Η παρουσίαση του προγράμματος Τσίπρα ανοίγει τον κύκλο της πολιτικής σύγκρουσης, με την κυβέρνηση να σηκώνει το γάντι και τη ΔΕΘ να εξελίσσεται σε πρώτο πεδίο μάχης.
Η παρουσίαση του οικονομικού προγράμματος του Αλέξη Τσίπρα από τη Θεσσαλονίκη δεν έμεινε για πολύ στο επίπεδο των εξαγγελιών. Μέσα σε λίγες ώρες μετατράπηκε σε πολιτική αντιπαράθεση με φόντο τη ΔΕΘ, με την κυβέρνηση να σηκώνει το γάντι και να επιχειρεί να αποδομήσει τόσο το κόστος όσο και τη λογική των προτάσεων της ΕΛ.Α.Σ.
Η παρέμβαση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη έδωσε ουσιαστικά το στίγμα μιας σύγκρουσης που αναμένεται να εξελιχθεί πολύ πέρα από τα όρια της φετινής Έκθεσης. Με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη για να παρουσιάσει το δικό του οικονομικό σχέδιο, η αντιπαράθεση αποκτά πλέον σαφή χαρακτηριστικά σύγκρισης δύο διαφορετικών πολιτικών προτάσεων, αλλά και δύο διαφορετικών αφηγημάτων για την επόμενη ημέρα της χώρας.
Ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε από τη Θεσσαλονίκη να παρουσιάσει ένα συνολικό σχέδιο αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου, με βασικούς άξονες την αύξηση των εισοδημάτων, τη φορολογική ελάφρυνση των χαμηλότερων και μεσαίων στρωμάτων, την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και τη διοχέτευση δημόσιων και ιδιωτικών πόρων σε μια νέα παραγωγική βάση.
Η κυβέρνηση, από την άλλη, επέλεξε να χτυπήσει στο σημείο που θεωρεί πιο ευάλωτο: την κοστολόγηση και τη δημοσιονομική αξιοπιστία.
Η κυβέρνηση σηκώνει το γάντι
Ο Παύλος Μαρινάκης σχολίασε με ιδιαίτερα επιθετικό τρόπο τις εξαγγελίες Τσίπρα, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει μεγάλες υποσχέσεις χωρίς αντίστοιχη τεκμηρίωση για το πού θα βρεθούν οι απαραίτητοι πόροι.
Στο κυβερνητικό αφήγημα, οι εξαγγελίες της ΕΛ.Α.Σ. παραπέμπουν σε μια λογική παροχών που, όπως υποστηρίζεται, έχει δοκιμαστεί στο παρελθόν και έχει πλέον ξεπεραστεί.
Ιδιαίτερα στο στόχαστρο βρέθηκε η πρόταση για τη δημιουργία 50.000 προσιτών κατοικιών. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιχείρησε να αναδείξει το δημοσιονομικό αποτύπωμα της συγκεκριμένης δέσμευσης, υπολογίζοντας το κόστος κατασκευής σε περίπου 8 δισ. ευρώ.
Με αυτόν τον τρόπο, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το «τι υπόσχεται ο Τσίπρας» στο «πόσο κοστίζουν όλα αυτά και ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό».
Το ίδιο επιχείρημα χρησιμοποιήθηκε και για την πρόταση περί «Πατριωτικής Εισφοράς» στο ισχυρότερο 1% της κοινωνίας. Ο κ. Μαρινάκης υποστήριξε ότι τα έσοδα από τη συγκεκριμένη εισφορά δεν επαρκούν για να χρηματοδοτήσουν το σύνολο των μέτρων που εξαγγέλθηκαν.
Η κυβέρνηση, επομένως, επιχειρεί να χτίσει τη δική της γραμμή άμυνας πάνω σε μία λέξη: κοστολόγηση.
Από την «Πατριωτική Εισφορά» στον κατώτατο μισθό
Η αντιπαράθεση δεν περιορίστηκε στη φορολογία.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έθεσε στο τραπέζι και τη σύγκριση των μισθών, υπενθυμίζοντας ότι ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε από τα 650 ευρώ στα 920 ευρώ επί κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, απαντώντας έτσι στην εξαγγελία της ΕΛ.Α.Σ. για κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ από το 2027.
Το μήνυμα είναι σαφές: η κυβέρνηση θέλει να εμφανιστεί ως η δύναμη που ήδη αυξάνει τα εισοδήματα, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας ως εκείνος που επιστρέφει με νέες υποσχέσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάχθηκε και η αναφορά του κ. Μαρινάκη στην κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα φυσικά πρόσωπα, μέτρο που η ΕΛ.Α.Σ. περιλαμβάνει στις δικές της φορολογικές δεσμεύσεις.
Έτσι, η προεκλογική συζήτηση αρχίζει να αποκτά έναν ακόμη βασικό άξονα: ποιος έχει ήδη εφαρμόσει μέτρα και ποιος υπόσχεται τα επόμενα.
