Το τραγούδι στην Κατοχή και την Αντίσταση: οι ειδικοί που φωτίζουν τον ρόλο του μέσα στη σκοτεινή εποχή

Το τραγούδι στην Κατοχή και την Αντίσταση: οι ειδικοί που φωτίζουν τον ρόλο του μέσα στη σκοτεινή εποχή

Το τραγούδι στην Κατοχή λειτούργησε ως προσωπική έκφραση, παρηγοριά και εργαλείο αντίστασης σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Με αφορμή τη συμβολή του στη ζωή των ανθρώπων εκείνα τα χρόνια, το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων μίλησε με ειδικούς για τον ρόλο του.

Το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, αποτίοντας φόρο τιμής σε εκείνη τη λιγότερο προβεβλημένη πλευρά της ελληνικής μουσικής παραγωγής, συζήτησε με ειδικούς ώστε να αναδείξει πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξαν στην περίοδο της Κατοχής οι μελωδίες που περνούσαν από στόμα σε στόμα σε πόλεις και χωριά, αλλά και εκείνες που ακούγονταν ως θούρια στα βουνά από τους μαχητές που πολεμούσαν τον εχθρό.

Στον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο μιλούν ο ιστορικός και καθηγητής στο ΕΚΠΑ Βαγγέλης Καραμανωλάκης και η λαϊκή ερμηνεύτρια Φωτεινή Βελεσιώτου. Ιδιαίτερη συμβολή έχει η Μαριάντζελα Χατζησταματίου, σοπράνο και ερευνήτρια, σύμβουλος σε μουσικά θέματα της Εβραϊκής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης, η οποία φωτίζει μια άγνωστη πτυχή του δράματος των Ελλήνων Εβραίων, που μέσω του τραγουδιού και της μουσικής έκφρασης αναζήτησαν ανακούφιση και απάγκιο μπροστά στον κίνδυνο.

«Η Κατοχή υπήρξε περίοδος εξαιρετικής ιστορικής πυκνότητας, με ανατροπές στην καθημερινότητα, πείνα, βία και θάνατο, καθώς και αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα. Η ανάγκη για ψυχαγωγία, συντροφικότητα και διαφυγή ήταν επιτακτική και είναι γνωστά τα αυτοσχέδια πάρτι της Κατοχής, οι συγκεντρώσεις σε σπίτια, οι παρέες που διασκέδαζαν σαν να μην υπήρχε αύριο. Σ’ αυτές τις συνθήκες το τραγούδι ήταν καθοριστικό, ως μέσο ψυχαγωγίας και συναισθηματικής έκφρασης, όχημα σάτιρας και σχολιασμού της σκληρής καθημερινότητας, αλλά και μια διέξοδος από τις δοκιμασίες της εποχής. Υπήρξε, όμως, και κάτι άλλο. Ήταν μέσο εμψύχωσης, πολιτικής κινητοποίησης και αντίστασης. Δημιουργούσε δεσμούς, διαμόρφωνε αισθήματα συμμετοχής και κοινής ταυτότητας. Ιδιαίτερα στην περίπτωση της Αντίστασης, το συλλογικό τραγούδι λειτούργησε ως συνεκτικό στοιχείο, εξέφρασε την ένταξη σε μια κοινότητα και τη συμμετοχή σε έναν κοινό αγώνα», μας εξηγεί ο κ. Καραμανωλάκης.

Για την κα Βελεσιώτου, η οποία πρόσφατα ερμήνευσε μελωδίες της εποχής εκείνης στο Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας», τα ρεμπέτικα της Κατοχής και της Αντίστασης είναι «ένα ζωντανό χρονικό μιας από τις πιο σκοτεινές αλλά και πιο ηρωικές περιόδους της πατρίδας μας. Εκφράζουν την πείνα, τη φτώχια, τον φόβο, τον πόνο, τα βάσανα, τις αγωνίες, αλλά ταυτόχρονα και το ανυπότακτο πνεύμα του ανθρώπου που παλεύει για την ελευθερία του».

