ΗΠΑ: Τα όρια της αλαζονείας στην εποχή Τραμπ

ΗΠΑ: Τα όρια της αλαζονείας στην εποχή Τραμπ

Η ομιλία του Προέδρου των ΗΠΑ από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ προκάλεσε εκτενή σχόλια, κυρίως για τις ρητορικές αναφορές που θύμιζαν εικόνα αμερικανικής παντοδυναμίας και προβολή μιας ισχύος που εμφανίζεται να αποφασίζει μόνη της αν θα καταστρέψει έναν πολιτισμό, όπως του Ιράν, ή αν θα προχωρήσει σε συμφωνία που θα φέρει διαρκή ειρήνη. Η εικόνα αυτή έμοιαζε απολύτως ασύμβατη με τον χώρο της ομιλίας, δηλαδή τον βασικό διεθνή θεσμό που υποτίθεται ότι έχει ως αποστολή τη συνεννόηση και την αποφυγή μονομερών ενεργειών.

Την ίδια στιγμή, όμως, η αμερικανική διπλωματική πρακτική δείχνει μια διαφορετική πραγματικότητα. Όσο ο Αμερικανός Πρόεδρος εξαπέλυε απειλές κατά του Ιράν, συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις των ΗΠΑ με την Τεχεράνη, καθώς γνωρίζουν ότι αυτόν τον πόλεμο όχι μόνο δεν μπορούν να τον κερδίσουν, αλλά και ότι κάθε απειλή κλιμάκωσης ανεβάζει τις τιμές των καυσίμων, με επιπτώσεις και στις ΗΠΑ, σε μια πολιτικά ευαίσθητη περίοδο πριν από τις εκλογές στο μέσο της προεδρικής θητείας.

Στις 24 Σεπτεμβρίου ο Ντόναλντ Τραμπ υποδέχτηκε τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ με ιδιαίτερες τιμές, σε μια συνάντηση κορυφής που ισοδυναμεί με παραδοχή ότι οι ΗΠΑ οφείλουν να συνεννοηθούν με τον βασικό οικονομικό και γεωπολιτικό τους αντίπαλο, ώστε να εξασφαλίσουν ανακωχή σε έναν εμπορικό πόλεμο που, αν ξεδιπλωθεί πλήρως, θα αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία.

Όλα αυτά φέρνουν στο προσκήνιο την ουσιαστική αντίφαση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στην εποχή του Ντόναλντ Τραμπ. Η προβολή ισχύος χωρίς περιορισμούς και χωρίς ανάγκη συνεννόησης ή νομιμοποίησης από οργανισμούς όπως ο ΟΗΕ συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ συνειδητοποιούν στην πράξη ότι ο διεθνής συσχετισμός δύναμης, οικονομικά και γεωπολιτικά, έχει απομακρυνθεί οριστικά από την αίσθηση πλήρους και αδιαμφισβήτητης ισχύος που επικρατούσε στη δεκαετία του 1990 ή ακόμη και στην αρχή του πολέμου κατά της τρομοκρατίας.

Από την πραγματική ισχύ της Κίνας και την οικονομική άνοδο σειράς άλλων χωρών μέχρι το ίδιο το γεγονός ότι, ανεξαρτήτως ρητορικών εξάρσεων, ο πόλεμος εναντίον του Ιράν αποδεικνύεται πόλεμος που οι ΗΠΑ δεν μπορούν να κερδίσουν, τα σημάδια δείχνουν ότι ο κόσμος γίνεται ολοένα και πιο πολυπολικός και απομακρύνεται από κάθε εικόνα μονοκρατορίας.

Η πολυπολικότητα από μόνη της δεν σημαίνει σταθερότητα, καθώς μπορεί να φέρει ακόμη μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση και πιο έντονη συγκρουσιακότητα. Γι’ αυτό θα περίμενε κανείς η Ευρώπη, αν πιστέψει κανείς τις καταστατικές αρχές της, να επιχειρήσει να ανακόψει την πορεία προς το χάος και να επαναφέρει την έννοια των κανόνων στη διεθνή σκηνή, απέναντι στη ρητορική εγκατάλειψή τους από τις ΗΠΑ. Αντί γι’ αυτό, φαίνεται πως το μόνο στο οποίο συναινεί ένα ευρωπαϊκό πολιτικό προσωπικό που αντιμετωπίζει ολοένα και μεγαλύτερη κρίση νομιμοποίησης είναι η εντατική πολεμική προετοιμασία και κινητοποίηση για έναν πόλεμο με τη Ρωσία, τον οποίο παρουσιάζει ως αναπόφευκτο χωρίς να εξηγεί γιατί θα συμβεί και από πού προκύπτει αυτή η βεβαιότητα. Παράλληλα, όχι μόνο απέτυχε να πάρει οποιαδήποτε πρωτοβουλία για ειρήνευση στη Μέση Ανατολή, αλλά συμπαρατάχτηκε πλήρως με τη γενοκτονική πολιτική του Ισραήλ, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι την ποινικοποίηση της διαμαρτυρίας απέναντί της. Ουσιαστικά, οι πολιτικές ελίτ μιας Ευρώπης που αντιμετωπίζει κρίση ηγεσίας αλλά και βαθιά ανικανότητα να παράγει συνεκτική πολιτική, κάτι που εξηγεί και την παραχώρηση χώρου στην Ακροδεξιά, δείχνουν να θεωρούν ότι η μόνη θεραπεία για τη σημερινή μείζονα κρίση θα είναι η καταστροφή.

Loading

Play