Με την απειλή δίωξης για απείθεια κλήθηκαν στην εισαγγελία έξι κοινωνικοί λειτουργοί που εργάζονται στον Δήμο Αμαρουσίου, επειδή αρνήθηκαν να εκτελέσουν εισαγγελικές εντολές για κοινωνική έρευνα. Η υπόθεση φέρνει στην επιφάνεια τα κενά που υπάρχουν στη λειτουργία των κοινωνικών υπηρεσιών και στη νομική θωράκιση των εργαζομένων τους.
Η κοινωνική έρευνα είναι διαδικασία συλλογής στοιχείων από κοινωνικούς λειτουργούς, ύστερα από εντολή αρμόδιων εισαγγελέων, σε οικιακά περιβάλλοντα όπου υπάρχουν καταγγελίες ή υπόνοιες για ενδοοικογενειακή βία, κακοποίηση ή παραμέληση παιδιών, ηλικιωμένων ή άλλων ευάλωτων προσώπων.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη, με κοινωνικούς λειτουργούς να σύρονται στην εισαγγελία, αναδεικνύει τα θεσμικά και διοικητικά προβλήματα της κοινωνικής πρόνοιας στην Ελλάδα.
Την κλήτευση των έξι κοινωνικών λειτουργών κατήγγειλε δημόσια η Αγωνιστική Συσπείρωση Κοινωνικών Λειτουργών, παράταξη που εκπροσωπείται στον ΣΚΛΕ, δηλαδή τον επίσημο φορέα εκπροσώπησης των κοινωνικών λειτουργών της χώρας.
Σύμφωνα με την καταγγελία, οι κοινωνικοί λειτουργοί αρνούνται να εκτελέσουν τις εισαγγελικές εντολές επειδή είναι συμβασιούχοι και όχι μόνιμοι υπάλληλοι του Δήμου, ενώ εργάζονται σε συγχρηματοδοτούμενο πρόγραμμα που, βάσει της σύμβασής τους, δεν περιλαμβάνει στα καθήκοντά τους τις κοινωνικές έρευνες κατόπιν εισαγγελικής εντολής.
Οι έξι υποστηρίζουν επίσης ότι, αν προχωρήσουν σε κοινωνικές έρευνες, μένουν απροστάτευτοι απέναντι σε ενδεχόμενες νομικές ενέργειες των ερευνωμένων, καθώς είναι σύνηθες όσοι ερευνώνται από τις κοινωνικές υπηρεσίες να καταθέτουν μηνύσεις και αγωγές για συκοφαντική δυσφήμιση κατά κοινωνικών λειτουργών. Όπως λένε, ως συμβασιούχοι και μη μόνιμοι υπάλληλοι δεν καλύπτονται από τη νομική προστασία του Δήμου.
Η διαμαρτυρία των κοινωνικών λειτουργών στρέφεται τόσο προς την εισαγγελία, η οποία, όπως λένε, μένει στη γενική περιγραφή της ειδικότητάς τους και αρνείται να εξετάσει τις συμβάσεις τους και το συγκεκριμένο πρόγραμμα στο οποίο εργάζονται, όσο και προς τον Δήμο, που αντί να διεκδικήσει πόρους και προσωπικό από την κεντρική εξουσία συντάσσεται μαζί της κατά του προσωπικού.
Η Αγωνιστική Συσπείρωση Κοινωνικών Λειτουργών καταγγέλλει ακόμη ότι ο Δήμος Αμαρουσίου έπεισε την εισαγγελία να κλητεύσει τους έξι, μετά από συνάντηση του Γενικού Γραμματέα του Δήμου με τον εισαγγελέα.
Ο Δήμος Αμαρουσίου, απαντώντας σε σειρά ερωτημάτων του in, υποστηρίζει ότι η εισαγγελία είχε ενημερωθεί υπηρεσιακά για τη μη εκτέλεση των εντολών, ότι η συνάντηση έγινε με πρωτοβουλία της εισαγγελίας και ότι, ενώ οι κοινωνικοί λειτουργοί είχαν προσκληθεί από τον Γενικό Γραμματέα, επέλεξαν να μην συμμετάσχουν στη συνάντηση.
Για το ζήτημα της νομικής προστασίας των συμβασιούχων κοινωνικών λειτουργών, ο Δήμος αναφέρει πως, παρότι το σχετικό διευκρινιστικό αίτημά του προς το υπουργείο Εσωτερικών παραμένει αναπάντητο, το Δημοτικό Συμβούλιο έλαβε ήδη από τον Μάιο του 2026 απόφαση για παροχή πλήρους νομικής υποστήριξης στους συγκεκριμένους εργαζομένους, εφόσον χρειαστεί κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους.
Πηγές του in σημειώνουν πάντως ότι είναι αμφίβολο αν μια τέτοια απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου καλύπτει πράγματι τους συμβασιούχους, από τη στιγμή που δεν βασίζεται σε νομοθετική ρύθμιση και το υπουργείο Εσωτερικών δεν έχει τοποθετηθεί.
Στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου αναφέρεται ακόμη ότι οι συγκεκριμένοι κοινωνικοί λειτουργοί απασχολούνται στο πλαίσιο του προγράμματος Κέντρο Κοινότητας, το οποίο συγχρηματοδοτείται από πόρους του ΕΣΠΑ, και πως οι συμβατικές τους υποχρεώσεις, όπως απορρέουν από το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας του προγράμματος, δεν περιλαμβάνουν ρητά την εκτέλεση εισαγγελικών παραγγελιών. Ωστόσο, η εμπλοκή τους στην εκτέλεση των παραγγελιών αυτών εδράζεται αφενός στην επιστημονική τους ιδιότητα και επαγγελματική επάρκεια ως κοινωνικών λειτουργών και αφετέρου στον δεσμευτικό χαρακτήρα των εισαγγελικών παραγγελιών, οι οποίες απευθύνονται προς τις κοινωνικές υπηρεσίες του Δήμου και επιβάλλουν τη συνδρομή τους. Για την εμπλοκή τους αυτή, μάλιστα, έχει τοποθετηθεί επίσημα το υπουργείο Εσωτερικών με την αρ. πρωτ. 78147/28-12-2018, με την οποία ο Γενικός Γραμματέας του υπουργείου τονίζει ότι οι εισαγγελικές παραγγελίες πρέπει να εκτελούνται και από τους συμβασιούχους των κοινωνικών προγραμμάτων.
Για την ακρίβεια, όμως, το έγγραφο του υπουργείου Εσωτερικών στο οποίο παραπέμπει ο Δήμος εμφανίζεται να υποστηρίζει και τις δύο θέσεις ταυτόχρονα: από τη μία αναφέρει ότι, όταν συμβασιούχοι απασχολούνται στο πλαίσιο υλοποίησης προγραμμάτων, οι εργαζόμενοι ασκούν, στο πλαίσιο της σύμβασής τους, αρμοδιότητες που εκτείνονται σε όλο το φάσμα δραστηριότητας του προγράμματος για την εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίο έχουν προσληφθεί. Από την άλλη, για το ζήτημα της διενέργειας κοινωνικής έρευνας μετά από εισαγγελική παραγγελία, επισημαίνει ότι η συμμόρφωση είναι υποχρεωτική και ότι η κοινωνική έρευνα πραγματοποιείται από κάθε εντελλόμενο κοινωνικό λειτουργό, συμπεριλαμβανομένων των συμβασιούχων.
Ο Δήμος Αμαρουσίου δηλώνει πάντως ότι αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη σοβαρότητα τόσο την προστασία των ευάλωτων συμπολιτών και ειδικότερα τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, όσο και την υπηρεσιακή και νομική υποστήριξη των εργαζομένων του, σημειώνοντας ότι στόχος του είναι η ορθή και έγκαιρη εκτέλεση των εισαγγελικών εντολών, με σεβασμό στη νομιμότητα, στην επιστημονική δεοντολογία και στα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων.
Την ίδια στιγμή, με δελτίο Τύπου που εξέδωσε, το Περιφερειακό Τμήμα ΣΚΛΕ Αττικής καταδικάζει το κλίμα απειλών ποινικών διώξεων που, όπως αναφέρει, έχει δημιουργήσει η Δημοτική Αρχή για να καλύψει τις ευθύνες της και κατηγορεί τον Δήμο Αμαρουσίου για διαχρονική απροθυμία να προβλέψει και να διεκδικήσει περισσότερες οργανικές θέσεις κοινωνικών λειτουργών, καθώς και την πρόσληψη του αναγκαίου προσωπικού για τη στελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών.
Ο ΣΚΛΕ, από την πλευρά του, επισημαίνει με δική του ανακοίνωση ότι τα τελευταία χρόνια καταγράφεται δραματική αύξηση των εισαγγελικών εντολών για διενέργεια κοινωνικών ερευνών συνθηκών διαβίωσης ανηλίκων, οι οποίες αποστέλλονται μαζικά στις κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων αντί των κοινωνικών υπηρεσιών των Πρωτοδικείων που προβλέπει ο νόμος.
Ο νόμος στον οποίο αναφέρεται ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος είναι του 1996, όμως από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει ποτέ συσταθεί ή στελεχωθεί η κοινωνική υπηρεσία των Πρωτοδικείων.
Ο ΣΚΛΕ ζητά και αυτός παύση κάθε δίωξης, εντέλλεσθε και διοικητικής πίεσης σε βάρος των κοινωνικών λειτουργών που, όπως σημειώνει, αγωνίζονται υπό αντίξοες συνθήκες.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται η ακραία υποστελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών, ένα πρόβλημα που, σύμφωνα με τον ΣΚΛΕ, αφορά συνολικά την κοινωνική πρόνοια στη χώρα.
Ο Δήμος Αμαρουσίου, όπου προέκυψε η συγκεκριμένη κρίση, απασχολεί μόλις τρεις μόνιμους κοινωνικούς λειτουργούς, ενώ ο ΣΚΛΕ έχει επισημάνει με πολλές παρεμβάσεις του ότι η ακραία υποστελέχωση καταγράφεται σε όλη τη χώρα.
Με πρόσφατη παρέμβασή του προς τον υπουργό Επικρατείας, Άκη Σκέρτσο, ο ΣΚΛΕ επανέλαβε ότι η στελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών είναι ανεπαρκής, ότι υπάρχουν μεγάλες γεωγραφικές ανισότητες, ανισομερής κατανομή προσωπικού, υπηρεσίες που λειτουργούν με έναν κοινωνικό λειτουργό για χιλιάδες κατοίκους και Δήμοι χωρίς κανέναν κοινωνικό λειτουργό, ενώ οι παρεχόμενες υπηρεσίες εξαρτώνται τις περισσότερες φορές από ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενα προγράμματα με ημερομηνία λήξης και όχι από τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες.
Η λύση, σύμφωνα με τον ΣΚΛΕ, είναι η νομοθετική καθιέρωση Εθνικής Αναλογίας Κοινωνικών Λειτουργών, ώστε να διασφαλιστεί η ισότητα, η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα των κοινωνικών υπηρεσιών και να υπάρξει ελάχιστο επίπεδο στελέχωσης σε όλους τους Δήμους.
- Η κύρια φωτογραφία είναι αρχείου.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
