Αποκαταστάθηκε η καθαρή Βέρμαχτ; Πώς η Δύση τίμησε στρατιώτες και στρατηγούς του Χίτλερ

Αποκαταστάθηκε η καθαρή Βέρμαχτ; Πώς η Δύση τίμησε στρατιώτες και στρατηγούς του Χίτλερ

Η «καθαρή Βέρμαχτ» δεν έμεινε μόνο ως μύθος, αλλά διαμορφώθηκε επί δεκαετίες μέσα από πολιτικές επιλογές της Δύσης. Το κείμενο καταγράφει πώς ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία αναδιατύπωσαν την εικόνα στρατιωτών και στρατηγών του Χίτλερ, αποδίδοντας σε πολλούς από αυτούς τιμές και θέσεις.

Αν κάποιος επισκεφθεί τη σελίδα του NATO, θα βρει ανάμεσα στους Προέδρους της Μόνιμης Στρατιωτικής Επιτροπής και το όνομα του Άντολφ Χόιζινγκερ. Ήταν ο άνθρωπος που το 1944 είχε αναλάβει την αρχηγία του Γενικού Επιτελείου Στρατού της Βέρμαχτ. Ποια θέση είχε όμως σε έναν οργανισμό που προβάλλει δημοκρατικές αξίες ο άνθρωπος που συνέβαλε στον σχεδιασμό των κατακτήσεων της Τσεχοσλοβακίας, της Πολωνίας, της Δανίας, της Νορβηγίας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας;

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία άρχισαν στην πράξη να ξαναγράφουν την ιστορία, ώστε να γίνει διάκριση ανάμεσα σε όσους υπηρέτησαν τον ναζισμό και σε όσους απλώς πολέμησαν στον γερμανικό στρατό, δηλαδή τη Βέρμαχτ. Στόχος ήταν να πειστεί η κοινή γνώμη ότι οι εγκληματίες περιορίζονταν σε έναν πολύ στενότερο κύκλο Γερμανών.

Στη Βρετανία, ο Μόρις Χάνκι, γενικός ταμίας της κυβέρνησης (Paymaster General), θεωρούσε τις δίκες για εγκλήματα πολέμου αδικία σε βάρος στρατιωτών που είχαν πολεμήσει έντιμα, αλλά και σοβαρό σφάλμα.

Ο ίδιος ηγούνταν μιας ισχυρής άτυπης δεξαμενής σκέψης υπέρ των στρατηγών της Βέρμαχτ, αλλά και Ιαπώνων αξιωματικών, και διατηρούσε τακτική επικοινωνία με τον Ουίνστον Τσόρτσιλ, τον Άντονι Ίντεν, τον Ντάγκλας ΜακΆρθουρ και τον Κόνραντ Αντενάουερ.

Ενδεικτικά, μετά την καταδίκη του Γερμανού στρατάρχη Άλμπερτ Κέσελρινγκ από βρετανικό στρατοδικείο για σφαγές Ιταλών αμάχων, ο Χάνκι και ο κύκλος του τον παρουσίαζαν ως έναν ιπποτικό στρατιωτικό ηγέτη, που δεν είχε ιδέα ότι τα στρατεύματά του διέπρατταν τόσες σφαγές.

Στις ΗΠΑ, ο Ανώτατος Διοικητής του ΝΑΤΟ, ο Αμερικανός στρατηγός Ντουάιτ Ντ. Αϊζενχάουερ, αναθεώρησε ξαφνικά τη στάση του για τη Βέρμαχτ. «Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει πραγματική διαφορά ανάμεσα στον απλό Γερμανό στρατιώτη και αξιωματικό και στον Χίτλερ και την εγκληματική του ομάδα», θα έλεγε τον Ιανουάριο του 1951, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη Γερμανία. «Προσωπικά, δεν πιστεύω ότι ο Γερμανός στρατιώτης, ως τέτοιος, έχει χάσει την τιμή του. Το γεγονός ότι ορισμένα άτομα διέπραξαν κατά τη διάρκεια του πολέμου ατιμωτικές και αποτρόπαιες πράξεις βαρύνει τα ίδια τα άτομα και όχι τη μεγάλη πλειονότητα των Γερμανών στρατιωτών και αξιωματικών».

Οι Δυτικοί ανησυχούσαν για μια ενδεχόμενη σύγκρουση με την ΕΣΣΔ και θεώρησαν ότι θα χρειάζονταν και τους Δυτικογερμανούς. Οι Βρετανοί επιδίωκαν να πείσουν την κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα και στο ΝΑΤΟ.

Ο καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας, Κόνραντ Αντενάουερ, γνωρίζοντας τα παραπάνω κατάφερε να εξασφαλίσει όχι μόνο άφεση αμαρτιών για χιλιάδες εγκληματίες πολέμου, αλλά και την τοποθέτησή τους σε θέσεις κλειδιά.

