Στα μεγάλα ιστορικά κεφάλαια της Νεότερης Ιστορίας των Ελλήνων ανήκει η ηρωική αντίσταση του Ελληνικού Στρατού, με τη στήριξη του λαού, στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41. Τότε οι Έλληνες όχι μόνο απέκρουσαν τον αριθμητικά και υλικά υπέρτερο εισβολέα, αλλά τον οδήγησαν και σε ταπεινωτική ήττα.
Μέσα σε αυτό το έπος ξεχωρίζουν δύο καθοριστικές πολυήμερες μάχες: η απόκρουση της ιταλικής εισβολής στην Πίνδο και η μεγάλη Εαρινή Επίθεση των Ιταλών. Και στις δύο, πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν οι Θεσσαλοί, που πολέμησαν μέσα από τις μονάδες της Ι Μεραρχίας (Λαρίσης), δηλαδή το 4ο Σύνταγμα Λαρίσης, το 5ο Σύνταγμα Τρικάλων, το 2ο Σύνταγμα Βόλου, το 51ο Σύνταγμα Τρικάλων, το 52ο Σύνταγμα Λαρίσης και την Ταξιαρχία Ιππικού Λαρίσης.
Για τις μάχες αυτές, ο δρ Ιστορίας και μελετητής της πολεμικής δράσης των Θεσσαλών σε όλους τους πολέμους, Θεόδωρος Νημάς, στο βιβλίο του «Η συμμετοχή των Τρικαλινών στους εθνικούς αγώνες και οι πεσόντες υπέρ Πατρίδος», δίνει μια συγκλονιστική περιγραφή. Ο ίδιος, σε συνέντευξή μας, ανέφερε:
«Στη Μάχη της Πίνδου (28 Οκτωβρίου – 13 Νοεμβρίου 1940) η Ι Μεραρχία Θεσσαλίας ήταν εκείνη που αναχαίτισε στην αρχή και στη συνέχεια, με σκληρές μάχες, καταδίωξε τους Ιταλούς εισβολείς πέρα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Η απόκρουσή της ανέτρεψε τα σχέδια του Ιταλού δικτάτορα Μπ. Μουσολίνι για ταχεία προέλαση και κατάληψη της Ελλάδος. Επομένως, αυτό που ονομάζουμε Έπος της Πίνδου είναι ουσιαστικά Έπος των Θεσσαλών».
Η μάχη της Πίνδου και η απόκρουση της Ιταλικής Εισβολής ξεκίνησε στις 28 Οκτ. 1940, όταν η Ι Μεραρχία Θεσσαλίας βρέθηκε στην πρώτη γραμμή και ανέλαβε να συγκρατήσει την ιταλική πίεση στα κρίσιμα σημεία της Πίνδου. Τα τμήματα της μεραρχίας κινήθηκαν γρήγορα προς τα μέτωπα, ενώ οι διοικήσεις αναδιοργάνωσαν τις δυνάμεις τους μέσα σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες.
Πιο αναλυτικά, όπως τονίζει ο κ. Νημάς, η κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940 βρήκε το Ι και ΙΙ Τάγμα του 51ου ΣΠ Τρικάλων, με διοικητή τον ανχης Δημ. Μισύρη, μαζί με 1 λόχο προκαλύψεως, 1 διμοιρία πολυβόλων, 1 ουλαμό ιππικού, 1 ορειβατική πυροβολαρχία, 2 όλμους, 1 διμοιρία διαβιβάσεων και 1 λόχο ημιονηγών, δηλαδή το Απόσπασμα Πίνδου του Δαβάκη, στην προωθημένη αμυντική τοποθεσία της Πίνδου, στην περιοχή του Επταχωρίου Καστοριάς. Το ΙΙ Τάγμα του 5ου ΣΠ Τρικάλων, υπό τον Παπαβασιλείου, βρισκόταν στο Μέτσοβο από τις 4 Σεπ. 1940 και οργάνωνε αμυντικά τον αυχένα Κατάρας. Το Ι/4 Τάγμα Λαρίσης, με μία πυροβολαρχία, ήταν στο Ελευθεροχώρι Γρεβενών, ενώ το ΙΙ/52 Τάγμα κινήθηκε στις 28 Οκτ. από το Αμύνταιο προς το Νεστόριο Καστοριάς. Ολόκληρο το 52 ΣΠ, που βρισκόταν στον Τύρναβο, κινήθηκε στις 29 Οκτ. προς το Αμύνταιο και έφτασε στις 5 μ.μ., πριν μεταφερθεί με αυτοκίνητα στο Δοτσικό. Μετά τις αρχικές υποχωρητικές κινήσεις του Αποσπάσματος Δαβάκη, ο διοικητής της Ι Μεραρχίας, αντ/γος Βασ. Βραχνός, διατάχτηκε από το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας να μεταβεί αμέσως στο Επταχώρι και να αναλάβει τη διεύθυνση των επιχειρήσεων. Οι άλλες μονάδες της Ι Μεραρχίας, που υπάγονταν στο Β΄ ΣΣ με έδρα τη Λάρισα, προχώρησαν αμέσως σε επιστράτευση και ετοιμάστηκαν για το Μέτωπο της Πίνδου.
