Μια μονογονεϊκή οικογένεια γίνεται η αφετηρία για να φανεί, βήμα προς βήμα, πώς λειτουργεί στην πράξη η ελληνική κοινωνική πρόνοια. Μια μητέρα με δύο αγόρια βρέθηκε αντιμέτωπη με διαδοχικές παρεμβάσεις, απομακρύνσεις και επιστροφές παιδιών, μέσα σε ένα σύστημα που παρουσιάζεται απολύτως αποσπασματικό.
Επιτρέψτε μου να σας πω μια ιστορία. Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια οικογένεια. Μια μονογονεϊκή οικογένεια. Μια μαμά και δύο παιδιά, αγόρια, όταν έπεσαν στη δική μου αντίληψη ήταν το ένα επτά και το άλλο δύο χρονών, πάνω κάτω.
Η μητέρα ήταν άνεργη, όμως κάποια στιγμή βρήκε δουλειά, φυσικά κακοπληρωμένη και με κακές συνθήκες, αλλά πάντως δουλειά.
Ξέρω ότι για πολλούς είναι δύσκολο να φανταστούν την πίεση που ασκεί η φτώχεια, όταν πρέπει να φροντίσεις δυο παιδιά μόνη σου και την ίδια στιγμή να υφίστασαι κάθε ταπείνωση για να μη χάσεις τα λίγα χρήματα που κερδίζεις· ας πούμε πάντως ότι δεν είναι σπάνιο φαινόμενο στη χώρα μας.
Ο επτάχρονος εμφανίζει ζητήματα συμπεριφοράς — δεν θέλει να πάει σχολείο. Μπλέκονται οι συγγενείς, ο καθένας λέει το δικό του, σκηνές γνώριμες σε αρκετούς, με φωνές και εκνευρισμό.
Η μαμά βουτάει τον μικρό. Θα πας σχολείο!
Τον χτύπησε; Πόσο τον χτύπησε; Δεν το ξέρω. Η σωματική τιμωρία είναι καταδικαστέα σε κάθε περίπτωση και κάποιος συγγενής της κάνει καταγγελία στην κοινωνική υπηρεσία του δήμου.
Ως εδώ, όλα καλά ή τέλος πάντων μη χειρότερα, θα μπορούσε να πει κανείς. Γι’ αυτό υπάρχουν οι κοινωνικές υπηρεσίες: για να παρεμβαίνουν όταν οικογένειες χρειάζονται βοήθεια, με πρώτη μέριμνα την προστασία των παιδιών, αλλά και με αποστολή να στηριχθεί το οικογενειακό πλαίσιο ώστε — με εξαίρεση τις περιπτώσεις σοβαρής κακοποίησης ή παραμέλησης — να μπορέσει να τα φροντίσει καλύτερα.
Ας δούμε τώρα τι έγινε στην πραγματικότητα.
Η κοινωνική υπηρεσία του δήμου γνωμοδοτεί στην εισαγγελία ανηλίκων και η εισαγγελία διατάσσει να αφαιρεθούν τα παιδιά. Τα μεταφέρουν σε νοσοκομείο Παίδων — όπως και άλλα εισαγγελικά παιδιά, δηλαδή παιδιά που έχουν απομακρυνθεί από τις οικογένειές τους και το κράτος δεν ξέρει τι να τα κάνει.
Τα παιδιά μένουν στο παιδιατρικό νοσοκομείο δύο μήνες. Όπως και τα άλλα εισαγγελικά, δεν είναι άρρωστα. Και φυσικά ο ρόλος του νοσοκομείου είναι να περιθάλπει τα άρρωστα παιδιά, όχι να ανατρέφει τα υγιή.
Γι’ αυτό και, παρότι η επιμέλεια της έχει αφαιρεθεί προσωρινά από την εισαγγελία, η μαμά τους είναι εκεί κάθε μέρα. Γιατί δεν υπάρχει κανένας άλλος να τα προσέξει. Άτυπη φροντίδα θα το λέγαμε — αλλά μήπως ο εγκλεισμός σε νοσοκομεία για απροσδιόριστο διάστημα είναι τυπικός;
Μετά από δύο μήνες, βγαίνει εντολή από την εισαγγελία η μαμά να πάρει πίσω τα παιδιά και να υποστηριχθεί ψυχοκοινωνικά από κάποιο κέντρο ψυχικής υγείας.
Και ως εδώ μη χειρότερα, θα μπορούσε και πάλι να πει κανείς. Δύο μήνες εγκλεισμός στο νοσοκομείο χωρίς λόγο δεν είναι περίπατος, αλλά τουλάχιστον τώρα η οικογένεια αυτή θα υποστηριζόταν επιτέλους, σωστά;
Πίσω ξανά στην πραγματικότητα.
Η ψυχοκοινωνική υποστήριξη ήταν τρεις συναντήσεις σε διάστημα πέντε μηνών. Κι όταν τα προβλήματα συμπεριφοράς — τι έκπληξη — δεν λύθηκαν, η εισαγγελία ανηλίκων έκανε πάλι το θαύμα της: νέα αφαίρεση επιμέλειας, ξανά τα παιδιά στο νοσοκομείο. Με τη μαμά, πάλι, να τα φροντίζει. Άλλοι δύο μήνες.
Και τι έγινε όταν η μαμά, η ακατάλληλη μαμά, αυτή που έχασε την επιμέλεια, δεν ήταν άτυπα στο νοσοκομείο για να τα προσέξει;
Ένας δεκατετράχρονος βίασε τον γιο της. Είχε βιάσει και ένα δεκατριάχρονο κορίτσι. Εισαγγελικά και τα τρία.
Πώς αντέδρασε το κράτος; Αστραπιαία, το δίχως άλλο. Με εντολή να μεταφερθούν αμέσως όλα σε διαφορετικά ιδρύματα.
