Χαλκιδική: Το DNA «πρόδωσε» τον λύκο του Νέου Μαρμαρά – Πώς το ΑΠΘ εντοπίζει τα ζώα πίσω από επιθέσεις

Χαλκιδική: Το DNA «πρόδωσε» τον λύκο του Νέου Μαρμαρά – Πώς το ΑΠΘ εντοπίζει τα ζώα πίσω από επιθέσεις

Ένα πραγματικό «CSI της άγριας ζωής» λειτουργεί στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου ερευνητές αξιοποιούν το DNA για να εντοπίζουν συγκεκριμένα άγρια ζώα που συνδέονται με επιθέσεις σε ανθρώπους ή καταστροφές.

Η μέθοδος έχει ήδη χρησιμοποιηθεί σε περιστατικά στον Νέο Μαρμαρά Χαλκιδικής και στην Πάρνηθα, με τους επιστήμονες να απομονώνουν γενετικό υλικό ακόμη και από τα ρούχα ανθρώπων που δέχθηκαν επίθεση.

Με αυτόν τον τρόπο ταυτοποιήθηκε θηλυκός λύκος που συνδέθηκε με δύο επιθέσεις στον Νέο Μαρμαρά, ενώ στην Πάρνηθα η γενετική ανάλυση συνέβαλε στον στοχευμένο εντοπισμό και την απομάκρυνση λύκου που είχε επιτεθεί σε δρομέα.

Το ζήτημα των λύκων έχει απασχολήσει έντονα τη Χαλκιδική, καθώς το προηγούμενο διάστημα είχαν καταγραφεί νέες εμφανίσεις λύκου στον Νέο Μαρμαρά, προκαλώντας ανησυχία σε κατοίκους και επαγγελματίες.

Το εργαστήριο του ΑΠΘ που θυμίζει… CSI

Πίσω από την έρευνα βρίσκεται το εργαστήριο της επίκουρης καθηγήτριας του Τμήματος Βιολογίας του ΑΠΘ, Δρ Νικολέτας Καραΐσκου, όπου πραγματοποιείται γενετική παρακολούθηση αρκούδων, λύκων και ελαφιών.

Τρίχες, κόπρανα, ακόμη και κέρατα ελαφιών αποτελούν πολύτιμα στοιχεία για τους ερευνητές, καθώς μπορούν να «αποκαλύψουν» την ταυτότητα ενός ζώου.

Η ερευνητική ομάδα, σε συνεργασία με την περιβαλλοντική οργάνωση «Καλλιστώ», έχει δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια μια μεγάλη βάση δεδομένων με γενετικά αποτυπώματα άγριων ζώων.

Η βάση αυτή δεν χρησιμοποιείται μόνο για την παρακολούθηση των πληθυσμών, αλλά μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική όταν καταγράφονται συγκρούσεις ανθρώπων με άγρια ζώα.

Στην περίπτωση των λύκων, για παράδειγμα, μπορούν να εξεταστούν δείγματα από τα ρούχα ενός ανθρώπου μετά από επίθεση και να προσδιοριστούν χαρακτηριστικά του ζώου, όπως το φύλο του. Στη συνέχεια, εάν εντοπιστεί και ακινητοποιηθεί ύποπτο ζώο, το DNA μπορεί να δείξει εάν πρόκειται για το ίδιο.

Από μια τούφα τρίχες μέχρι τον «ένοχο»

Η συλλογή των στοιχείων γίνεται συχνά χωρίς να χρειάζεται να παγιδευτεί το ζώο.

Για τις αρκούδες, τοποθετούνται ειδικά σημεία στα οποία τα ζώα τρίβονται και αφήνουν τρίχες. Σε περιοχές όπου έχουν σημειωθεί καταστροφές σε μελίσσια, οι ομάδες πεδίου αναζητούν επίσης τρίχες που μπορεί να οδηγήσουν στο γενετικό αποτύπωμα του ζώου.

Στην περίπτωση των λύκων και των ελαφιών χρησιμοποιούνται μεταξύ άλλων κόπρανα, ενώ από τα ελάφια μπορούν να αξιοποιηθούν και τα κέρατα που αποβάλλουν τα αρσενικά.

Χαρακτηριστικό είναι περιστατικό με αρκούδα που είχε προκαλέσει ζημιές σε μελίσσια από το Κιλκίς μέχρι τη Μικρή Βόλβη. Η γενετική ανάλυση έδειξε ότι, παρά την εντύπωση πως επρόκειτο για διαφορετικές αρκούδες, οι ζημιές συνδέονταν με το ίδιο ζώο.

Η χρήση DNA στην παρακολούθηση της άγριας πανίδας έχει αναδειχθεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, με τους επιστήμονες να ζητούν ενίσχυση των σχετικών προγραμμάτων. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί για τους πληθυσμούς λύκων και αρκούδων στην Ελλάδα, η γενετική παρακολούθηση θεωρείται σημαντικό εργαλείο για ακριβέστερες εκτιμήσεις.

Γιατί έχει σημασία η ταυτοποίηση

Η έρευνα δείχνει ότι σε αρκετά περιστατικά δεν ευθύνεται συνολικά ένας πληθυσμός λύκων ή αρκούδων, αλλά μεμονωμένα ζώα που εμφανίζουν αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Αυτό επιτρέπει στις αρμόδιες υπηρεσίες να προχωρούν σε στοχευμένες ενέργειες αντί σε γενικευμένες παρεμβάσεις απέναντι σε ένα ολόκληρο είδος.

Στον Νέο Μαρμαρά είχαν ήδη ληφθεί μέτρα ενημέρωσης και οδηγίες ασφαλείας στο πλαίσιο επιχείρησης για την απομάκρυνση λύκου.

Η γενετική ανάλυση έρχεται πλέον να προσθέσει ένα κρίσιμο εργαλείο στη διαχείριση τέτοιων περιστατικών: ένα ίχνος DNA μπορεί να δείξει όχι απλώς τι είδους ζώο βρέθηκε στο σημείο, αλλά ποιο συγκεκριμένο άτομο βρίσκεται πίσω από μια επίθεση.

Loading

Play