Στο 5ο ΣΠ, η προσέλευση των εφέδρων αξιωματικών και οπλιτών γινόταν «αθρόως και μετ’ ακράτου ενθουσιασμού». Η κατάταξη ολοκληρώθηκε σχεδόν το βράδυ της 30ής Οκτωβρίου, όμως υπήρχαν αρκετές ελλείψεις σε οπλισμό και γενικά ο ανεφοδιασμός ήταν ελλιπής, ενώ το ηθικό των ανδρών παρέμενε άριστο. Η εκπαίδευση των σκοπευτών αυτομάτων όπλων ήταν πολύ καλή και έδωσε αργότερα άριστα αποτελέσματα στις μάχες. Οι έφεδροι αξιωματικοί ήταν καλά εκπαιδευμένοι. Η έδρα του Β΄ ΣΣ μεταφέρθηκε στην Κοζάνη, με διοικητή τον αντγος Δημ. Παπαδόπουλος, και της Ι Μεραρχίας στο Επταχώρι.
Στις 31 Οκτ. το Ι/5 Τάγμα του Γούλα κινήθηκε προς Καλαμπάκα – Αγιόφυλλο – Γρεβενά – Σαμαρίνα. Το ίδιο δρομολόγιο ακολούθησε την επόμενη ημέρα η Διοίκηση του Συντάγματος και το ΙΙΙ/5 Τάγμα του Χειμαρριώτη.
Όταν το βράδυ της 30ής Οκτωβρίου έφτασε στο Επταχώρι, ο διοικητής της Ι Μεραρχίας βρήκε τα ελληνικά τμήματα σε διάλυση. Διέταξε να επισκευαστεί η γέφυρα του Επταχωρίου, που είχε ανατιναχτεί με διαταγή του Δαβάκη, να εγκατασταθεί φρουρά για να συλλαμβάνει τους φυγάδες, να ανασυγκροτήσουν τα τμήματά τους οι Κ. Δαβάκης και Αθ. Πανταζής και να συσταθεί Στρατονομία. Ζήτησε επίσης να αποσταλεί δικαστικός σύμβουλος. Αμέσως το κλίμα άλλαξε και επανήλθε πειθαρχία και τάξη στο στράτευμα. Σε σύσκεψη το απόγευμα της 31ης Οκτ., ο Βραχνός ανακοίνωσε την απόφασή του για αντεπίθεση του Ελληνικού Στρατού κατά της ιταλικής Μεραρχίας Τζούλια, που είχε ήδη εισχωρήσει βαθιά στην οροσειρά της Πίνδου, παρακάμπτοντας το Επταχώρι και την ελληνική γραμμή άμυνας. Ήταν η πρώτη ελληνική διαταγή για επιθετική ενέργεια. Ο Βραχνός διαίρεσε το Απόσπασμα Πίνδου σε τρεις διλοχίες.
Ήδη από τις 31 Οκτ. το ΙΙ/5 Τάγμα του Παπαβασιλείου, ακολουθώντας το δρομολόγιο Μέτσοβο – Βρυσοχώρι – Ελεύθερο, είδε από μακριά ιταλική φάλαγγα να κινείται προς το Παλιοσέλι. Κλήθηκε ο υπλγός Πανδής του ουλαμού πυροβολικού να βάλει κατά των Ιταλών. Οι βολές ήταν επιτυχείς, ο εχθρός αιφνιδιάστηκε και διασκορπίστηκε στο χωριό, ενώ η πορεία του σταμάτησε εκεί. Οι Έλληνες στρατιώτες πήραν το βάπτισμα του πυρός. Στις 3 Νοεμ. έφτασε στην περιοχή ο ανχης Μαρδ. Φριζής και ανέλαβε τη διοίκηση του Αποσπ. Αώου, στο οποίο εντάχθηκαν το ΙΙ/5 Τάγμα, το Τάγμα Κονίτσης και ο Ουλαμός ΠΒ των 105 Πανδή.
