Μπορεί μια χώρα που βρίσκεται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού να γίνει «συνδεδεμένο μέλος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Μια πρωτοφανή γεωπολιτική συζήτηση ανοίγει η πρόταση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, να δημιουργηθεί ένα νέο καθεστώς «συνδεδεμένου μέλους» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τον Καναδά να είναι η πρώτη χώρα που θα μπορούσε να ενταχθεί σε αυτό. Πρόκειται για μια ιδέα που δεν προβλέπεται από τις ισχύουσες ευρωπαϊκές συνθήκες και, ως εκ τούτου, απαιτεί τη διαμόρφωση ενός νέου θεσμικού πλαισίου. Πέρα όμως από τη νομική πρωτοτυπία, η συγκεκριμένη πρόταση αποτυπώνει μια ευρύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι Βρυξέλλες αντιλαμβάνονται τις διεθνείς συμμαχίες της Ευρώπης.
Η κίνηση της φον ντερ Λάιεν δεν έρχεται σε πολιτικό κενό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή ασφάλεια, η πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες, η άμυνα και η τεχνολογική αυτονομία έχουν μετατραπεί σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας. Η αναζήτηση νέων και αξιόπιστων εταίρων αποτελεί πλέον βασικό κομμάτι της ευρωπαϊκής πολιτικής, ιδιαίτερα μετά τις ανατροπές που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία και τη μεταβολή των σχέσεων της Ευρώπης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Καναδάς ως νέος στρατηγικός εταίρος
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Καναδάς εμφανίζεται ως ένας εταίρος με ιδιαίτερη βαρύτητα. Διαθέτει σημαντικά αποθέματα κρίσιμων ορυκτών, ενεργειακούς πόρους και δυνατότητες συνεργασίας στους τομείς της άμυνας, της τεχνητής νοημοσύνης, του διαστήματος και των νέων τεχνολογιών. Παράλληλα, η Ευρώπη εξετάζει τη δυνατότητα ενίσχυσης των ενεργειακών της δεσμών με την Οτάβα, μεταξύ άλλων μέσω του καναδικού υγροποιημένου φυσικού αερίου και του υδρογόνου.
Η επιλογή του Καναδά, επομένως, δεν αφορά μόνο την ενίσχυση των διμερών σχέσεων. Εντάσσεται σε μια προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διευρύνει τις πηγές εφοδιασμού και τις στρατηγικές της συνεργασίες, περιορίζοντας εξαρτήσεις που τα τελευταία χρόνια αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ευάλωτες σε γεωπολιτικές κρίσεις. Η συνεργασία αυτή διαθέτει ήδη ισχυρή βάση μέσω της CETA, ενώ πλέον επεκτείνεται σε τομείς που συνδέονται άμεσα με την οικονομική και αμυντική ασφάλεια.
Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ, από το βήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έδωσε σαφές πολιτικό στίγμα στη νέα αυτή σχέση. Μίλησε για μια «συμμαχία για το μέλλον», δίνοντας έμφαση στην άμυνα, την ενέργεια, το διάστημα, το εμπόριο και την οικονομική ασφάλεια. Παράλληλα, επιχείρησε να παρουσιάσει τη συνεργασία Καναδά και Ευρώπης όχι ως ένα νέο γεωπολιτικό μπλοκ, αλλά ως έναν τρόπο ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των δύο πλευρών απέναντι στις πιέσεις ενός ολοένα πιο ασταθούς διεθνούς περιβάλλοντος.
Ο συμβολισμός που επέλεξε ο Κάρνεϊ ήταν χαρακτηριστικός. Αναφερόμενος στις κοινές ιστορικές ρίζες Ευρώπης και Καναδά, μίλησε για ένα «διατλαντικό δάσος», υποστηρίζοντας ότι ένα μεμονωμένο δέντρο μπορεί να πέσει, αλλά ένα ολόκληρο δάσος είναι πολύ πιο δύσκολο να αποσταθεροποιηθεί. Η εικόνα αυτή συμπυκνώνει ουσιαστικά τη λογική πίσω από τη νέα προσέγγιση: περισσότερες συνεργασίες, περισσότερες εναλλακτικές και μεγαλύτερη συλλογική ανθεκτικότητα.