«Δεν έχει αλλάξει τίποτα», λέει η κυβέρνηση – «Έχουμε κοστολογήσει τα πάντα», απαντά η ΕΛ.Α.Σ.
Η σύγκρουση μεταφέρθηκε σχεδόν αμέσως και στην ίδια την αξιοπιστία των αριθμών.
Η κυβέρνηση αμφισβητεί το συνολικό κόστος που παρουσιάζει η ΕΛ.Α.Σ., υποστηρίζοντας ότι οι πραγματικές δημοσιονομικές ανάγκες των εξαγγελιών είναι πολύ υψηλότερες.
Από την πλευρά της, η ΕΛ.Α.Σ. απαντά ότι το δικό της πρόγραμμα ανέρχεται σε περίπου 7,4 δισ. ευρώ και όχι στα ποσά που υποστηρίζει η κυβέρνηση και επιχειρεί να κλείσει τη συζήτηση με έναν θεσμικό τρόπο: την αποστολή του προγράμματος στο Εθνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο για ανεξάρτητη αξιολόγηση της κοστολόγησης.
Με αυτόν τον τρόπο, η αντιπαράθεση περνά πλέον από το πολιτικό επίπεδο στο τεχνικό πεδίο. Και το ποιος έχει δίκιο στους αριθμούς αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το οικονομικό πρόγραμμα αναμένεται να αποτελέσει βασικό όπλο και των δύο πλευρών στην πορεία προς τις εκλογές.
Η απάντηση Μητσοτάκη θα έρθει από τη ΔΕΘ
Το timing δεν είναι τυχαίο.
Λίγες ημέρες μετά την παρουσίαση του προγράμματος Τσίπρα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη για τη δική του μεγάλη οικονομική παρέμβαση.
Η φετινή ΔΕΘ έχει διαφορετικό βάρος, καθώς πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία το πολιτικό σκηνικό κινείται ήδη με εκλογικό ορίζοντα.
Το Μέγαρο Μαξίμου προετοιμάζει ένα πακέτο μέτρων με επίκεντρο την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, με παρεμβάσεις που θα αφορούν μισθωτούς, συνταξιούχους, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και οικογένειες με παιδιά.
Παράλληλα, η κυβερνητική στρατηγική δεν σταματά στο 2027. Το αφήγημα που αναμένεται να ξεδιπλωθεί στη Θεσσαλονίκη θα κοιτάζει μέχρι το 2030, επιχειρώντας να παρουσιάσει την επόμενη τετραετία ως συνέχεια της σημερινής οικονομικής πολιτικής.
Έτσι, η ΔΕΘ μετατρέπεται σε κάτι περισσότερο από μια ετήσια οικονομική εξαγγελία. Γίνεται το πρώτο μεγάλο πεδίο όπου κυβέρνηση και αντιπολίτευση θα επιχειρήσουν να απαντήσουν στο ίδιο ερώτημα: πώς θα είναι η Ελλάδα της επόμενης τετραετίας και ποιος μπορεί να την οδηγήσει εκεί.
Δύο διαφορετικά αφηγήματα
Η σύγκρουση που ξεκίνησε στη Θεσσαλονίκη έχει πλέον όλα τα χαρακτηριστικά μιας προεκλογικής αναμέτρησης.
Από τη μία πλευρά, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να επαναφέρει στο πολιτικό προσκήνιο ένα αφήγημα αναδιανομής, κοινωνικής προστασίας και αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου, με μεγάλες παρεμβάσεις στη φορολογία, τη στέγη, τους μισθούς, την Υγεία και την Παιδεία.
Από την άλλη, η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιπαραθέσει ένα αφήγημα οικονομικής σταθερότητας, σταδιακών αυξήσεων του εισοδήματος και δημοσιονομικής αξιοπιστίας, υποστηρίζοντας ότι οι παροχές πρέπει να συμβαδίζουν με τις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας.
Το ενδιαφέρον πλέον μετατοπίζεται στη ΔΕΘ.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται να παρουσιάσει τη δική του απάντηση, έχοντας απέναντί του ένα πρόγραμμα που ήδη τέθηκε στο τραπέζι με συγκεκριμένους αριθμούς και δεσμεύσεις. Και η αντιπαράθεση δεν θα αφορά μόνο τα μέτρα, αλλά το ποιος μπορεί να πείσει ότι διαθέτει αξιόπιστο σχέδιο διακυβέρνησης.
Η Θεσσαλονίκη, επομένως, λειτουργεί ήδη ως το πρώτο μεγάλο πολιτικό τεστ της νέας περιόδου. Η «μάχη των προγραμμάτων» μόλις άρχισε και όλα δείχνουν ότι θα αποτελέσει έναν από τους βασικούς άξονες της προεκλογικής περιόδου.
![]()
