Οργή και αγανάκτηση επικρατεί στη γειτονιά της Λυσικράτους, στην Πλάκα, μετά τις τρεις συλλήψεις για τη φονική έκρηξη στην Πλάκα και την κατάρρευση διώροφου κτιρίου στις 25 Σεπτεμβρίου, που στοίχισε τη ζωή σε έξι ανθρώπους: ένα ηλικιωμένο ζευγάρι στον δεύτερο όροφο και δύο ζευγάρια Αμερικανών στον πρώτο, όπου λειτουργούσε διαμέρισμα βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Από τους πρώτους ανθρώπους που έσπευσαν στο σημείο, αμέσως μετά τον εκκωφαντικό θόρυβο, ήταν ο Ανδρέας Μαρτζάκης. Όπως έχει περιγράψει από την πρώτη στιγμή, η έκρηξη τον έκανε να πεταχτεί έξω για να δει τι είχε συμβεί.
Μιλώντας στο ΕΡΤnews, ο ίδιος περιγράφει τη σοκαριστική εικόνα που αντίκρισε, αλλά και την αδυναμία των κατοίκων να αντιληφθούν το μέγεθος της καταστροφής. Τη στιγμή της έκρηξης, μπροστά από το κτίριο του αρ. 15 περνά ένα Mini Cooper, με τον οδηγό του να τραυματίζεται στο κεφάλι από θραύσματα. Ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν είχε περάσει σχολικό βανάκι με 12 μαθητές, που προλαβαίνει να απομακρυνθεί μερικά μέτρα. Μέσα στο χάος, ο κ. Μαρτζάκης προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον οδηγό, τον οποίο γνώριζε.
Όπως λέει, το προηγούμενο διάστημα είχαν παρατηρηθεί ύποπτες κινήσεις ατόμων στην Πλάκα, τα οποία φέρονται να αναζητούσαν χαλκό και άλλα μεταλλικά αντικείμενα, ενώ είχαν καταγραφεί περιστατικά εισόδου σε κατοικίες, πολυκατοικίες και σε ξενοδοχείο, με στόχο την αφαίρεση μεταλλικών εξαρτημάτων.
Το δικό του κατάστημα είχε γίνει στόχος διαρρηκτών δύο φορές, προσθέτει, εκφράζοντας παράλληλα την αγανάκτησή του για το γεγονός ότι οι τρεις κατηγορούμενοι για τη φονική έκρηξη στη Λυσικράτους είχαν συλληφθεί επανειλημμένως χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να σταματήσει η δράση τους.
Είναι αδιανόητο να έχουν συλληφθεί τόσες φορές και να είναι έξω, σημειώνει χαρακτηριστικά, ζητώντας αυστηρότερη αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών. Η αγανάκτηση είναι ακόμη μεγαλύτερη, επειδή ανάμεσα στα θύματα στην Πλάκα ήταν και οι δύο ηλικιωμένοι, τους οποίους οι κάτοικοι συναντούσαν καθημερινά, και η απώλειά τους έχει συγκλονίσει ολόκληρη τη γειτονιά.
Είμαστε τόσο πολύ αγανακτισμένοι, τόσο πολύ νευριασμένοι και θυμωμένοι για την τραγωδία, που προκλήθηκε για την αφαίρεση ενός ευτελούς υλικού με ανυπολόγιστες συνέπειες για ανθρώπινες ζωές. Πέρα, όμως, από το βαρύ κλίμα που επικρατεί, οι κάτοικοι και οι επαγγελματίες της περιοχής βρίσκονται αντιμέτωποι και με τις πρακτικές συνέπειες του αποκλεισμού του δρόμου.
Τριάντα έξι ημέρες μετά τη φονική έκρηξη, ο δρόμος παραμένει κλειστός, παρότι αποτελεί βασική οδική πρόσβαση προς την Πλάκα. Σύμφωνα με τον κ. Μαρτζάκη, περίπου 470 επιχειρήσεις επηρεάζονται από την κατάσταση, ενώ και οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στην καθημερινότητά τους. Για τον λόγο αυτό απηύθυνε έκκληση προς τον Δήμο Αθηναίων, το αρμόδιο υπουργείο και τις υπηρεσίες να εξετάσουν τη δυνατότητα να ανοίξει έστω μία λωρίδα κυκλοφορίας, με τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας και την τοποθέτηση υποστυλωμάτων, εφόσον αυτό κριθεί τεχνικά εφικτό.
