Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει εξελιχθεί σε σύγκρουση φθοράς, με καμία πλευρά να μην δείχνει ικανή να πετύχει ολοκληρωτική στρατιωτική επικράτηση. Την ίδια ώρα, το ερώτημα για την επόμενη μέρα του πολέμου στην Ουκρανία μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο στην Ευρώπη.
Η ρωσική πλευρά αντιμετωπίζει αντικειμενικές δυσκολίες στην πλήρη στρατιωτική επιβολή, όμως η οικειοθελής αποχώρησή της από τη σύγκρουση, χωρίς απτά στρατηγικά οφέλη, παραμένει εξίσου ανέφικτη.
Όπως σημειώνει το Social Europe, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν στραφεί κυρίως σε εναέριους βομβαρδισμούς, τακτικές φθοράς και παρατεταμένη πίεση.
Παρά τις απώλειες από τον πόλεμο, η Ρωσία διατηρεί ισχυρές εφεδρείες για μαζική στρατολόγηση και εμφανίζει πολύ υψηλή κρατική ανθεκτικότητα απέναντι σε εξαιρετικά βαριές απώλειες.
Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, οι συνολικές απώλειες στα πεδία των μαχών φτάνουν τα 1,4 εκατομμύρια, ενώ οι νεκροί υπολογίζονται στους 450.000.
Την ίδια στιγμή, παρότι η Ουκρανία έχει ενισχύσει σημαντικά τις δυνατότητές της σε επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), δεν διαθέτει τους πόρους για να ανακαταλάβει μαζικά τα εδάφη της ή να προκαλέσει μια παραδοσιακού τύπου στρατιωτική ήττα σε μια υπερδύναμη.
Η γεωπολιτική ανάλυση συγκλίνει στην εκτίμηση ότι μια βιώσιμη, μακροπρόθεσμη λύση μπορεί να προκύψει κυρίως μέσα από τις εσωτερικές διεργασίες της ίδιας της Ρωσίας. Η Δύση, μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, δεν μπορεί να επιβάλει πολιτική αλλαγή από έξω.
Μια στρατηγική ασφυκτικής πίεσης με στόχο την απόλυτη στρατιωτική συντριβή της Μόσχας και την πλήρη ανακατάληψη εδαφών, συμπεριλαμβανομένης της Κριμαίας, κρύβει τον υπέρτατο κίνδυνο. Αν η ρωσική ηγεσία βρεθεί σε συνθήκες απόλυτου εγκλωβισμού, δεν μπορεί να αποκλειστεί η χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων.
Μέσα στα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια αναμένονται πολιτικές ανακατατάξεις στο ρωσικό εσωτερικό. Το νέο σύστημα που θα προκύψει, ακόμη κι αν δεν ταυτίζεται με τα δυτικά πρότυπα, είναι πιθανό να λειτουργεί με λιγότερο συγκεντρωτικό τρόπο.
Ο ορθολογισμός και η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ρωσικών ελίτ εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν στη συνειδητοποίηση πως η απομόνωση δεν είναι βιώσιμη στρατηγική επιλογή.
Ρώσοι παράγοντες της οικονομίας, όπως ο επιχειρηματίας Αντρέι Μελνιτσένκο, έχουν προειδοποιήσει δημόσια για τους κινδύνους που θα είχε μια ενδεχόμενη κρατική κατάρρευση της Ρωσίας, επισημαίνοντας τις χαοτικές συνέπειες ενός τέτοιου σεναρίου τόσο για τη χώρα όσο και για τα δυτικά κράτη.
Μέσα σε αυτό το περίπλοκο τοπίο, η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να χαράξει μια ρεαλιστική πολιτική δύο αξόνων:
- Βραχυπρόθεσμος στόχος (ανάσχεση): Με τις διαπραγματεύσεις να βρίσκονται σε αδιέξοδο, καθώς οι ρωσικές απαιτήσεις περιλαμβάνουν την προσάρτηση τεσσάρων περιφερειών και την αποστρατιωτικοποίηση του Κιέβου, η Ευρώπη καλείται να εφαρμόσει μια σύγχρονη πολιτική ανάσχεσης, εμπνευσμένη από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Η προσέγγιση αυτή στοχεύει στη συνεχή άμυνα της Ουκρανίας, στην προστασία των υποδομών της από πυραυλικές επιθέσεις και στη διατήρηση των σημερινών γραμμών του μετώπου, ώστε να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος.
- Μακροπρόθεσμος στόχος (ομαλοποίηση): Ανεξάρτητα από την πορεία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η Ευρώπη οφείλει να αποδεχθεί τις επιταγές της γεωγραφίας. Η ειρηνική συνύπαρξη με τη Ρωσική Ομοσπονδία είναι μονόδρομος, ιδιαίτερα για τα κράτη-μέλη που έχουν κοινά σύνορα. Η μακροπρόθεσμη επιδίωξη πρέπει να είναι η εγκαθίδρυση μιας κανονικής σχέσης, στηριγμένης στον αυστηρό πραγματισμό. Αυτή η προσέγγιση προϋποθέτει την εγκατάλειψη των ανταγωνισμών εξουσίας του 19ου αιώνα, όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις διεκδικούσαν σφαίρες επιρροής και υποτάξεις γειτονικών κρατών.
Για να εδραιωθεί μια νέα, σταθερή ισορροπία, καθοριστικό ρόλο θα παίξει η διαχείριση της διπλωματικής ψυχολογίας. Η Ευρώπη πρέπει να αποφύγει στρατηγικές που στοχεύουν στην ταπείνωση της Ρωσίας.
Για παράδειγμα, το ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας πρέπει να έχει μόνο αποκαταστατικό χαρακτήρα και όχι εκδικητικό ή τιμωρητικό. Η ταπείνωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διπλωματικό όπλο.
Παράλληλα, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα οφείλει να επανεξετάσει την ταυτότητά του ως αποκλειστικά ήπια δύναμη. Για να αποτραπούν μελλοντικές εντάσεις και να εμπεδωθεί η ειρήνη, η Ευρώπη πρέπει να οικοδομήσει μια ισχυρή, ενιαία αμυντική πολιτική. Ο στόχος δεν είναι η επίδειξη επιθετικότητας, αλλά η έμπρακτη ικανότητα αποτροπής.
Η Μόσχα, που ιστορικά κατανοεί τη γλώσσα της γεωπολιτικής ισχύος μέσω του κρατικού μηχανισμού ασφαλείας της, πρέπει να αντιλαμβάνεται την ευρωπαϊκή συνοχή και την ακλόνητη δέσμευση της Ένωσης να υπερασπιστεί τις δημοκρατίες της, ώστε να εξασφαλιστεί σταθερό έδαφος για μακροχρόνια ειρηνική συνύπαρξη.
![]()