Ο ίδιος οργάνωσε μυστικές συναντήσεις μεταξύ αξιωματούχων του και πρώην αξιωματικών της Βέρμαχτ, προκειμένου να συζητήσουν τον επανεξοπλισμό της Δυτικής Γερμανίας. Τα ίδια τα Γερμανικά Ομοσπονδιακά Αρχεία επιβεβαιώνουν ότι ο Αντενάουερ ανέθεσε τη διοργάνωση των συναντήσεων, στις οποίες συμμετείχαν 15 πρώην κορυφαίοι αξιωματικοί της Βέρμαχτ.

Τον Οκτώβριο του 1950 πραγματοποίησε συσκέψεις στο Αβαείο του Χίμεροντ με τη συμμετοχή ανθρώπων που είχαν πραγματικά αιματοκυλήσει την Ευρώπη λίγα χρόνια νωρίτερα, όπως ο Χέρμαν Φέρτς, ο Άντολφ Χόιζινγκερ και ο Χανς Σπάιντελ.

Το υπόμνημα που προέκυψε από τις συναντήσεις ζητούσε από τα δυτικά έθνη να λάβουν δημόσια μέτρα κατά του δυσφημιστικού χαρακτηρισμού των πρώην Γερμανών στρατιωτών και να διαχωρίσουν τις πρώην τακτικές ένοπλες δυνάμεις από το ζήτημα των εγκλημάτων πολέμου. Το κείμενο επρόκειτο να επηρεάσει και την ίδια την εξωτερική πολιτική της Γερμανίας.

Μιλώντας λίγο αργότερα στην Μπούντεσταγκ, ο καγκελάριος Αντενάουερ δήλωσε ότι ο Γερμανός στρατιώτης είχε πολεμήσει έντιμα, εφόσον δεν είχε κριθεί ένοχος για κάποιο αδίκημα.

Έτσι, στρατηγοί υπό τις διαταγές των οποίων διαπράχθηκαν τα χειρότερα εγκλήματα -και ας μην ανήκαν στα SS- ανέλαβαν θέσεις κλειδιά ή τιμήθηκαν. Ο στρατάρχης Έριχ φον Μάνσταϊν, καταδικασμένος το 1949 σε 18 χρόνια φυλάκισης για εγκλήματα πολέμου, αποφυλακίστηκε το 1953, έγινε σύμβουλος της δυτικογερμανικής κυβέρνησης για τη συγκρότηση μεταπολεμικού στρατού της Γερμανίας και κηδεύτηκε το 1973 με πλήρεις στρατιωτικές τιμές.

Ο επίσης καταδικασμένος στρατάρχης Άλμπερτ Κέσελρινγκ αποφυλακίστηκε το 1952 και ανέλαβε την ηγεσία της οργάνωσης βετεράνων Stahlhelm.

Ο στρατηγός Φραντς Χάλντερ, πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Χίτλερ, που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στον σχεδιασμό του πολέμου κατά της ΕΣΣΔ, ανέλαβε το 1946 τη διεύθυνση ομάδας πρώην Γερμανών αξιωματικών που συνέγραφαν στρατιωτικές ιστορικές μελέτες για τον αμερικανικό στρατό. Οι ΗΠΑ τον τίμησαν το 1961 με το Meritorious Civilian Service Award.

Τον Χόιζινγκερ, που προαναφέρθηκε, ο ευρωπαϊστής Αντενάουερ τον διόρισε πρώτο Γενικό Επιθεωρητή της Bundeswehr και οι Δυτικοί του έδωσαν το 1961 την προεδρία της Μόνιμης Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ και το 1963 τιμήθηκε με υψηλή δυτικογερμανική διάκριση. Ο Χάλντερ και ο Χόιζινγκερ δεν είχαν καταδικαστεί για εγκλήματα πολέμου.

Κάπως έτσι, Αϊζενχάουερ και Αντενάουερ κατάφεραν για δεκαετίες να φτιάξουν ένα νέο αφήγημα για τον γερμανικό στρατό, ώστε να αποκατασταθεί στα μάτια της Δύσης ο μύθος της καθαρής Βέρμαχτ.

*Στην κύρια φωτογραφία: Ο Άντολφ Χόιζινγκερ σε δύο διαφορετικές εποχές: αριστερά, συμμετέχει σε στρατιωτική ενημέρωση παρουσία του Αδόλφου Χίτλερ, την 1η Ιουνίου 1942· δεξιά, με τον Αμερικανό υπουργό Άμυνας Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα στην Ουάσινγκτον, το 1964. (σύνθεση φωτογραφιών από Wikipedia)

Loading

Play