Την ώρα που οι πύραυλοι Patriot είναι δυσεύρετοι λόγω του πολέμου στο Ιράν, η Ουκρανία ζητά επειγόντως προηγμένα συστήματα αεράμυνας. Η Μόσχα αυξάνει τις επιδρομές της με μπαράζ βαλλιστικών πυραύλων που είναι δύσκολο να αναχαιτιστούν, ενώ δυτικοί αναλυτές προειδοποιούν για τα χειρότερα.
Ειδικοί της GLOBSEC, της σλοβακικής φιλοατλαντικής δεξαμενής σκέψης, εκτιμούν ότι οι επόμενοι μήνες θα φέρουν την πιο επικίνδυνη φάση του πολέμου και όχι την πιθανότερη πορεία προς την ειρήνη.
Σύμφωνα με την ανάλυσή τους στο Foreign Policy, ο ρώσος πρόεδρος δεν βλέπει διέξοδο αλλά αδιέξοδο, λόγω των σχεδόν 200 σφοδρών επιθέσεων ουκρανικών drones σε ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου από τις αρχές του έτους.
Υποστηρίζουν ότι, χωρίς να έχει πετύχει στρατιωτικούς ή πολιτικούς στόχους, ο Πούτιν δεν μπορεί να μπει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις χωρίς να θέσει σε κίνδυνο το καθεστώς του. Γι’ αυτό, όπως λένε, θα κλιμακώσει, καθώς τα αυταρχικά καθεστώτα είναι δομημένα ώστε να αντέχουν κόστη που θα έριχναν οποιαδήποτε αντίστοιχη δυτική κυβέρνηση.
Τρεις, κατά τους ίδιους, είναι οι τρόποι με τους οποίους θα κινηθεί ο Ρώσος πρόεδρος.
Πρώτον, με βαλλιστικές επιθέσεις εναντίον ουκρανικών πόλεων που είναι γνωστό ότι έχουν σοβαρές ελλείψεις σε αναχαιτιστικούς πυραύλους Patriot.
Δεύτερον, με πλήγματα στις υποδομές. Από την αρχή του 2026, η Μόσχα έχει εξαπολύσει 250 επιθέσεις κατά υποδομών της Naftogaz, κάτι που δείχνει διαρκή εκστρατεία κατά της ουκρανικής παραγωγής φυσικού αερίου και των ενεργειακών υποδομών και όχι μια σειρά από μεμονωμένα χτυπήματα.
Το τρίτο εργαλείο είναι ο υβριδικός πόλεμος εναντίον των Ευρωπαίων, συνεχίζουν. Πρόσφατα, ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ, επικαλούμενος πληροφορίες των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, υποστήριξε ότι η Ρωσία θα μπορούσε να πλήξει κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ μέσα στους επόμενους μήνες.
Ενώ οι αναλυτές της GLOBSEC λένε ότι η μεγαλύτερη πίεση των Δυτικών κάνει τη Ρωσία πιο επίμονη και πιο επιθετική, ταυτόχρονα καλούν τη Δύση να πιέσει ακόμη περισσότερο το Κρεμλίνο. Κατά την εκτίμησή τους, ο Πούτιν θα συνεχίσει να κλιμακώνει με τα μέσα που διαθέτει έως ότου το πολιτικό κόστος της επιθετικότητας ξεπεράσει το πολιτικό κόστος της διαπραγμάτευσης.
Μέχρι να υπάρξει σύγκλιση κρίσεων, η Ουκρανία πρέπει να αντέξει την κλιμάκωση που επιβάλλει η λογική του Πούτιν. Η κάλυψη του σημερινού κενού στην αντιαεροπορική άμυνα, ώστε να αναχαιτιστούν οι ρωσικές πυραυλικές επιθέσεις, θα δώσει στην Ουκρανία και τη Δύση τον χρόνο να κρατήσουν ανοιχτά τα οικονομικά και στρατιωτικά μέτωπα αρκετά ώστε να ακολουθήσει μια πολιτική ανατροπή.
Το ΝΑΤΟ, πιστεύουν, θα πετύχει μόνο αν αποδεχθεί ότι στις προσωποπαγείς αυταρχίες η πίεση πρώτα σκληραίνει ένα καθεστώς και αργότερα το αποδυναμώνει. Η στρατηγική πρόκληση για τη Δύση, λένε, είναι να δημιουργήσει κρίσεις σε πολλαπλά μέτωπα για αρκετό χρόνο, ώστε ο συνασπισμός που κρατά τον Πούτιν στην εξουσία να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση του πολέμου απειλεί περισσότερο την επιβίωσή του.
