Πάνω-κάτω μπροστά μας έχουμε μια προεκλογική περίοδο 300 ημερών και οι προκλήσεις είναι πολλές για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ο Πρωθυπουργός συνεχίζει τις περιοδείες του στη χώρα και μετά τη Ρόδο σήμερα θα επισκεφθεί τον Δήμο Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, για να συζητήσει με πολίτες. Η αλήθεια είναι ότι παρότι οι επόμενες εθνικές εκλογές απέχουν περίπου ένα χρόνο, στην καλύτερη των περιπτώσεων, το κυβερνητικό επιτελείο έχει ήδη πατήσει το κουμπί της προεκλογικής προετοιμασίας, εγκαινιάζοντας έναν μακρύ κύκλο περιοδειών και πολιτικών πρωτοβουλιών που θα διαρκέσει μέχρι την ώρα της κάλπης.
Η επιλογή αυτή δεν είναι προϊόν… πολιτικής άνεσης. Αντίθετα, αποτυπώνει την εκτίμηση του Μεγάρου Μαξίμου ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα είναι εξαιρετικά απαιτητική και ότι η μάχη για την επίτευξη της αυτοδυναμίας είναι ιδιαίτερα απαιτητική και δύσκολη. Την ίδια στιγμή ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα ότι εισέρχεται στην πιο δύσκολη φάση της πολιτικής του διαδρομής, καθώς για πρώτη φορά Έλληνας πρωθυπουργός θα κληθεί να διεκδικήσει με αξιώσεις μια τρίτη συνεχόμενη κυβερνητική θητεία, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στο μέσο ενός περιβάλλοντος αυξημένων κοινωνικών και οικονομικών απαιτήσεων.
Το πρώτο στοίχημα του Κυριάκου Μητσοτάκη
Το πρώτο μεγάλο στοίχημα για τον πρωθυπουργό είναι η διατήρηση του πλεονεκτήματος της πολιτικής πρωτοβουλίας. Οι συνεχείς περιοδείες σε όλη τη χώρα δεν έχουν μόνο επικοινωνιακό χαρακτήρα. Αποτελούν μια προσπάθεια επανασύνδεσης με την κοινωνία και κυρίως με την εκλογική βάση της Νέας Δημοκρατίας. Το μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι διπλό. Από τη μία η ανάδειξη του κυβερνητικού έργου και από την άλλη η διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής ατζέντας με ορίζοντα το 2030.
Δεν είναι τυχαία η φράση που χρησιμοποίησε στη Ρόδο: «Αυτά τα οποία μπορώ να κάνω θα τα υλοποιήσω και αυτά τα οποία δεν μπορώ δεν θα τα τάξω». Ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η αντιπολίτευση επιχειρεί να ανακτήσει πολιτικό έδαφος μέσα από εξαγγελίες, ο πρωθυπουργός επιλέγει να αντιπαραθέσει το αφήγημα της δημοσιονομικής σταθερότητας και του πολιτικού ρεαλισμού. Στην ουσία, επιδιώκει να παρουσιάσει τη Νέα Δημοκρατία ως τη μοναδική πολιτική δύναμη που μπορεί να συνδυάσει ανάπτυξη, ευρωπαϊκή αξιοπιστία και κυβερνητική σταθερότητα.
Το δεύτερο στοίχημα του Πρωθυπουργού
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, εξίσου σημαντική πρόκληση. Η ανανέωση του πολιτικού προσωπικού της Νέας Δημοκρατίας. Η σύνθεση της νέας Πολιτικής Επιτροπής, με υψηλό ποσοστό νέων εκλεγμένων στελεχών και σημαντική ηλικιακή ανανέωση, αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου πολιτικού σχεδιασμού. Στον πυρήνα αυτής της σκέψης η Νέα Δημοκρατία καλείται να επιβεβαιώσει ότι έχει την ικανότητα να ανανεώσει το στελεχιακό της δυναμικό χωρίς να χάνει τη συνοχή της, τον βηματισμό και την ψυχή της.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η σταδιακή ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων για τις επόμενες εθνικές εκλογές. Η επιλογή προσώπων όπως ο Παύλος Μαρινάκης, η Ειρήνη Αγαπηδάκη, ο Δημήτρης Παπαστεργίου, η Αλεξάνδρα Σδούκου, ο Νίκος Παπαϊωάννου και άλλοι, δείχνει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιδιώκει να δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό δυναμικό, το οποίο θα συνδυάζει κυβερνητική εμπειρία, τεχνοκρατική επάρκεια και κοινωνική αναγνωρισιμότητα.
Η ανανέωση αυτή, ωστόσο, δεν είναι μια εύκολη άσκηση. Κάθε νέο πρόσωπο που εισέρχεται στα ψηφοδέλτια επηρεάζει τις εσωκομματικές ισορροπίες και δημιουργεί νέες δυναμικές σε περιφέρειες όπου υπάρχουν ήδη ισχυρές υποψηφιότητες. Η διαχείριση των φιλοδοξιών των παλαιότερων στελεχών και η ενσωμάτωση της νέας γενιάς πολιτικών αποτελεί μια από τις πιο σύνθετες οργανωτικές προκλήσεις που έχει μπροστά της η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.
Ο παράγοντας «φθορά»
Υπάρχει όμως και ένα τρίτο επίπεδο δυσκολίας. Η αντιπολίτευση μπορεί να εμφανίζεται κατακερματισμένη, όμως η πολιτική φθορά μιας κυβέρνησης έξι και πλέον ετών είναι ένα αντικειμενικό δεδομένο. Η ακρίβεια, η καθημερινότητα, η στεγαστική κρίση, οι ανισότητες στην περιφέρεια, η λειτουργία του κράτους και η αποτελεσματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών θα αποτελέσουν τα βασικά πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης μέχρι το 2027. Σε αυτά τα ζητήματα θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η δυνατότητα της κυβέρνησης να διατηρήσει την κοινωνική της απήχηση.
![]()

