Ανακαλύπτοντας την ελληνική γλώσσα: Ιατρικό λεξιλόγιο (Μέρος ΙΑ)

Ανακαλύπτοντας την ελληνική γλώσσα: Ιατρικό λεξιλόγιο (Μέρος ΙΑ)

Δ. αιμορραγώδης/αιμορροώδης (ο προξενών αιμορραγία, αυτός που αποτελεί σύμπτωμα αιμορραγίας), βηχώδης (ο προξενών βήχα, ο συνοδευόμενος από βήχα), δακνώδης (διαπεραστικός, αυτός που γίνεται αισθητός με ιδιαίτερη ένταση, ο αναφερόμενος σε οξύ πόνο ή ερεθισμό), δυσεντεριώδης (ο πάσχων από δυσεντερία, αυτός που αποτελεί σύμπτωμα δυσεντερίας), εμετώδης (ο προκαλών εμετό, ο συνοδευόμενος από τάση για εμετό), ικτερ(ι)ώδης (ο πάσχων από ίκτερο, ο προκαλούμενος από ίκτερο), καυσώδης (ο αναφερόμενος σε πολύ υψηλό πυρετό), μανιώδης (παράφρων, ο αναφερόμενος είτε σε ασθένειες που σχετίζονται με τρέλα είτε σε όργανα των οποίων η δυσλειτουργία προξενεί τρέλα), ροώδης (ο πάσχων από διάρροια, ο αναφερόμενος σε πυρετό που συνοδεύεται από διάρροια, ο αναφερόμενος σε πάθηση των οφθαλμών που συνοδεύεται από έκκριση υγρών), σπληνώδης (ο σχετιζόμενος με το σπλήνα, ο αναφερόμενος σε πάθηση του σπληνός), ταραχώδης (ο διατελών σε ταραχή, ο ευρισκόμενος σε πλήρη σύγχυση, ο αναφερόμενος σε εντερικές διαταραχές), φθινώδης (ο πάσχων από φθίση, ο φυματικός, ο αναφερόμενος σε κατάσταση φυματίωσης), φονώδης (θανάσιμος, θανατηφόρος, ο επιφέρων το θάνατο).

Ο αείμνηστος Λυπουρλής παρατηρεί ότι στο ιατρικό λεξιλόγιο, στη γλώσσα των θεραπόντων της ιατρικής τέχνης, οι παραγωγικές καταλήξεις -τήριος, -ώδης και -(τ)ικός βρίσκονται σε ανταγωνιστική σχέση μεταξύ τους. Επισημαίνει, ως παράδειγμα, τους όρους εμετήριος, εμετώδης και εμετικός, αναφέροντας ότι είναι πιθανό οι συγκεκριμένες παραγωγικές καταλήξεις να αναπτύχθηκαν σε διαφορετικές -ίσως και με ανταγωνιστικό χαρακτήρα- ιατρικές σχολές, όπως αυτές της μικρασιατικής Κνίδου και της Κω.

Ειδικότερα, όσον αφορά τα σχηματισμένα με την παραγωγική κατάληξη -(τ)ικός επίθετα, ο Λυπουρλής τονίζει ότι η χρησιμοποίησή τους ως ουσιαστικών (η αποκαλούμενη ουσιαστικοποίηση επιθέτου) εμπλούτισε το ιατρικό λεξιλόγιο των αρχαίων Ελλήνων με πολύτιμους όρους. Στο ουδέτερο γένος, για παράδειγμα, τα εν λόγω ουσιαστικοποιημένα επίθετα χρησίμευσαν για να δηλωθούν ασθένειες (αρθριτικά, δυσεντερικά κ.ά.) ή και τα συμπτώματά τους (κυναγχικά/τα απότοκα της φλεγμονής του φάρυγγα κ.ά.), καθώς και φάρμακα με διάφορες ιδιότητες (διουρητικά, υπνωτικά κ.ά.). Στο αρσενικό γένος, χρησιμοποιήθηκαν για να δηλωθούν πάσχοντες από κάποια ασθένεια (επιληπτικός, παραπληγικός, φθισικός κ.ά.).

*Στη φωτογραφία του παρόντος άρθρου, σύγγραμμα του αειμνήστου Δημητρίου Λυπουρλή για την ιατρική στην αρχαία Ελλάδα (εκδόσεις Επίκεντρο, 2008).

Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο της ιατρικής (Μέρος Α)

Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο της ιατρικής (Μέρος Β)

Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο της ιατρικής (Μέρος Γ)

Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο της ιατρικής (Μέρος Δ)

Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο της ιατρικής (Μέρος Ε)

Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο της ιατρικής (Μέρος ΣΤ)

Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο της ιατρικής (Μέρος Ζ)

Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο της ιατρικής (Μέρος Η)

Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο της ιατρικής (Μέρος Θ)

Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο της ιατρικής (Μέρος Ι)

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play