Αλλά και για τους Σεφαραδίτες Εβραίους της Θεσσαλονίκης, όπως εξηγεί η κα Χατζησταματίου, «το τραγούδι γίνεται και πάλι αναπόσπαστο κομμάτι της ατομικής και συλλογικής εμπειρίας, μια φωνή που κρατά ζωντανή τη μνήμη και αποτυπώνει τις δοκιμασίες. Άλλοτε γίνεται μαρτυρία, άλλοτε καταφύγιο και πηγή δύναμης, άλλοτε πράξη αντίστασης, κρατώντας ζωντανή την ελπίδα και την ανάγκη για ελευθερία. Στα καταναγκαστικά έργα τραγουδούν το δράμα τους, καθώς οι ίδιοι άνθρωποι που πολέμησαν ηρωικά στην Αλβανία αφέθηκαν κατόπιν σκλάβοι στα κατά τόπους “κάτεργα”. Γι’ αυτό τραγουδούν στίχους σπαρακτικούς: “Στις κρύες νύχτες κι ως την αυγή/ θρηνήσαμε σαν τα μικρά παιδιά/ μέσα σε όνειρα αποπνιχτικά./ Σκάβουμε στη Λεπτοκαρυά./ Και το χώμα που σηκώνουμε και οι πέτρες οι βαριές/ είναι η μοναδική μας χόρταση”».

Όπως προσθέτει η ίδια: «Κάθε τραγούδι, κάθε στίχος γίνονται πράξη αντίστασης αφού τους κρατούν ζωντανούς και τους δίνουν δύναμη. Στο τέλος του πολέμου και πριν από την απελευθέρωση των στρατοπέδων από τον σοβιετικό στρατό, δίνεται εντολή εκτέλεσης όλων των κρατουμένων. Υπάρχουν μάλιστα μαρτυρίες Εβραίων (π.χ. του Μαρσέλ Νατζαρή, μέσα από το Άουσβιτς) που δηλώνουν “αποφασισμένοι να πεθάνουν σαν πραγματικοί Έλληνες, όπως ξέρει να πεθαίνει κάθε Έλληνας. […] Πεθαίνω ευχαριστημένος αφού ξέρω αυτή τη στιγμή ότι η Ελλάς μας είναι ελεύθερη. Η τελευταία μου λέξη θα είναι ζήτω η Ελλάς”».

Πολλά από εκείνα τα τραγούδια της εποχής —ίσως με εξαίρεση τα εμψυχωτικά αντιστασιακά θούρια, που πολλές φορές βασίζονταν σε στιχουργική μεταγραφή γνωστών μελωδιών— δεν ήταν δυνατόν τότε να δισκογραφηθούν. Είναι θαύμα το πώς κατόρθωνε εκείνη η παραγωγή να διαδοθεί και πέραν των κέντρων παραγωγής της.

«Συχνά ξεχνάμε τη σημασία της προφορικότητας», εξηγεί ο κ. Καραμανωλάκης. «Η ιστορία του τραγουδιού δεν ταυτίζεται με την ιστορία της δισκογραφίας. Σε συνθήκες πολέμου και λογοκρισίας, η διάδοση από στόμα σε στόμα αποκτούσε ιδιαίτερη βαρύτητα. Τα τραγούδια κυκλοφορούσαν στις γειτονιές, στις παρέες, στις συγκεντρώσεις, ακολουθώντας τις μετακινήσεις των ανθρώπων. Γνωστές μελωδίες αποκτούσαν νέους στίχους, προσαρμοσμένους στα γεγονότα και στις ανάγκες της εποχής. Έτσι, η προφορική διάδοση δεν υπερέβαινε απλώς τους περιορισμούς της εποχής: αποτελούσε και μια ζωντανή μορφή συλλογικής δημιουργίας, η οποία διαδιδόταν από στόμα σε στόμα» προσθέτει.

