Στους κόλπους της Huawei, σύμφωνα με τις αμερικανικές εισαγγελικές αρχές, λειτουργούσε ομάδα υπαλλήλων με την ονομασία ομάδα διαχείρισης ανταγωνισμού. Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι αποστολή της ήταν να δίνει μηνιαία μπόνους σε εργαζομένους που υπέκλεπταν τις πιο πολύτιμες πληροφορίες από ανταγωνιστικές εταιρείες, με το κλεμμένο υλικό να αποστέλλεται μέσω κρυπτογραφημένων email σε ειδική ηλεκτρονική θυρίδα.
Ο ισχυρισμός αυτός βρίσκεται στο επίκεντρο της ποινικής δίωξης κατά της Huawei, του τηλεπικοινωνιακού κολοσσού με έσοδα 127 δισεκατομμυρίων δολαρίων πέρυσι. Η υπόθεση ήρθε στο προσκήνιο στην πρώτη θητεία του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και πλέον είναι έτοιμη να οδηγηθεί σε δίκη στη Νέα Υόρκη.
Η εισαγγελία κατηγορεί τη Huawei ότι λειτούργησε ως εγκληματική οργάνωση, με δράση που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, εκτείνεται από την παραπλάνηση τραπεζών για τις δραστηριότητές της στο Ιράν έως την κλοπή του βραχίονα ενός ρομπότ της T-Mobile, τον οποίο υπάλληλός της έκρυψε κρυφά μέσα σε τσάντα λάπτοπ.
Από την πλευρά της, η Huawei αρνείται τις κατηγορίες, οι οποίες αφορούν υποτιθέμενες ενέργειες δύο δεκαετιών, και κατηγορεί τις ΗΠΑ ότι τη στοχοποιούν ως προκαθορισμένο στόχο των διωκτικών αρχών που αναζητούν απεγνωσμένα ένα έγκλημα, σύμφωνα με τους Financial Times.
Η δίκη αναμένεται να διαρκέσει μήνες και αυτό σημαίνει ότι θα λειτουργήσει ως δύσκολο παρασκήνιο για την επικείμενη επίσκεψη του Κινέζου Προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον αυτόν τον μήνα. Ο Τραμπ είχε αφήσει να εννοηθεί κατά την πρώτη του θητεία ότι η υπόθεση θα μπορούσε να ενταχθεί στις ευρύτερες διαπραγματεύσεις με την Κίνα.
«Δεν θα θεωρούσα δεδομένο ότι ο Τραμπ θα παρέμβει, αλλά ούτε και ότι η δικαστική αίθουσα θα μείνει εντελώς στεγανοποιημένη από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων», σχολίασε στους FT ο Craig Singleton, ειδικός στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας στο Foundation for Defense of Democracies (FDD). Η Huawei βρίσκεται στο σταυροδρόμι του τεχνολογικού ανταγωνισμού, των κυρώσεων κατά του Ιράν και της διπλωματίας ΗΠΑ–Κίνας, κάτι που δίνει στην υπόθεση ιδιαίτερο βάρος.
Η δίκη θα διεξαχθεί στην Ανατολική Περιφέρεια της Νέας Υόρκης, δικαστήριο γνωστό για μεγάλες διεθνείς υποθέσεις, όπως η πρόσφατη υπόθεση απάτης κατά του Ινδού δισεκατομμυριούχου Gautam Adani και το πολύκροτο σκάνδαλο διαφθοράς με αξιωματούχους της FIFA.
Σε περίπτωση καταδίκης, η Huawei απειλείται με ορισμένα από τα μεγαλύτερα εταιρικά πρόστιμα στην ιστορία των ΗΠΑ, καθώς η νομοθεσία για εγκληματικές οργανώσεις επιτρέπει πρόστιμο διπλάσιο από τα έσοδα που απέφερε το αδίκημα. Η εταιρεία ήδη αντιμετωπίζει περιορισμούς στις ΗΠΑ, αφού το 2019 μπήκε στη μαύρη λίστα και της απαγορεύτηκε να αγοράζει συγκεκριμένες ξένες τεχνολογίες, όμως μια καταδίκη θα μπορούσε να κάνει τις διεθνείς τράπεζες πολύ πιο διστακτικές στη συνεργασία μαζί της.
Οι αμερικανικές κυβερνήσεις έχουν σφίξει σταδιακά τον κλοιό γύρω από τη Huawei την τελευταία δεκαετία, επιβάλλοντας ελέγχους στις εξαγωγές μικροτσίπ για να επιβραδύνουν την τεχνολογική της πρόοδο, αλλά και μέτρα που ουσιαστικά απέκλεισαν τον εξοπλισμό της από την αμερικανική αγορά.
