Στις 29 Αυγούστου οι πολίτες της Ισλανδίας καλούνται να αποφασίσουν αν η χώρα θα επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την προοπτική ένταξης της χώρας στην Ένωση.
Το ερώτημα που θα τεθεί στο δημοψήφισμα είναι ξεκάθαρο: «Πρέπει η Ισλανδία να επαναλάβει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση;»
Το μικρό βορειοατλαντικό κράτος, με πληθυσμό περίπου 400.000 κατοίκους, διατηρεί ήδη στενούς δεσμούς με την Ε.Ε., καθώς συμμετέχει στη Ζώνη Σένγκεν και στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, χωρίς ωστόσο να αποτελεί κράτος-μέλος της Ένωσης.
Η Ισλανδία είχε ξεκινήσει επίσημες διαπραγματεύσεις ένταξης με τις Βρυξέλλες το 2009, σε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής κρίσης. Ωστόσο, οι συνομιλίες ανεστάλησαν το 2013, όταν η οικονομία της χώρας ανέκαμψε και προέκυψαν έντονες διαφωνίες με την Ε.Ε. γύρω από το ζήτημα των αλιευτικών δικαιωμάτων.
Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν υποστήριξαν ότι οποιαδήποτε επιστροφή στη διαδικασία ένταξης θα πρέπει να εγκριθεί από τους πολίτες μέσω δημοψηφίσματος. Μετά τις εκλογές του 2024, η νέα κυβέρνηση συνασπισμού συμφώνησε να πραγματοποιηθεί η σχετική ψηφοφορία έως το 2027.
Η νέα αυτή συζήτηση για τη θέση της Ισλανδίας στην Ευρώπη ενισχύθηκε και από τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τη Γροιλανδία, την οποία έχει επανειλημμένα εκφράσει την πρόθεσή του να αποκτήσει. Οι κινήσεις αυτές προκάλεσαν προβληματισμό στο Ρέικιαβικ και επανέφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα των διεθνών συμμαχιών της χώρας.
«Καθώς ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία συνεχίζεται και ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός στην Αρκτική εντείνεται, η Ισλανδία βρίσκεται μπροστά σε ένα στρατηγικό σταυροδρόμι», επισημαίνουν αναλυτές του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πολιτικής (EPC).
Σύμφωνα με τους ίδιους, η αμφισβήτηση της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες, η αβεβαιότητα γύρω από τη στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Ευρώπη και οι εντάσεις γύρω από τη Γροιλανδία έχουν οδηγήσει την Ισλανδία σε μια νέα αξιολόγηση της σχέσης της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, το ζήτημα της αλιείας εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία διαφωνίας.
Τα επιχειρήματα της καμπάνιας υπέρ της ένταξης
Οι υποστηρικτές του «Ναι» υποστηρίζουν ότι η Ισλανδία ήδη εφαρμόζει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής νομοθεσίας μέσω της συμμετοχής της στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει άμεσα τις αποφάσεις που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες.
Παράλληλα, θεωρούν ότι η ένταξη στην Ε.Ε. θα μπορούσε να προσφέρει οικονομικά οφέλη, όπως μεγαλύτερη νομισματική σταθερότητα μέσω της πιθανής υιοθέτησης του ευρώ, αλλά και ισχυρότερη γεωπολιτική θέση σε μια περίοδο αυξανόμενων διεθνών εντάσεων.
Οι υποστηρικτές της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας επικαλούνται επίσης την κρίση γύρω από τη Γροιλανδία, υποστηρίζοντας ότι μια στενότερη σχέση με την Ε.Ε. θα ενίσχυε την ασφάλεια και τη διεθνή επιρροή της Ισλανδίας.
Τα επιχειρήματα της καμπάνιας κατά της ένταξης
Η πλευρά του «Όχι» δίνει έμφαση στην προστασία της εθνικής κυριαρχίας, υποστηρίζοντας ότι η ένταξη στην Ε.Ε. θα μπορούσε να περιορίσει τον έλεγχο της χώρας σε κρίσιμους τομείς, όπως η αλιεία, η γεωργία και η διαχείριση των φυσικών της πόρων.
Οι πολέμιοι της ένταξης ασκούν επίσης κριτική στη γραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υποστηρίζουν ότι η σημερινή σχέση μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου επιτρέπει στην Ισλανδία να έχει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά χωρίς να χρειάζεται να παραχωρήσει μέρος της ανεξαρτησίας της στη λήψη αποφάσεων.
Αμφίρροπη μάχη με μακρύ δρόμο μετά το «Ναι»
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η κοινωνία της Ισλανδίας παραμένει διχασμένη και το αποτέλεσμα αναμένεται να κριθεί οριακά.
Ακόμη όμως και σε περίπτωση επικράτησης του «Ναι», η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα είναι άμεση. Η χώρα θα πρέπει πρώτα να ολοκληρώσει εκ νέου τις διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες και στη συνέχεια να προχωρήσει σε νέο δημοψήφισμα για την τελική έγκριση της ένταξης.
Ωστόσο, λόγω της ήδη στενής θεσμικής σύνδεσης της Ισλανδίας με την Ε.Ε., η διαδικασία θα μπορούσε να εξελιχθεί ταχύτερα σε σχέση με άλλες υποψήφιες χώρες.
![]()
