Ο τελευταίος ας κλείσει την πόρτα
(ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)

Ο τελευταίος ας κλείσει την πόρτα

Υπήρξε κάποτε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και της κυβερνητικής εξουσίας. Σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να δίνει μάχη όχι για το ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα, αλλά για το ποιος θα κρατήσει όρθιο το ίδιο το κόμμα.

Οι τελευταίες εξελίξεις στην Κουμουνδούρου δεν συνιστούν απλώς ακόμη ένα επεισόδιο εσωστρέφειας. Αποτελούν την κορύφωση μιας πολυετούς πορείας αποσύνθεσης, με αποχωρήσεις, παραιτήσεις, αλληλοκατηγορίες και μια Κοινοβουλευτική Ομάδα που συρρικνώνεται μέρα με τη μέρα.

Μέσα σε λίγες ώρες, οι αποχωρήσεις των Αλέξανδρου Μεϊκόπουλου, Χάρη Μαμουλάκη και Μαρίνας Κοντοτόλη μείωσαν ακόμη περισσότερο τη δύναμη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, ενώ πληροφορίες θέλουν να ακολουθούν και άλλοι βουλευτές. Είχαν προηγηθεί οι παραιτήσεις του διευθυντή της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, Γιώργου Μπάκη, και του αναπληρωτή εκπροσώπου Τύπου, Φοίβου Τσικλιά, οι οποίοι περιέγραψαν στις επιστολές τους ένα κόμμα που έχει εγκλωβιστεί σε προσωπικές στρατηγικές, εσωστρέφεια και διαρκείς εσωτερικές συγκρούσεις.

Το σκηνικό συμπλήρωσε η παραίτηση του Σωκράτη Φάμελλου από την προεδρία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και η απουσία του από τη συνεδρίαση εκλογής νέου γραμματέα, αφήνοντας σαφείς αιχμές για μεθοδεύσεις με μοναδικό στόχο την επιστροφή του Παύλου Πολάκη στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, ώστε να μπορέσει να διεκδικήσει την προεδρία. Η εκλογή του Γιάννη Αμανατίδη στη θέση του γραμματέα άνοιξε τον δρόμο για την επανένταξη του βουλευτή Χανίων, ο οποίος πλέον ετοιμάζεται να αναμετρηθεί με τη Ρένα Δούρου για την ηγεσία.

Γιατί ο Πολάκης θέλει τόσο πολύ την προεδρία;

Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι γιατί ο Παύλος Πολάκης επιδιώκει με τόση ένταση να βρεθεί στην κορυφή ενός κόμματος που βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση.

Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στη φιλοδοξία. Παρά την εικόνα κατάρρευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να αποτελεί έναν πολιτικό οργανισμό με θεσμικό βάρος. Ο πρόεδρός του αποκτά πρόσβαση στον κοινοβουλευτικό μηχανισμό, διαμορφώνει την πολιτική ατζέντα του κόμματος, εκπροσωπεί τον χώρο της αξιωματικής – κάποτε – Αριστεράς στις διεργασίες της Κεντροαριστεράς και παραμένει συνομιλητής σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το όνομα του ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να διαθέτει πολιτική αναγνωρισιμότητα, ακόμη κι αν η εκλογική του επιρροή έχει καταρρεύσει.

Για τον ίδιο τον Παύλο Πολάκη, η ηγεσία αποτελεί και προσωπικό πολιτικό στοίχημα. Δεν κρύβει ότι θεωρεί πως μόνο ο ίδιος μπορεί να κρατήσει το κόμμα εντός Βουλής, δηλώνοντας δημόσια πως «μπορώ να βάλω τον ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή, η Ρένα Δούρου δεν μπορεί». Οι συνεργάτες του ζητούν ακόμη και την απόσυρση της υποψηφιότητας της Ρένας Δούρου, θεωρώντας ότι η εκλογή του αποτελεί μονόδρομο για την πολιτική επιβίωση του κόμματος.

Ωστόσο, όποιος κι αν εκλεγεί, δύσκολα θα μπορεί να πανηγυρίζει.

Η βαριά κληρονομιά

Ο νέος πρόεδρος δεν θα παραλάβει μόνο έναν κομματικό μηχανισμό. Θα παραλάβει ένα κόμμα βαθιά τραυματισμένο πολιτικά, οργανωτικά και οικονομικά.