Παρά τις κυρώσεις του 2019, η τεχνολογική αυτοκρατορία της Huawei επεκτάθηκε ταχύτατα. Πλέον κινείται πέρα από τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές σε νέες αγορές, όπως τα ηλεκτρικά οχήματα και η τεχνητή νοημοσύνη, ενώ για να προστατευτεί από νέους αμερικανικούς περιορισμούς μετέφερε την εφοδιαστική της αλυσίδα εντός Κίνας και μπαίνει σε ξένες αγορές μέσω νέων brands ή εταιρειών-συνεργατών.
Στα δικαστικά έγγραφα, η Huawei υποστηρίζει ότι ο Τραμπ και στελέχη της κυβέρνησής του είχαν καταστήσει σαφές πως ο τελικός στόχος της δίωξης ήταν να αποκτηθεί μοχλός πίεσης στον εμπορικό πόλεμο των ΗΠΑ με την Κίνα.
«Το γενικότερο αφήγημα της κυβέρνησης είναι αποδεδειγμένα ψευδές», ανέφερε η Huawei σε ανακοίνωσή της. «Η κινητήριος δύναμη πίσω από την επιχειρηματική μας επιτυχία είναι οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην καινοτομία, με απόλυτο σεβασμό στην πνευματική ιδιοκτησία».
Η εταιρεία πρόσθεσε επίσης ότι παραμένει σταθερά μεταξύ των έξι κορυφαίων εταιρειών παγκοσμίως σε επενδύσεις για Έρευνα και Ανάπτυξη εδώ και εννέα συνεχόμενα χρόνια.
Η Meng Wanzhou, οικονομική διευθύντρια της εταιρείας και κόρη του ιδρυτή της, Ren Zhengfei, δεν δικάζεται η ίδια, αλλά αναμένεται να είναι κεντρικό πρόσωπο στη διαδικασία.
Το 2018 η Meng συνελήφθη στο Βανκούβερ και αφέθηκε ελεύθερη το 2021, αφού παραδέχτηκε ότι παραπλάνησε την τράπεζα HSBC για τις δραστηριότητες της Huawei στο Ιράν. Οι εισαγγελείς εξασφάλισαν την άδεια να παρουσιάσουν στους ενόρκους το έγγραφο της ομολογίας της, το οποίο ήταν μέρος της συμφωνίας αναστολής δίωξης που έβαλε τέλος στην προσωπική δικαστική της περιπέτεια.
Η σύλληψη και ο κατ’ οίκον περιορισμός της Meng στην πολυτελή έπαυλή της στον Καναδά εξελίχθηκαν σε μείζον διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ ΗΠΑ, Καναδά και Κίνας. Η απελευθέρωσή της συνέπεσε με την αποφυλάκιση των Καναδών Michael Kovrig και Michael Spavor, οι οποίοι είχαν κρατηθεί στην Κίνα ως προφανή αντίποινα, αν και το Πεκίνο αρνήθηκε οποιαδήποτε σύνδεση.
Στο επίσημο έγγραφο γεγονότων του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, το οποίο η Meng είχε αποδεχθεί, αναφέρεται ότι είπε ψέματα στην τράπεζα για μια εταιρεία με την ονομασία Skycom, η οποία δραστηριοποιούνταν κυρίως στο Ιράν. Είχε ισχυριστεί ότι η Skycom ήταν απλώς τρίτος συνεργάτης της Huawei στη χώρα, ενώ στην πραγματικότητα η Huawei είχε τον απόλυτο έλεγχό της. Είχε επίσης δηλώσει ότι η Huawei είχε πουλήσει όλες τις μετοχές της στη Skycom, χωρίς να αναφέρει ότι τις είχε μεταβιβάσει σε άλλη οντότητα, την οποία επίσης ήλεγχε η Huawei.
Μέσω της Skycom, η Huawei ανάγκαζε τις τράπεζες να παρέχουν απαγορευμένες υπηρεσίες για τις δραστηριότητές της στο Ιράν, παραβιάζοντας τις κυρώσεις.
Το κατηγορητήριο στρέφεται κατά τεσσάρων εταιρικών οντοτήτων της Huawei, συμπεριλαμβανομένων δύο στις ΗΠΑ, και περιλαμβάνει σειρά αποκαλύψεων. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η Huawei χρησιμοποιούσε κωδικούς για χώρες υπό καθεστώς κυρώσεων, όπως το A2 για το Ιράν και το A9 για τη Βόρεια Κορέα, ενώ οι εκπρόσωποί της διαβεβαίωναν ψευδώς τις τράπεζες ότι δεν είχαν καμία ανάμειξη σε έργα στη Βόρεια Κορέα.