Η αντίδραση της Ουάσιγκτον
Η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία, ωστόσο, έχει ήδη συναντήσει την αντίδραση της Ουάσιγκτον. Ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε «γελοία» την ιδέα του καναδικού «συνδεδεμένου μέλους» και προειδοποίησε ότι, εφόσον θεωρήσει τη συγκεκριμένη κίνηση εχθρική ενέργεια, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να επιβάλουν βαρείς δασμούς ή ακόμη και να διακόψουν τις εμπορικές συναλλαγές με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η αντίδραση αυτή προσδίδει στην ευρωπαϊκή πρωτοβουλία μια διάσταση που ξεπερνά κατά πολύ τις σχέσεις Βρυξελλών και Οτάβας. Η Ευρώπη επιχειρεί να διευρύνει τις στρατηγικές της επιλογές σε μια στιγμή κατά την οποία οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες δοκιμάζονται και η παλιά αντίληψη περί δεδομένης διατλαντικής ασφάλειας δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αυτονόητη. Την ίδια ώρα, η Ρωσία παραμένει βασικός παράγοντας αστάθειας στα ανατολικά της Ευρώπης, ενώ η ενεργειακή κρίση των προηγούμενων ετών ανέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο το κόστος της εξάρτησης από περιορισμένο αριθμό προμηθευτών.
Η προσπάθεια για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυτονομία είναι, επομένως, κατανοητή. Το δύσκολο σημείο βρίσκεται στην ισορροπία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί μέσα σε λίγους μήνες να αντικαταστήσει τις οικονομικές, εμπορικές και αμυντικές σχέσεις που έχει οικοδομήσει επί δεκαετίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπορεί, όμως, να επιχειρήσει να δημιουργήσει περισσότερες εναλλακτικές και να περιορίσει την εξάρτησή της από έναν μόνο γεωπολιτικό ή οικονομικό πόλο.

Το ευρωπαϊκό στοίχημα και το κόστος του
Σε αυτή τη λογική, η προσέγγιση με τον Καναδά μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό κομμάτι μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής στρατηγικής. Δεν είναι, όμως, χωρίς ρίσκο. Εάν η Ουάσιγκτον επιλέξει να αντιμετωπίσει τη στενότερη ευρωπαϊκο-καναδική συνεργασία ως απειλή και μετατρέψει τις προειδοποιήσεις για δασμούς σε πραγματικά μέτρα, οι οικονομικές συνέπειες θα είναι δύσκολο να αγνοηθούν. Η Ευρώπη θα κληθεί τότε να διαχειριστεί ταυτόχρονα τις γεωπολιτικές της ανάγκες και το κόστος μιας νέας εμπορικής αντιπαράθεσης.
Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι η συζήτηση για τον Καναδά αποκαλύπτει κάτι ευρύτερο για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Βρυξέλλες αναζητούν πλέον ένα μοντέλο στο οποίο η ασφάλεια, η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, η τεχνολογία και η οικονομία δεν θα εξαρτώνται από έναν περιορισμένο αριθμό εταίρων. Πρόκειται για μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο, επενδύσεις και κυρίως πολιτική συνέπεια.
Η σύνοδος ΕΕ–Καναδά στις 29 και 30 Οκτωβρίου στο Μόντρεαλ θα αποτελέσει το πρώτο ουσιαστικό τεστ για το κατά πόσο η νέα αυτή σχέση μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένη μορφή. Στο τραπέζι δεν θα βρίσκονται μόνο η ενέργεια, η άμυνα, οι κρίσιμες πρώτες ύλες και η τεχνολογία, αλλά και η ίδια η δυνατότητα Ευρώπης και Καναδά να μετατρέψουν τις κοινές διακηρύξεις σε μια σταθερή στρατηγική συνεργασία.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το εγχείρημα είναι κάτι περισσότερο από μια νέα συμφωνία με έναν παραδοσιακό εταίρο. Είναι μια δοκιμή της ικανότητάς της να διευρύνει τις επιλογές της χωρίς να διαρρήξει τις κρίσιμες διατλαντικές ισορροπίες. Και αυτή ακριβώς η ισορροπία θα κρίνει αν το «διατλαντικό δάσος» που οραματίζεται ο Κάρνεϊ θα αποκτήσει ρίζες ή θα μείνει μια φιλόδοξη, αλλά εύθραυστη ιδέα.
![]()