Το πρώτο μεγάλο μέτωπο είναι τα οικονομικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να βαρύνεται με σημαντικές τραπεζικές υποχρεώσεις, όπως συνέβη και με τα υπόλοιπα κόμματα εξουσίας. Αν και το κτίριο της Κουμουνδούρου έχει αποπληρώσει το αρχικό δάνειο με το οποίο αγοράστηκε, το ακίνητο έχει χρησιμοποιηθεί ως εγγύηση στο πλαίσιο ρυθμίσεων των τραπεζικών οφειλών του κόμματος. Παράλληλα, η δραστική μείωση της κρατικής χρηματοδότησης, ως αποτέλεσμα της εκλογικής συρρίκνωσης, περιορίζει σημαντικά τις οικονομικές δυνατότητες της Κουμουνδούρου.

Στο οικονομικό βάρος προστίθενται και οι εκκρεμότητες γύρω από τα κομματικά μέσα ενημέρωσης, την «Αυγή» και τον ραδιοφωνικό σταθμό «Στο Κόκκινο», τα οποία απαιτούν δύσκολες και συχνά αντιδημοφιλείς αποφάσεις για να καταστούν βιώσιμα.

Το δεύτερο μέτωπο είναι το εσωκομματικό. Οι διασπάσεις δεν αποτελούν πλέον εξαίρεση αλλά κανονικότητα. Το κόμμα έχει χάσει στελέχη, βουλευτές και οργανωτικά στελέχη, ενώ η αμφισβήτηση της εκάστοτε ηγεσίας έχει εξελιχθεί σε μόνιμο χαρακτηριστικό της εσωτερικής του λειτουργίας. Η εικόνα μιας Κοινοβουλευτικής Ομάδας που συρρικνώνεται διαρκώς καθιστά ακόμη δυσκολότερη οποιαδήποτε προσπάθεια επανεκκίνησης.

Το τρίτο και ίσως σημαντικότερο πρόβλημα είναι η κρίση ταυτότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να αναζητά τη φυσιογνωμία του, ταλαντευόμενος ανάμεσα στη ριζοσπαστική Αριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία. Χωρίς σαφές πολιτικό στίγμα και χωρίς ενιαία στρατηγική, η επιστροφή στην κοινωνία μοιάζει εξαιρετικά δύσκολη.

Η επόμενη μέρα

Το Σάββατο, οι εναπομείναντες βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ θα κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα στη Ρένα Δούρου και τον Παύλο Πολάκη. Όποιος κι αν επικρατήσει, όμως, δεν θα παραλάβει ένα κόμμα σε τροχιά ανάκαμψης, αλλά έναν πολιτικό οργανισμό που προσπαθεί να επιβιώσει.

Ο νέος πρόεδρος θα κληθεί να διαχειριστεί μια Κοινοβουλευτική Ομάδα που αποψιλώνεται, οικονομικές υποχρεώσεις που περιορίζουν τις κινήσεις του, κομματικές δομές που χρειάζονται ανασυγκρότηση και μια κοινωνική βάση που εδώ και χρόνια απομακρύνεται από την Κουμουνδούρου. Κυρίως, όμως, θα πρέπει να απαντήσει στο υπαρξιακό ερώτημα για το τι ακριβώς εκπροσωπεί πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, πάνω από την Κουμουνδούρου αιωρείται και η σκιά του Αλέξη Τσίπρα. Η παρουσία της ΕΛΑΣ – της πολιτικής του πρωτοβουλίας που συγκεντρώνει ολοένα και περισσότερα πρώην στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ – αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη νέα ηγεσία. Δεν πρόκειται απλώς για έναν ακόμη πολιτικό φορέα στον χώρο της Κεντροαριστεράς, αλλά για έναν πόλο που διαθέτει το πολιτικό κεφάλαιο του πρώην πρωθυπουργού και λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για στελέχη που εγκαταλείπουν το κόμμα.

Ήδη αρκετά πρόσωπα που αποχωρούν ή βρίσκονται κοντά στην έξοδο συνομιλούν με την πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα ή συμμετέχουν σε αυτήν, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να χάσει όχι μόνο δυνάμεις, αλλά και τον ιστορικό του ρόλο ως βασικός εκφραστής της ελληνικής Αριστεράς.

Έτσι, η επόμενη ημέρα δεν θα κριθεί μόνο από το αν πρόεδρος θα είναι ο Παύλος Πολάκης ή η Ρένα Δούρου. Θα κριθεί από το αν ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ανασυγκροτηθεί πριν ολοκληρωθεί η αναδιάταξη του χώρου της Κεντροαριστεράς γύρω από νέους πόλους εξουσίας. Και σε αυτή τη διαδικασία, ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει ο παράγοντας που όλοι υπολογίζουν, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν βρίσκεται στην Κουμουνδούρου.

Γιατί, αν συνεχιστεί ο ίδιος κύκλος εσωστρέφειας, προσωπικών στρατηγικών και διαρκών αποχωρήσεων, ο τελευταίος, πράγματι, ας κλείσει την πόρτα.

Loading

Play