Στις λεπτομέρειες της έρευνας της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού, που οδήγησε στη σύλληψη των τριών κατηγορουμένων, αναφέρθηκε ο εκπρόσωπος Τύπου του Πυροσβεστικού Σώματος, Γιάννης Αρτοποιός.
Όπως εξήγησε, βασικός στόχος των ερευνών που διήρκεσαν 34 ημέρες ήταν να προσδιοριστεί τι προκάλεσε τη δημιουργία του εκρηκτικού μείγματος αερίου, το οποίο οδήγησε στην ισχυρή έκρηξη και την κατάρρευση του κτιρίου στην οδό Λυσικράτους. Για την εξιχνίαση της υπόθεσης αξιοποιήθηκαν καταγραφές από κάμερες κατοικιών, καταστημάτων και επιχειρήσεων, ενώ συλλέχθηκαν και αναλύθηκαν πειστήρια και επιστημονικά ευρήματα από τον χώρο του περιστατικού.
Παράλληλα, υπήρξε συνεργασία με πραγματογνώμονες και ειδικούς επιστήμονες από το Πολυτεχνείο, μεταξύ των οποίων χημικοί και ηλεκτρολόγοι μηχανικοί, ώστε να αποσαφηνιστεί ο τρόπος με τον οποίο έγινε η παρέμβαση στις σωληνώσεις. «Έπρεπε να συνδυαστούν όλα τα τεκμήρια και να φτάσουμε, μέσα από τη σύνθεση των εικόνων καρέ καρέ, στην αλληλουχία αυτών των γεγονότων», σημείωσε ο κ. Αρτοποιός, υπογραμμίζοντας ότι η έρευνα πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες μυστικότητας, για να μην επηρεαστεί η συλλογή των στοιχείων.
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της έρευνας είχε, σύμφωνα με τον ίδιο, η αξιοποίηση του οπτικοακουστικού υλικού, μέσω του οποίου οι Αρχές κατάφεραν να συνθέσουν τα γεγονότα και να οδηγηθούν στους τρεις συλληφθέντες, 34, 37 και 55 ετών. Στην κατοχή τους κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, μεταλλικοί κόφτες, κάβουρες και εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την κοπή καλωδίων και σωλήνων, καθώς και κινητά τηλέφωνα και άλλα αντικείμενα.
Οι τρεις τους αντιμετωπίζουν κατηγορίες για εμπρησμό και έκρηξη από πρόθεση, ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο και επικίνδυνη σωματική βλάβη, κατά συναυτουργία και κατά συρροή, ενώ ζήτησαν και πήραν προθεσμία για να απολογηθούν την προσεχή Δευτέρα ενώπιον του ανακριτή.
Η εξιχνίαση της υπόθεσης στην Πλάκα επαναφέρει, όμως, ένα ευρύτερο ζήτημα που απασχολεί εδώ και χρόνια τις αστυνομικές Αρχές: τις επαναλαμβανόμενες κλοπές χαλκού και μεταλλικών εξαρτημάτων από δημόσιες υποδομές, αλλά πλέον και από ιδιωτικά κτίρια και κατοικίες.
Στο συγκεκριμένο ζήτημα αναφέρθηκε ο εκπρόσωπος των αστυνομικών υπαλλήλων, Νίκος Ρήγας, επισημαίνοντας ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στον εντοπισμό και τη σύλληψη όσων αφαιρούν τα μέταλλα.
Όπως εξήγησε, ο χαλκός που αφαιρείται από καλώδια, σωληνώσεις και εγκαταστάσεις αποκτά οικονομική αξία όταν διοχετεύεται στην αγορά. Για τον λόγο αυτό, όπως τόνισε, είναι απαραίτητο να ελεγχθεί και το επόμενο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή οι επιχειρήσεις που παραλαμβάνουν και διαχειρίζονται τέτοια υλικά.
«Πρέπει κάποια στιγμή να δούμε τι γίνεται με αυτές τις περιβόητες επιχειρήσεις σκραπ», ανέφερε χαρακτηριστικά, θέτοντας το ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες αγοράζονται τα μέταλλα και της πιθανότητας να διοχετεύονται στην αγορά υλικά που έχουν αφαιρεθεί παράνομα.
![]()