Από την πλευρά της, η κα Βελεσιώτου υπογραμμίζει ότι «ο βασικός λόγος που δεν τραγουδήθηκαν όσο τους άξιζε είναι ότι στα χρόνια της Κατοχής η δισκογραφία είχε σταματήσει εντελώς. Τα τραγούδια λοιπόν, δεν δισκογραφήθηκαν τότε που γράφτηκαν, αλλά ταξίδεψαν από στόμα σε στόμα».

Η κα Χατζησταματίου, αναφερόμενη στα σεφαραδίτικα ελληνικά τραγούδια της Κατοχής, προσθέτει και τον παράγοντα του εγκλεισμού και του τελικού Ολοκαυτώματος: «Στα στρατόπεδα υπήρχαν πολυάριθμες ορχήστρες με κάποιους από τους καλύτερους μουσικούς της ευρωπαϊκής ηπείρου. Στην καθημερινότητα των στρατοπέδων ζητούσαν από τους κρατούμενους, και ειδικά τους Έλληνες, να τραγουδούν. Οι Έλληνες τραγουδούσαν στα ελληνικά, σε στίχους όπως: “Την ελληνική μου την σημαία Θεέ μου, πώς την αγαπώ.. Την πατρίδα μου στους ξένους, μάνα, δεν την δίνω εγώ,/προτιμώ να σκοτωθώ”. Τα τραγούδια, ειδικά των στρατοπέδων είναι στην πλειοψηφία τους γραμμένα στα ελληνικά ενώ πολύ λίγα είναι στην εβραιοϊσπανική, με πολλούς επιζώντες να αφηγούνται πως “τα τραγούδια μας στη Θεσσαλονίκη ήταν στην εβραιοϊσπανική ενώ στο στρατόπεδο στην ελληνική, την οποία μιλούσαμε περισσότερο γιατί νιώθαμε ξενιτεμένοι. Η γλώσσα η ελληνική είναι ο δεσμός με την πατρίδα σου που νοσταλγείς”».

Βέβαια, ενώ κάποια χαρακτηριστικά κομμάτια έχουν παραμείνει δημοφιλή ακόμη και σήμερα, πολλά από τα τραγούδια της Κατοχής έχουν παραμείνει άγνωστα στο ευρύ κοινό. Είναι άραγε οι λόγοι συγκυριακοί ή έχουν άλλα αίτια; Ο κ. Καραμανωλάκης τονίζει πως «το ερώτημα παραπέμπει στον τρόπο συγκρότησης της συλλογικής μνήμης. Δεν διασώζονται όλα τα πολιτισμικά δημιουργήματα μιας εποχής ούτε αποκτούν την ίδια θέση στη μνήμη των επόμενων γενεών. Στην περίπτωση της Κατοχής, η μεταπολεμική ιστορία, ο Εμφύλιος, οι πολιτικές συγκρούσεις και οι μεταγενέστερες χρήσεις της αντιστασιακής μνήμης επηρέασαν αναμφίβολα τη διάδοση και τη διατήρηση των τραγουδιών».

Βέβαια, επισημαίνει, πως «ορισμένα τραγούδια συνδέθηκαν με εμβληματικά γεγονότα και συλλογικές εμπειρίες, επανεκτελέστηκαν και απέκτησαν μια δεύτερη ζωή, όπως η “Συννεφιασμένη Κυριακή” του Βασίλη Τσιτσάνη, που συνδέθηκε στη συλλογική μνήμη με τα χρόνια της Κατοχής, ενώ άλλα χάθηκαν μαζί με τους ανθρώπους και τις περιστάσεις που τα γέννησαν. Παράλληλα, πολλά από τα σατιρικά τραγούδια που είχαν γραφτεί δεν καταγράφηκαν ποτέ ή διασώθηκαν μόνο αποσπασματικά μέσα από προφορικές μαρτυρίες. Η αλλαγή των συνθηκών που τα γέννησαν συνέβαλε στη σταδιακή λήθη τους».

