Η μετανάστευση γίνεται τέχνη στο DEPO της Κωνσταντινούπολης, μέσα από την έκθεση «Stories of Migration: Art, Resistance and Solidarity Across Borders». Πέντε καλλιτέχνες φέρνουν στο ίδιο σημείο βιώματα, μνήμες και διαφορετικές προσωπικές διαδρομές.
Η έκθεση δεν αντιμετωπίζει τη μετανάστευση ως ενιαία εμπειρία για όλους, αλλά ως πεδίο απώλειας, μετακίνησης, προσαρμογής και επανασύνδεσης, έστω νοητικής. Η Περσεφόνη Μύρτσου, ο Αντέλ Ταμάμ, ο Αρά Χαλίμ, η Ιρμάκ Σουζάν Ερτάς και ο Σαΐντ Μιρσεκάρι αξιοποιούν ζωγραφική, βίντεο, ποίηση, φωτογραφία και εικαστικές κατασκευές.
Η διοργάνωση είναι αποτέλεσμα συνεργασίας των mezopArt, BAK Basecamp, New Women Connectors, HürAdalar και VAHA. Η διαδρομή της ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2025 από την Πρίστινα, συνεχίστηκε τον Μάρτιο του 2026 με εβδομαδιαίο πρόγραμμα φιλοξενίας καλλιτεχνών στο Ίδρυμα Armaş και, έπειτα από τη συνάντηση στο BAK Basecamp της Ουτρέχτης, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου στις 19 Σεπτεμβρίου εγκαινιάστηκε στο DEPO με χρηματοδότηση του Προξενείου της Ολλανδίας στην Κωνσταντινούπολη.
Κεντρική ιδέα της έκθεσης είναι ότι ο καλλιτέχνης που έχει μετακινηθεί δεν χάνει τον ρόλο του δημιουργού, αλλά συνεχίζει να αναζητά χώρο για την πράξη του. Η ιδρύτρια και διευθύντρια του mezopArt, Ιλκάι Μπιλγκίτς, εξηγεί ότι η αφετηρία δεν ήταν μια έκθεση για τη μετανάστευση, αλλά το ερώτημα πώς οι καλλιτέχνες συνεχίζουν την πορεία τους σε μια νέα χώρα, μεταφέροντας μαζί και το μεταναστευτικό τους βίωμα.
Οι ίδιοι οι καλλιτέχνες αντιτίθενται στην ετικέτα του «μετανάστη καλλιτέχνη», καθώς μια τέτοια κατηγοριοποίηση μπορεί να επισκιάσει το έργο και την προσωπική τους διαδρομή. Στην έκθεση, η ταυτότητα δεν περιορίζεται σε έναν χαρακτηρισμό, αλλά συνδέεται με τον τρόπο που κάθε δημιουργός επεξεργάζεται την εμπειρία του.
Ιδιαίτερη θέση έχει το έργο της Ελληνίδας Περσεφόνης Μύρτσου, που μεταφέρει τη συζήτηση από τη μετανάστευση σε μια πιο προσωπική και οικογενειακή γεωγραφία μνήμης. Το «Άγιο Νερό του Armaş» είναι μια εικαστική χαρτογράφηση που φέρνει σε διάλογο την ιστορία του Armaş/Akmeşe με την οικογενειακή ιστορία των παππούδων της.
Το Armaş υπήρξε σημαντικό αρμενικό θρησκευτικό κέντρο, με ισχυρή παράδοση στη σηροτροφία, πριν η κοινότητά του εκτοπιστεί και καταστραφεί το 1915. Λίγα χρόνια αργότερα, στο χωριό εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι από την Ελλάδα, στο πλαίσιο της ανταλλαγής των πληθυσμών. Αντίστοιχα, οι παππούδες της Μύρτσου εκτοπίστηκαν από την Ανατ. Θράκη και εγκαταστάθηκαν το 1924 στο Αγιονέρι, κοντά στη Θεσσαλονίκη.
Η Ελληνίδα καλλιτέχνις κινείται ανάμεσα στους δύο τόπους, φέρνοντας σε διάλογο διαφορετικές ιστορίες βίαιου εκτοπισμού και επανεγκατάστασης, χωρίς να τις εξισώνει. Η Μύρτσου αξιοποιεί προφορικές μαρτυρίες, οικογενειακές μνήμες, εμπειρικές γνώσεις και υλικά της μάνας γης, δίνοντας στη γη τον ρόλο ιστορικού δρώντα και άτυπου αρχείου.
Γύρω από τη μακέτα, το σιτάρι, που λειτουργεί ως κυρίαρχο υλικό της εγκατάστασης, συναντά κουκούλια μεταξοσκώληκα, φύλλα μουριάς και λεβάντα, μαζί με αρχειακά τεκμήρια και βοτανικές απεικονίσεις. Τα υλικά απλώνονται στο έδαφος του εκθεσιακού χώρου σε επαναληπτικές, συμμετρικές και οργανικές διατάξεις, που παραπέμπουν ταυτόχρονα σε τελετουργία, προσευχή και χαρτογράφηση.
Οι σπόροι σχηματίζουν γραμμές, περιγράμματα και κύκλους, σαν γραφή πάνω στο έδαφος. Μέσα από αυτή τη συνάντηση υλικών, τόπων και οικογενειακών αφηγήσεων, η Περσεφόνη Μύρτσου μετατρέπει το προσωπικό ίχνος σε εικαστική αφήγηση, ενώ η έκθεση «Stories of Migration: Art, Resistance and Solidarity Across Borders» θα παραμείνει στο DEPO, στο Τοπχανέ της Κωνσταντινούπολης, έως τις 6 Οκτωβρίου 2026.
![]()