Οι αναλυτές της GLOBSEC πιστεύουν ακόμη ότι ο πόλεμος του Πούτιν δεν καθορίζεται από την ορθολογική θεωρία των διεθνών σχέσεων ούτε από τη συμβατική στρατιωτική στρατηγική, αλλά από την πολιτική θεωρία της απολυταρχίας και της επιβίωσης του καθεστώτος.
Διαπρεπείς, όμως, Αμερικανοί αναλυτές και διπλωμάτες έχουν εντάξει εδώ και δεκαετίες έναν ενδεχόμενο πόλεμο της Ρωσίας σε ένα ορθολογικό πλαίσιο αίτιου-αιτιατού, εξαιτίας της επέκτασης του NATO.
Για τον πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στο NATO, Ρόμπερτ Χάντερ επί Κλίντον, η Δύση έκανε στρατηγικό λάθος στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2008, όταν διακήρυξε ότι η Ουκρανία και η Γεωργία θα γίνουν μέλη της Συμμαχίας. Μπορεί αυτό να φαινόταν αθώο για τους Δυτικούς, όχι όμως και για τη Ρωσία. Θα ήταν σαν να αποδεχόταν η Δύση ότι η Ουκρανία θα γινόταν σατραπεία του Κρεμλίνου, λέει ο Χάντερ.
Αντί να αναγνωρίσει το λάθος του, το ΝΑΤΟ, με την προτροπή των ΗΠΑ, συνέχισε τελετουργικά να επαναλαμβάνει τη διατύπωση και, όπως υποστήριξε, αναμφίβολα θα το κάνει ξανά στη σύνοδο κορυφής της Ουάσιγκτον, παραμένοντας πιστό στις ουκρανικές επιθυμίες.
Δεν είναι θέμα αυταρχισμού, όπως λένε οι ειδικοί του GLOBSEC, καθώς, όπως επεσήμανε ο Χάντερ, τα γεωπολιτικά δεδομένα είναι συγκεκριμένα: η Ρωσία δεν θα καταστραφεί, παραμένει απειλητική παρουσία όποιος κι αν είναι στην εξουσία στο Κρεμλίνο και κάποια στιγμή η Δύση θα χρειαστεί να διαμορφώσει τη συνολική ευρωπαϊκή ασφάλεια με τη Ρωσία να συμμετέχει ενεργά.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όμως, ο πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στην ΕΣΣΔ, Τζακ Μάτλοκ, είχε προειδοποιήσει πως, αν ήταν εκείνος Ρώσος, θα του ήταν δύσκολο να ερμηνεύσει γιατί οι Δυτικοί επεκτείνονταν στα σύνορα της Ρωσίας μέσω NATO. Δεν ήταν τίποτα λιγότερο, είχε πει, από μια προσπάθεια αποκλεισμού της Ρωσίας από την Ανατολική Ευρώπη.
«Θα πρέπει να λάβετε υπόψη τον αντίκτυπο στην εσωτερική πολιτική των άλλων χωρών», έλεγε, τονίζοντας ότι ο αντίκτυπος θα ήταν πολύ αρνητικός στη Μόσχα, στη ρωσική πολιτική, και δεν θα πρόσφερε τίποτα σε όσους ήθελαν δημοκρατικούς θεσμούς.
Από τους πιο αξιόλογους πολιτικούς επιστήμονες παγκοσμίως, ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, Τζον Μιρσχάιμερ, έχει γράψει ήδη από την αρχή του πολέμου ότι η κυρίαρχη άποψη στη Δύση, σύμφωνα με την οποία ο Πούτιν είναι ένας παράλογος, επιθετικός ηγέτης, είναι λανθασμένη.
Η Δύση, και ιδιαίτερα η Αμερική, είναι κυρίως υπεύθυνη για την κρίση που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2014, είχε υποστηρίξει. Τώρα, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει μετατραπεί σε πόλεμο που όχι μόνο απειλεί να καταστρέψει την Ουκρανία, αλλά έχει και τη δυνατότητα να κλιμακωθεί σε πυρηνικό πόλεμο μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ.
Εξάλλου, ο ίδιος ο Τζόρτζ Κέναν, ένας από τους πέντε σοφούς της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, είχε προβλέψει το 1997 ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ θα μπορούσε να ενισχύσει τις εθνικιστικές, αντιδυτικές και μιλιταριστικές τάσεις στη ρωσική κοινή γνώμη, να επηρεάσει αρνητικά την εξέλιξη της ρωσικής δημοκρατίας και να ωθήσει τη ρωσική εξωτερική πολιτική σε κατευθύνσεις που κάθε άλλο παρά θα ήταν αρεστές.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
