα τα προβλήματα που οι πολίτες αντιμετωπίζουν στην καθημερινή τους ζωή βρίσκονται σταθερά στην κορυφή. Άρα το μήνυμα των δημοσκοπήσεων είναι ξεκάθαρο: ο επόμενος που θα κυβερνήσει τη χώρα θα πρέπει να πείσει ότι μπορεί να κάνει τη ζωή των πολιτών καλύτερη.
Εδώ όμως αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί η καθημερινότητα δεν είναι ίδια για όλους, έχει διαφορετικό νόημα για τον καθένα. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να λάβει υπόψη της η (όποια) κυβέρνηση όταν σχεδιάζει την πολιτική της για το επόμενο διάστημα.
Γιατί όταν λέμε «θα βελτιώσουμε την καθημερινότητα του πολίτη», τι ακριβώς εννοούμε; Την ακρίβεια στο σούπερ μάρκετ; Το κόστος της στέγασης; Το κόστος λειτουργίας μιας μικρής επιχείρησης; Τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις; Το κόστος για μια οικογένεια με παιδιά; Την αδυναμία ενός συνταξιούχου να βγάλει τον μήνα; Την έλλειψη χρόνου μιας γυναίκας που δουλεύει, μεγαλώνει παιδιά, φροντίζει το σπίτι και προσπαθεί να τα προλάβει όλα; Όλα αυτά είναι καθημερινότητα. Αλλά δεν είναι η ίδια καθημερινότητα για όλους.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική δυσκολία. Ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας και ο ελεύθερος επαγγελματίας μπορεί να ακούει «ακρίβεια» και να σκέφτεται πρώτα το κόστος λειτουργίας της δουλειάς του, τις εισφορές, τη φορολογία, τους προμηθευτές και το τι θα του μείνει στο τέλος του μήνα. Μια γυναίκα με παιδιά μπορεί να ακούει ακριβώς την ίδια λέξη και να σκέφτεται το σούπερ μάρκετ, τα σχολικά, τις μετακινήσεις, τις δραστηριότητες των παιδιών, το σπίτι και κυρίως τον χρόνο που δεν φτάνει. Ο συνταξιούχος πάλι μπορεί να σκέφτεται κάτι πολύ πιο απλό. Πώς θα φτάσει το εισόδημά του μέχρι την επόμενη σύνταξη. Άρα η ίδια λέξη περιγράφει διαφορετικές πραγματικότητες. Και αυτό δεν πρέπει να είναι λεπτομέρεια για την πολιτική. Είναι η ουσία της πολιτικής.
Γιατί αν η κυβέρνηση αντιμετωπίσει την «καθημερινότητα» σαν ένα ενιαίο πρόβλημα, κινδυνεύει να δώσει μια ενιαία λύση σε προβλήματα που δεν είναι ενιαία. Και τότε μπορεί να συμβεί κάτι ακόμη χειρότερο. Να ανακοινώσει μέτρα που δημοσιονομικά κοστίζουν πολύ, αλλά πολιτικά να μην αλλάξουν σχεδόν τίποτα. Γιατί μπορεί να βοηθήσουν μια κατηγορία πολιτών και να αφήσουν σχεδόν αδιάφορη μια άλλη.
Ας μην ξεχνάμε ότι αυτό ακριβώς θα είναι ένα από τα μεγάλα πολιτικά στοιχήματα της φετινής ΔΕΘ. Τον Σεπτέμβριο ο πρωθυπουργός αναμένεται να παρουσιάσει τις κυβερνητικές προτεραιότητες και τα μέτρα που θα επιχειρήσουν να απαντήσουν στην ακρίβεια, στην οικονομική πίεση και γενικότερα στα προβλήματα της καθημερινότητας. Και εδώ θα έχει ενδιαφέρον κάτι πολύ περισσότερο από το ύψος των μέτρων. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς έχει αντιληφθεί ο πρωθυπουργός την καθημερινότητα.