Ο κ. Νημάς αναφέρει ότι την 1η Νοεμ. 1940 εξαπολύθηκαν οι ελληνικές αντεπιθέσεις. Στον Γράμμο ενήργησε η διλοχία του ΙΙ/51 Τάγματος, με διοικητή τον ανχη Δημ. Μισύρη, στο Απόσπασμα Μισύρη. Κοντά στη Λυκορράχη συνέλαβε 130 αιχμαλώτους, ανάμεσά τους 3 αξιωματικούς, ενώ άλλοι 150 διασκορπίστηκαν στις ρεματιές και συνελήφθησαν αργότερα. Οι Έλληνες είχαν 50 νεκρούς και τραυματίες, μεταξύ των οποίων και ο Μισύρης, που έμεινε στο πεδίο της μάχης έως τη λήξη της το απόγευμα. Στο ύψωμα Τσούκα, στα όρια Φούρκας – Ζούζουλης, έδρασε διλοχία του Ι/4 Τάγματος, ενισχυμένη με 2 διμοιρίες πολυβόλων και 1 ορεινή πυροβολαρχία, υπό τον Ι. Καραβία. Ο διοικητής της Ι Μεραρχίας, Β. Βραχνός, εγκαταστάθηκε στον Άι-Λια Επταχωρίου. Η μάχη της Τσούκας ήταν λυσσώδης. Οι Έλληνες την κατέλαβαν με διαδοχικές επιθέσεις και αντεπιθέσεις, αλλά και με εφ’ όπλου λόγχη, πληρώνοντας βαρύ τίμημα. Μεταξύ των νεκρών ήταν ο Ρόδιος υπλγός Αλέξ. Διάκος και ο έφ. ανθλγός Ελευθ. Ντάσκας από τον Πλάτανο (Βάνια) Τρικάλων, ο οποίος ήταν ο πρώτος έφεδρος αξιωματικός νεκρός του πολέμου. Και οι δύο θάφτηκαν στο νεκροταφείο της Ζούζουλης. Με καθυστέρηση κινήθηκε η διλοχία του σχη Δαβάκη με τις διμοιρίες Γ. Κουμπουρλή και Δ. Σπυρόπουλου. Μετά από σκληρή και φονική μάχη, κατά την οποία τραυματίστηκε βαριά στο στήθος ο Κουμπουρλής, οι Έλληνες κατέλαβαν το ύψωμα του Άι-Λια, υψ. 1250.
Αν και τα εδαφικά κέρδη ήταν μικρά, η σημασία των νικών αυτών ήταν πολύ μεγάλη. Σύμφωνα με την Ιστορία της Δ.Ι.Σ., «Η σθεναρά επιθετική στάσις της Ιης Μεραρχίας εβελτίωσε ριζικώς εντός εικοσιτετραώρου την όλην όψιν της δημιουργηθείσης καταστάσεως εις την περιοχήν της Πίνδου».
Στις 2 Νοεμ. το μεσημέρι, υπό περίεργες συνθήκες, τραυματίστηκε ο σχης Κ. Δαβάκης και μετακομίστηκε τη νύχτα στο Επταχώρι από τον Λαρισαίο έφ. ανθλγό Ν. Χατζηευθυμίου και στη συνέχεια στο Νοσοκομείο Κοζάνης, χωρίς από εκεί και πέρα να συμμετάσχει στις πολεμικές επιχειρήσεις. Τη διοίκηση του Νοτίου Συγκροτήματος, δηλαδή του Αποσπάσματος Πίνδου, ανέλαβε ο Ιω. Καραβίας, αντικαθιστώντας τον Κ. Δαβάκη, ενώ τη διοίκηση του 51 ΣΠ ανέλαβε ο ανχης Θεμ. Κετσέας. Σε αυτό εντάχθηκαν το Ι/2 και το Ι/4 Τάγματα, συγκροτώντας το Απόσπασμα Κετσέα. Την επομένη εξαπολύθηκε επίθεση στις ιταλικές θέσεις της Βόρειας Πίνδου. Ο υπλγός Δ. Σπυρόπουλος εξουδετέρωσε μόνος του εχθρικό πολυβολείο με χειροβομβίδες. Αιχμαλωτίστηκαν περίπου 300 Ιταλοί, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν στο δάσος και τις ρεματιές. Οι Έλληνες κατέλαβαν τα υψώματα Ρωμιός, Λευκάδια, Ταμπούρι, Γύφτισσα και Βούζιο. Οι Ιταλοί, αν και πολέμησαν γενναία, αποδείχθηκαν άπειροι στην εκ του συστάδην μάχη με εφ’ όπλου λόγχη, σε αντίθεση με τους Έλληνες που ήταν άριστα εκπαιδευμένοι σε αυτό το είδος πολέμου.