Για την κα Βελεσιώτου οι λόγοι ήσαν «πολιτικοί και κοινωνικοί». «Ή λόγω λογοκρισίας, πολλά από αυτά έμειναν στην άκρη. Είναι χρέος μας, κατά τη γνώμη μου, να τα φέρνουμε στο φως και να δίνουμε βήμα σε αυτά τα τραγούδια» σημειώνει.

Τραγούδια όπως αυτά της Κατοχής και της Αντίστασης έχουν μεγάλη σημασία τόσο για την ιστορική έρευνα, όσο και για τον μουσικό ερμηνευτή του μέλλοντος. Σε αυτό συμφωνεί κι ο κ. Καραμανωλάκης, ο οποίος υπογραμμίζει πως «για τον ιστορικό, τα τραγούδια αποτελούν πολύτιμα τεκμήρια της βιωμένης εμπειρίας. Οι στίχοι, οι μελωδίες και οι περιστάσεις της εκτέλεσής τους αποτυπώνουν φόβους, προσδοκίες, αξίες και συναισθήματα που δεν καταγράφονται πάντοτε στις “κλασικές” πηγές. Από την άλλη πλευρά, τα τραγούδια δεν αντανακλούν απλώς την πραγματικότητα, αλλά επιχειρούν και να τη διαμορφώσουν. Τα αντιστασιακά τραγούδια, λ.χ., επιχειρούσαν να εμψυχώσουν και να κινητοποιήσουν. Το τραγούδι ως ιστορική πηγή δεν μας ενδιαφέρει μόνο για τη μουσική ή τους στίχους του, αλλά και για τη διάδοσή του, τις επανεκτελέσεις του, τους χώρους όπου ακούστηκε, τις διασκευές του, με άλλα λόγια τις πολλαπλές ζωές του. Και εδώ βρίσκεται ίσως η ιδιαίτερη δύναμη του τραγουδιού: μέσα σε λίγα λεπτά μπορεί να συμπυκνώσει τις εμπειρίες και τα συναισθήματα μιας ολόκληρης εποχής, να συνδεθεί με τις ζωές των ανθρώπων, να τις σημαδέψει και, πολλές φορές, να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της προσωπικής και συλλογικής τους ιστορίας».

Σε αυτό συγκλίνει κι η κα Βελεσιώτου: «Τα τραγούδια αυτά αποτελούν έναν πολύτιμο θησαυρό. Στην Ιστορία του ρεμπέτικου σηματοδοτούν τη στιγμή που το είδος αυτό πέρασε από το περιθώριο στην καρδιά της κοινωνικής πραγματικότητας, ως φωνή των αδικημένων, των βιοπαλαιστών, εκείνων που δεν είχαν άλλο τρόπο να εκφράσουν τον πόνο και την ελπίδα τους. Αυτός είναι και ο λόγος που αγγίζουν κάθε γενιά. Οι κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν, αλλά η ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και η ανάγκη για διέξοδο από τα καθημερινά αδιέξοδα παραμένουν ίδιες. Μουσικά διατηρούν τον ίδιο αυθεντικό δρόμο και τη λιτότητα των ρεμπέτικων, όμως στιχουργικά γίνονται η άμεση καταγραφή των γεγονότων τη στιγμή που συνέβαιναν».

Το τραγούδι στην εποχή της Κατοχής και στην Αντίσταση ήταν ένα αποκούμπι για τον σκλαβωμένο Έλληνα και σημαντικό στοιχείο της κατά τ’ άλλα ζοφερής του πραγματικότητας. Κατάφερνε στο έπακρο εκείνο που ο Χέγκελ έλεγε για την Τέχνη «ακόμη κι εάν δεν καταφέρνει να ξεριζώσει το κακό, τουλάχιστον προσφέρει παρηγοριά».

Loading

Play