Την έχει δει ως ένα ενιαίο κοινωνικό πρόβλημα; Ή έχει καταλάβει ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές καθημερινότητες και επομένως χρειάζονται διαφορετικές παρεμβάσεις; Γιατί το δεύτερο είναι το σωστό. Χρειάζεται να ξέρεις ποιος πιέζεται περισσότερο, από τι πιέζεται και ποια παρέμβαση μπορεί πραγματικά να αλλάξει την καθημερινότητά του. Και εδώ οι δημοσκοπήσεις μπορούν να βοηθήσουν πολύ. Όχι μόνο με την ερώτηση «ποιο είναι το σημαντικότερο πρόβλημα;». Αυτή την απάντηση την ξέρουμε πλέον. Είναι η ακρίβεια και η οικονομία. Τι σημαίνει ακρίβεια για τον καθένα; Ποιο μέρος του εισοδήματος πάει στην κατανάλωση; Ποιος δυσκολεύεται περισσότερο από τη στέγαση; Ποιος από τις ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις; Ποιος από το κόστος των παιδιών; Ποιος από το κόστος της ενέργειας; Ποιος απλώς δεν μπορεί να αποταμιεύσει τίποτα και ζει από μήνα σε μήνα;
Και υπάρχει και μια ακόμη παράμετρος. Η κυβέρνηση μπορεί να ανακοινώσει ότι η οικονομία βελτιώνεται. Μπορεί να παρουσιάσει αυξήσεις εισοδημάτων, μειώσεις φόρων ή άλλα μέτρα. Όλα αυτά έχουν τη σημασία τους. Αλλά στο τέλος υπάρχει η απλή ερώτηση: Ο πολίτης αισθάνεται ότι η δική του καθημερινότητα έγινε καλύτερη; Γιατί μπορεί οι δείκτες να βελτιώνονται και η κοινωνική αίσθηση να μην ακολουθεί. Και αυτό ακριβώς καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις. Σε πρόσφατη μέτρηση, μόλις 11% δήλωσε ότι η καθημερινότητά του είναι σήμερα καλύτερη από το 2019, ενώ 63% τη θεωρεί χειρότερη. Όχι γιατί σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν έχει κάνει τίποτα. Αλλά γιατί σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν μεταφράζει αυτά που έχουν γίνει σε βελτίωση της δικής του ζωής.
Και εδώ επιστρέφουμε στη ΔΕΘ. Ο πρωθυπουργός θα πρέπει να αποφασίσει αν θα μιλήσει στην κοινωνία ως σύνολο ή αν θα μιλήσει σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες με διαφορετικές ανάγκες. Το δεύτερο είναι πιο δύσκολο. Αλλά πιο αποτελεσματικό. Ο κάθε ένας από εμάς περιμένει να ακούσει κάτι που θα λύνει το πρόβλημα της δικής του καθημερινότητας. Γιατί ο μικρομεσαίος δεν ζητά απαραίτητα το ίδιο πράγμα με τον συνταξιούχο. Η οικογένεια με παιδιά δεν έχει τις ίδιες ανάγκες με έναν ελεύθερο επαγγελματία. Και ο ελεύθερος επαγγελματίας δεν αντιμετωπίζει την οικονομία με τον ίδιο τρόπο που την αντιμετωπίζει ένας μισθωτός. Άρα το ζητούμενο δεν είναι απλώς περισσότερα μέτρα. Είναι σωστά μέτρα για τους σωστούς ανθρώπους.
Αυτή η ΔΕΘ είναι η τελευταία πριν από τις εκλογές. Λίγη σημασία έχει το πόσα θα δώσει ή τα πόσα δεν θα πάρει. Σημασία έχει να δείξει ότι έχει καταλάβει ποιοι και πόσα δικαιούνται να πάρουν, με βάση τι έχουν στερηθεί τα τελευταία χρόνια της κρίσης ή έχουν συμβάλει περισσότερο από όσο τους αναλογεί κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Πρώτα λοιπόν να καταλάβει (να αναγνωρίσει τα λάθη της και τις υπερβολές της) και μετά να δώσει! Η αναγνώριση των λαθών της και των υπερβολών της είναι ένα βήμα για την οικοδόμηση μιας νέας εμπιστοσύνης μεταξύ κυβέρνησης και εκλογικού σώματος.
![]()