Η Ταξιαρχία Ιππικού, υπό τον σχη Σ. Δημάρατο, έφτασε στο Δοτσικό την 1η Νοεμ. Μία ίλη με τη διοίκησή της εγκαταστάθηκε στο ύψ. Σκούρτζα. Την επόμενη ημέρα έφτασε το 1ο Σύνταγμα Ιππικού, υπό τον ανχης Σ. Παπαθανασίου, και αμέσως άρχισε η επίθεση κατά τμημάτων της ιταλικής Μεραρχίας Τζούλια. Ως το βράδυ έφτασαν στην περιοχή και άλλα ελληνικά τμήματα: το ΙΙΙ/7 Τάγμα Πεζοναυτών, το ΙΙΙ/52 Τάγμα και ο ίδιος ο σωματάρχης Δημ. Παπαδόπουλος, ο οποίος από εκεί και πέρα διηύθυνε ο ίδιος τη μάχη της Πίνδου. Στις 3 Νοεμ. εξαπολύθηκε γενική επίθεση. Στις μάχες που ακολούθησαν, κατά τον επιτελάρχη του Β΄ ΣΣ Δημ. Μαχά, «οι πεδινοί της Θεσσαλίας νίκησαν τους ορεινούς των Άλπεων». Οι Έλληνες κατέλαβαν τα υψώματα Μπαλλή και Ρέντα και μπήκαν στη Σαμαρίνα, εκδιώκοντας τους Ιταλούς.
Η Μεραρχία «Τζούλια», παρά τις απώλειές της, διατηρούσε την κύρια δύναμή της, με 7 τάγματα, 12 πυροβόλα, 25 μεγάλους όλμους και 50 μικρούς, και κατευθυνόταν προς το Μέτσοβο, που ήταν ο αντικειμενικός της σκοπός για να αποκόψει τον δρόμο Τρικάλων – Ιωαννίνων. Στις 2 Νοεμ. η εμπροσθοφυλακή της είχε μπει στο Δίστρατο και την επόμενη ημέρα στη Βωβούσα, μόλις δύο ώρες από το Μέτσοβο. Εκεί βρέθηκε ο 3ος Λόχος του 51 ΣΠ, με διοικητή τον Παπή, που είχε συμπτυχθεί από τον Γράμμο, και προέβαλε αντίσταση καθυστερώντας την. Λίγο αργότερα έφτασαν και τμήματα της Μεραρχίας Ιππικού Σερρών από το Μέτσοβο, μαζί με το ΙΙ/4 Τάγμα Λαρίσης. Από τις 5 Νοεμ. το Ι/5 Τάγμα Τρικάλων είχε εμπλακεί και αυτό σε σκληρό αγώνα κοντά στο Δίστρατο, ενώ το ΙΙΙ/5 Τάγμα κινήθηκε προς Γομάρα και μπήκε στη μάχη στις 7 Νοεμ. Το Ι/7 Τάγμα Πεζοναυτών Χαλκίδας είχε κινηθεί ήδη προς το Μέτσοβο. Στις 4 Νοεμ. η Μεραρχία «Τζούλια» βρέθηκε ανάμεσα σε δύο πυρά και η πορεία της ανακόπηκε οριστικά. Το μεσημέρι άρχισε να υποχωρεί, αφήνοντας 35 νεκρούς, ανάμεσά τους έναν αξιωματικό. Από τις 5 έως τις 8 Νοεμ. οι Ιταλοί αμύνθηκαν σκληρά.
