Ποινική έρευνα για τον θάνατο της 5χρονης Χιντ Ρατζάμπ στη Γάζα ανακοίνωσε σήμερα ο ισραηλινός στρατός, μετά από προκαταρκτικές εξετάσεις για την υπόθεση και για άλλες τέσσερις, τις οποίες χαρακτήρισε «ασυνήθιστα περιστατικά που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια μαχών» στον παλαιστινιακό θύλακα.
Το σώμα της Χιντ Ρατζάμπ εντοπίστηκε μέσα σε όχημα που είχε δεχθεί καταιγισμό πυρών στη Γάζα, αρκετές ημέρες αφότου το μικρό κορίτσι είχε μιλήσει για τελευταία φορά με τις παλαιστινιακές αρχές, σε μια μακρά τηλεφωνική επικοινωνία με μέλη της παλαιστινιακής Ερυθράς Ημισελήνου, στις 29 Ιανουαρίου 2024.
«Έπειτα από εξέταση των ευρημάτων (της προκαταρκτικής έρευνας) και λόγω των φερόμενων παραλείψεων στον συντονισμό της μετακίνησης του ασθενοφόρου της Παλαιστινιακής Ερυθράς Ημισελήνου, αποφασίστηκε η έναρξη ποινικής έρευνας», αναφέρει ο ισραηλινός στρατός.
Η Χιντ Ρατζάμπ είχε καλέσει τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης από το αυτοκίνητο της οικογένειάς της, το οποίο δέχθηκε πυρά ενώ προσπαθούσε να απομακρυνθεί από την πόλη της Γάζας, λόγω της ισραηλινής προέλασης στο βόρειο τμήμα του παλαιστινιακού θύλακα.
Το πτώμα του παιδιού βρέθηκε μαζί με εκείνα έξι μελών της οικογένειάς της και δύο διασωστών της Ερυθράς Ημισελήνου, που είχαν σταλεί για να τη βρουν.
Οι συνθήκες του θανάτου της προκάλεσαν διεθνή κατακραυγή και εκκλήσεις για να ξεκινήσει ανεξάρτητη έρευνα.
Οι αρχικές ηχογραφήσεις της κλήσης της στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης περιλαμβάνονται στο ντοκιμαντέρ «Η Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ», το οποίο είχε προταθεί για βραβείο Όσκαρ.
Σύμφωνα με τον στρατό, η διερεύνηση των γεγονότων δείχνει ότι οι στρατιώτες «άνοιξαν πυρ εναντίον ενός οχήματος που τους προσέγγιζε κυκλοφορώντας σε αντίθεση με τις προηγούμενες συστάσεις» που είχαν δοθεί σε κατοίκους της περιοχής.
«Έπειτα από πυρά, πέντε επιβάτες σκοτώθηκαν και δύο επέζησαν: η Χιντ Ρατζάμπ και η ξαδέλφη της Λαγιάν Χαμαντά», αναφέρεται.
Μετά την τηλεφωνική κλήση στις υπηρεσίες διάσωσης, έγινε συντονισμός για την αποστολή ασθενοφόρου της Ερυθράς Ημισελήνου, ώστε να απομακρυνθούν τα θύματα, συνεχίζει ο στρατός.
«Εντούτοις, κατά την άφιξη του ασθενοφόρου στην περιοχή, μια οβίδα ερρίφθη προς την κατεύθυνσή του, προκαλώντας το θάνατο δύο μελών του πληρώματος του ασθενοφόρου που επέβαιναν σε αυτό».
Οι σοροί, μεταξύ αυτών και της Χιντ Ρατζάμπ, εντοπίστηκαν δέκα ημέρες αργότερα, όταν τα ισραηλινά άρματα μάχης αποχώρησαν από την περιοχή.
«Πειθαρχικά μέτρα»
Ο ισραηλινός στρατός ανακοίνωσε επίσης την έναρξη ποινικής έρευνας για τον θάνατο 15 Παλαιστινίων τον Μάρτιο του 2025, μεταξύ των οποίων ένας υγειονομικός και ένας εργαζόμενος του ΟΗΕ, στο Ταλ αλ Σουλτάν, στο νότιο τμήμα της Λωρίδας της Γάζας.
Ο στρατός παραδέχθηκε πως άνοιξε πυρ εναντίον ασθενοφόρων και οχημάτων διάσωσης που είχαν κριθεί «ύποπτα».
Το Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ, OCHA, είχε τότε επιβεβαιώσει ότι, μετά τον θάνατο των πρώτων διασωστών, άλλες ομάδες που έσπευσαν για να τους αναζητήσουν δέχθηκαν διαδοχικά πυρά.
Τα πτώματα είχαν βρεθεί θαμμένα κοντά στη Ράφα, στο νότιο τμήμα της Γάζας, σε αυτό που το OCHA είχε περιγράψει ως ομαδικό τάφο.
Έξι από τα θύματα αναγνωρίστηκαν ως μέλη της Χαμάς, επιβεβαίωσε ο στρατός.
Για τον θάνατο δύο μελών της μη κυβερνητικής οργάνωσης Γιατροί Χωρίς Σύνορα στη Χαν Γιούνις, τον Φεβρουάριο του 2024, αποφασίστηκε η επιβολή «πειθαρχικών μέτρων» σε βάρος των στρατιωτικών που ενεπλάκησαν.
«Διαπιστώθηκε ότι οι στρατιώτες άνοιξαν πυρ για στρατιωτικό σκοπό, εναντίον ενός στόχου τον οποίο, με βάση τα χαρακτηριστικά του και υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες, θεωρούσαν στρατιωτικό στόχο», εξηγεί ο στρατός στην έκθεσή του, επισημαίνοντας ότι τη στιγμή της επίθεσης δεν γνώριζε πως «το κτίριο ήταν ένας γνωστός χώρος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα (MSF)».
Αντίθετα, ο στρατός έκλεισε άλλες δύο υποθέσεις, που αφορούσαν επιθέσεις οι οποίες στοίχισαν τη ζωή σε δύο εργαζομένους των Γιατρών Χωρίς Σύνορα (MSF), οι οποίοι κυκλοφορούσαν σε αυτοκινητοπομπή τον Νοέμβριο του 2023 στην πόλη της Γάζας, καθώς και σε επτά εργαζομένους της World Central Kitchen (WCK) τον Απρίλιο του 2024.
Οι προκαταρκτικές έρευνες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι «δεν υπήρχαν εύλογες υπόνοιες εγκληματικής συμπεριφοράς που θα δικαιολογούσαν την έναρξη ποινικής έρευνας ή τη λήψη περαιτέρω μέτρων εις βάρος οποιουδήποτε από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα».
![]()