Ούρλιαζε ο επτάχρονος — ο δίχρονος αδελφός του ποιος ξέρει τι καταλάβαινε; — να μην τους αφήσει να τον πάρουν. Βράχος, όμως, οι κοινωνικές υπηρεσίες. Εκτελούσαν εντολές εισαγγελέα.
Τι κι αν απαγορεύεται να χωρίζονται τα αδέλφια; Εδώ έχουμε κράτος. Πήγαινε η μαμά μία στο ένα ίδρυμα και μία στο άλλο για να τα επισκεφθεί. Πήγαινε κι η γιαγιά, έκανε φασαρία αυτή, φώναζε για την αδικία, της έλεγαν μην τους προκαλείς, θα σας τα πάρουν για τα καλά τα παιδιά.
Πήραν μόνο το ένα. Ο μικρός δόθηκε σε ανάδοχη οικογένεια. Οι κακές γλώσσες λένε, φυσικά, ότι ένα δίχρονο είναι λαχταριστό κι ότι οι περισσότερες αναδοχές λειτουργούν ως πρόσχημα για όσους ψάχνουν στην πραγματικότητα να υιοθετήσουν.
Την έχασε οριστικά την επιμέλεια του μικρού. Η γνωμοδότηση έκρινε ότι η γιαγιά ήταν ασταθής παράγοντας. Αλλά του μεγάλου;
Ποιος θέλει να πάρει έναν επτάχρονο με συμπεριφορικές προκλήσεις και το τραύμα ενός βιασμού;
Αυτόν της τον έδωσαν πίσω.
Τώρα, πώς γίνεται να είναι ακατάλληλη μητέρα για το ένα παιδί αλλά κατάλληλη για το άλλο, μόνο η κοινωνική πρόνοια του ελληνικού κράτους το ξέρει.
Παραδέχομαι ότι είναι — ευτυχώς — σχετικά σπάνιο να βρει κανείς μια τέτοια ιστορία που να συμπυκνώνει σε σχεδόν καθολικό βαθμό όλες τις δυσλειτουργίες του προνοιακού συστήματος. Γι’ αυτό είναι, όμως, παραδειγματική. Διότι καθεμία από τις επιμέρους παθογένειες, που χτύπησαν ατυχώς όλες ταυτόχρονα, κατακλυσμικά τη μητέρα αυτή και τα παιδιά της, αποτελούν τον κανόνα με τον οποίο αντιμετωπίζει το ελληνικό κράτος την ευάλωτη οικογένεια.
Η τυχαιότητα των υπηρεσιών, η απουσία ενιαίων πρωτοκόλλων και εκπαίδευσης, η δραματική υποστελέχωση σε κοινωνικούς λειτουργούς και συναφείς ειδικότητες συνθέτουν μια πρόνοια που χειροτερεύει τη ζωή του ευάλωτου αντί να τη βελτιώνει.
Η τυχαιότητα των υπηρεσιών, η απουσία ενιαίων πρωτοκόλλων και εκπαίδευσης, η δραματική υποστελέχωση σε κοινωνικούς λειτουργούς και συναφείς ειδικότητες, η αναδοχή ως πρόσχημα για υιοθεσίες, η ασυδοσία των ιδρυμάτων, τα παρατημένα παιδιά σε νοσοκομεία, η αδυνατότητα παρακολούθησης και στήριξης στην κοινότητα, η σχεδόν πλήρης ανυπαρξία πολιτικής επανένωσης οικογενειών, το χαοτικό τοπίο κέντρων ψυχικής υγείας και ιδιωτών πραγματογνωμόνων, οι εισαγγελικές αρχές στις οποίες λείπει η γνώση αλλά περισσεύει η αλαζονική εξουσία — όλα αυτά συνθέτουν μια κοινωνική πρόνοια που είναι κάτι χειρότερο από αναποτελεσματική: κάτι που θα χειροτερέψει τη ζωή του ευάλωτου αντί να τη βελτιώσει.
Σημαίνει αυτό ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι στην κοινωνική πρόνοια που αγωνίζονται να προσφέρουν ό,τι μπορούν, πολύ συχνά πάνω από τις δυνάμεις τους; Όχι. Υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι κι έχουν εξαντληθεί όχι μόνο από τη μάχη που δίνουν αλλά και από την απελπισία ότι όλες τους οι παρεμβάσεις, μέσα στις δεκαετίες, προς την πολιτική εξουσία για να ρυθμίσει επιτέλους το σύστημα πρόνοιας με σύγχρονο τρόπο, έχουν πάει στα αζήτητα.
Υπάρχουν οικογένειες κάθε μορφής τώρα, όχι στο μέλλον, και όταν είναι ευάλωτες δεν μπορούν να ελπίζουν στην πολιτεία.
Και, ναι, υπάρχουν λογιών λογιών οικογένειες, με δυο γονείς, μονογονεϊκές με μαμά ή μονογονεϊκές με μπαμπά, με δυο μαμάδες, με δυο μπαμπάδες, παντρεμένες, ανύπαντρες, διαζευγμένες, με σύμφωνο συμβίωσης, πυρηνικές, πολύτεκνες, ανάδοχες, θετές. Υπάρχουν τώρα, δεν χρειάζεται να τις φανταστούμε στο μέλλον. Και ξέρετε τι κοινό έχουν όλες τους; Αν είναι ευάλωτες, δεν μπορούν να ελπίζουν στην πολιτεία.
Λοιπόν, δεν ξέρω πόσο woke ακούγονται όλα αυτά αλλά, αλήθεια, μήπως να φροντίσουμε την οικογένεια του παρόντος προτού ασχοληθούμε με αυτή του μέλλοντος;
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