Τελικά, μέσω της κοιλάδας του Αώου, υποχώρησαν εσπευσμένα και άτακτα, με την υποστήριξη της αεροπορίας τους, που τους κάλυπτε από τα ελληνικά πυρά και τους εφοδίαζε με τρόφιμα. Τους καταδίωξε το Απόσπασμα Ε. Χατζηφόρου, διοικητή του 4ου ΣΠ Λαρίσης, και το ΙΙ/5 Τάγμα Τρικάλων, που βρέθηκε στον δρόμο τους. Όπως έγραψε ο υπερασπιστής του Υψώματος 731, τχης Δημ. Κασλάς, «Την 11ην Νοεμβρίου ο εχθρός συνεχίζει την άτακτόν του υποχώρησιν, εγκαταλείπει σχεδόν όλα τα υλικά του και αυτά ακόμη τα Πυροβόλα. Τμήματα Ιππικού προχωρούν, τους προλαμβάνουν, διότι οι πεζοί δεν μπορούν να τους παρακολουθήσουν και συλλαμβάνουν πολλούς αιχμαλώτους, οι οποίοι έχουν χάσει τελείως το ηθικόν τους […]. Οι Ιταλοί συνεχίζουν την υποχώρησίν των και κατευθύνονται εν σπουδή εις τα Β. υψώματα της Κονίτσης, τα οποία οργανώνουν δι’ αντίστασιν».
Ο αείμνηστος Θεσσαλός δημοσιογράφος Λάζαρος Αρσενίου, που έλαβε μέρος στον πόλεμο ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, έγραφε ότι «στην Πίνδο πολεμούν Θεσσαλοί κατά 90%». Στα συντάγματα πεζικού 2ο Βόλου, 4ο Λαρίσης, 5ο Τρικάλων, στην Ταξιαρχία Ιππικού και στις μονάδες του πυροβολικού υπηρετούσαν Θεσσαλοί. Μαζί τους πολεμούσαν πεζοναύτες του 7ου Συντάγματος Χαλκίδας και λίγοι προεπιστρατευμένοι Εφτανησιώτες και Πελοποννήσιοι στα συντάγματα 51ο Τρικάλων και 52ο Λαρίσης. Από τους Θεσσαλούς, τουλάχιστον 25% ήταν Βλάχοι, καταγόμενοι από την Πίνδο, που την γνώριζαν πολύ καλά. Οι υπόλοιποι είχαν επίσης δεσμούς με τα βουνά, αφού η περιοχή τους είναι κατά 64% ορεινή.
Και ο επιτελάρχης του Β΄ ΣΣ Δημ. Μαχάς μίλησε με ιδιαίτερα θερμά λόγια για τους Θεσσαλούς μαχητές: «Η Τζούλια εθεωρείτο η καλύτερη μονάδα του ιταλικού στρατού. Είχε όλα τα εφόδια για ορεινό αγώνα. Οι στρατιώτες της κατάγονταν από τις Άλπεις και ήταν ειδικά εκπαιδευμένοι για ορεινό αγώνα. Την επίλεκτη αυτή μονάδα κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν Θεσσαλοί, που οι περισσότεροι ήταν πεδινοί και χωρίς τα κατάλληλα εφόδια. Αλλά “ την έκαναν καλά”. Ο Θεσσαλός στρατιώτης είναι εκλεκτός. Μας άρεσε πολύ. Είχα ξαναπολεμήσει με Θεσσαλούς και μάλιστα τσολιάδες, όπως και με Στερεοελλαδίτες, Πελοποννησίους και άλλους. Ο Θεσσαλός στρατιώτης είναι πολύ πειθαρχικός, πολύ υπομονετικός και δείχνει μεγάλη αντοχή στην πείνα και στις κακουχίες του πολέμου. Ανεβαίνει και στις δυσπρόσιτες κορφές. Στην Πίνδο οι πεδινοί της Θεσσαλίας νίκησαν τους ορεινούς της Ιταλίας».
Με τη νικηφόρα για τους Έλληνες Μάχη της Κόνιτσας (14-15 Νοεμβρίου), οι Ιταλοί εκδιώχθηκαν από το ελληνικό έδαφος και στη συνέχεια ο πόλεμος συνεχίστηκε μέσα στη Βόρεια Ήπειρο, με διαδοχικές νίκες των Ελλήνων.
Αποστόλης Ζώης
* Στη φωτογραφία ο δρ ιστορίας κ. Νημάς – Φωτογραφία
![]()