Επιπλέον, σημειώνεται ότι η Huawei βοήθησε την κυβέρνηση του Ιράν εγκαθιστώντας συστήματα παρακολούθησης που χρησιμοποιήθηκαν για τον εντοπισμό και τη σύλληψη διαδηλωτών κατά τις αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις του 2009.
Το 2013, υπάλληλος της Huawei απέκτησε πρόσβαση σε εργαστήριο της T-Mobile. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, έκλεψε κρυφά τον βραχίονα ενός ρομπότ βάζοντάς τον στην τσάντα του λάπτοπ του, ενώ πριν επιστραφεί ο βραχίονας στην εταιρεία, η οποία αντιλήφθηκε την κλοπή, μηχανικός της Huawei είχε ήδη στείλει με email φωτογραφίες και τις ακριβείς μετρήσεις του στους συναδέλφους του στην Κίνα, αναφέρουν οι FT.
Από την πλευρά της, η Huawei υποστηρίζει ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης προσπαθεί να τσουβαλιάσει τελείως ανόμοια υποτιθέμενα αδικήματα που δεν στοιχειοθετούν λειτουργία εγκληματικής οργάνωσης.
Η εταιρεία λέει ότι η κυβέρνηση πετάει λάσπη στον τοίχο, ελπίζοντας πως κάτι από αυτό το τεράστιο και ασύνδετο πλήθος κατηγοριών θα κολλήσει. Για τις κατηγορίες περί κλοπής εμπορικών μυστικών απαντά ότι πρόκειται για συνηθισμένες διαφορές που αντιμετωπίζει κάθε μεγάλη εταιρεία τεχνολογίας σε αυτόν τον ανταγωνιστικό κλάδο, προσθέτοντας ότι οι αξιώσεις για τις παλιές υποθέσεις κλοπής έχουν πλέον παραγραφεί.
Σε ό,τι αφορά τις κυρώσεις, η Huawei υποστηρίζει ότι δεν είχε σαφή προειδοποίηση πως θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ποινική ευθύνη ως μη αμερικανική οντότητα για συναλλαγές που εκκαθαρίζονταν σε δολάρια μέσω ΗΠΑ, επιμένοντας ότι οι κινήσεις αυτές δεν μετέφεραν χρήματα από ή προς ιρανικούς τραπεζικούς λογαριασμούς.
Οι αμερικανικές κυρώσεις, πάντως, μετέτρεψαν τη Huawei σε εθνικό πρωταθλητή μέσα στην Κίνα, προκαλώντας ένα τεράστιο κύμα κρατικής στήριξης για να επιταχυνθεί η τεχνολογική της ανάπτυξη.
«Η αίσθησή μου είναι ότι η Huawei έχει ουσιαστικά ξεγράψει την ιδέα ότι θα μπορούσε ποτέ ξανά να έχει πρόσβαση στην αμερικανική αγορά», δηλώνει ο Scott Kennedy, ανώτερος σύμβουλος στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS).
Ωστόσο, μια καταδικαστική απόφαση από το δικαστήριο της Νέας Υόρκης, ειδικά αν συνοδευτεί από βαριά πρόστιμα και υποχρέωση αποζημιώσεων, θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες.
Οι ΗΠΑ ίσως δυσκολευτούν να κατασχέσουν περιουσιακά στοιχεία της Huawei στην Κίνα, όμως μπορούν εύκολα να διεκδικήσουν όσα βρίσκονται σε αμερικανικό έδαφος, όπως τραπεζικούς λογαριασμούς.
Το σίγουρο είναι ότι η υπόθεση θα δοκιμάσει ξανά τις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων.
Η Huawei είναι κομβικής σημασίας για τις φιλοδοξίες του Πεκίνου στην τεχνητή νοημοσύνη, τονίζει ο George Chen της εταιρείας συμβούλων The Asia Group.
Η κινεζική κυβέρνηση θα εκλάβει αυτή τη δίκη ως ακόμη μία πολιτικά υποκινούμενη υπόθεση, ειδικά ενόψει της επίσκεψης του Σι στις ΗΠΑ. Το Πεκίνο θα τη δει ως άλλη μια προσπάθεια των ΗΠΑ να αναχαιτίσουν την τεχνολογική άνοδο της Κίνας.
Πηγή: ΟΤ
![]()
