Τρεις αστυνομικοί βρίσκονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, αντιμετωπίζοντας την κατηγορία του βιασμού 19χρονης μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας, τον Οκτώβριο του 2022.
Υπενθυμίζεται ότι οι κατηγορούμενοι είχαν τεθεί αρχικά σε διαθεσιμότητα για περίπου δύο έτη, ωστόσο στη συνέχεια επανήλθαν στα καθήκοντά τους, τοποθετημένοι όμως σε διαφορετικές υπηρεσίες και περιοχές.
Την Τετάρτη 11/2, στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων, η εκδίκαση της υπόθεσης συνεχίστηκε με την 19χρονη να καταθέτει και να περιγράφει όσα – όπως υποστηρίζει – βίωσε.
Η νεαρή γυναίκα αφηγήθηκε αναλυτικά τα γεγονότα της νύχτας της 11ης Οκτωβρίου 2022, ξεκινώντας από τη συνάντησή της με δύο εκ των κατηγορουμένων στον σταθμό του Θησείου. Όπως ανέφερε, τους πλησίασε ζητώντας καθοδήγηση για εργασιακό ζήτημα που την απασχολούσε, καθώς – όπως είπε – εργαζόταν χωρίς ασφάλιση και φοβόταν ενδεχόμενες επιπτώσεις αν απευθυνόταν επισήμως στις Αρχές.
Κατά την κατάθεσή της, σύμφωνα με το dikastiko.gr, η συζήτηση διεξήχθη σε «φιλικό και χαλαρό κλίμα», ενώ αντάλλαξαν και στοιχεία επικοινωνίας. Οι αστυνομικοί, όπως ισχυρίστηκε, της πρότειναν να μεταβεί στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας, διαβεβαιώνοντάς την ότι θα τη διευκολύνουν να μιλήσει με τον αξιωματικό υπηρεσίας.
«Τους εμπιστεύτηκα, ήταν σε υπηρεσία», ανέφερε. Φθάνοντας στην Ομόνοια, τους συνάντησε σε καφέ έξω από το τμήμα. Η 19χρονη κατέθεσε ότι εισήλθαν μαζί στο κτίριο και οδηγήθηκε σε χώρο που – όπως διαπίστωσε – χρησιμοποιούνταν ως αποδυτήρια. Εκεί της ζητήθηκε να περιμένει. Ένας από τους κατηγορούμενους αποχώρησε λέγοντας «θα σας αφήσω να τα πείτε», φράση που – όπως υποστήριξε – της δημιούργησε έντονη ανησυχία.
Σύμφωνα με την αφήγησή της, παρέμεινε μόνη με έναν από τους αστυνομικούς, ο οποίος άρχισε να τη φιλά. «Δεν αντέδρασα. Πάγωσα», κατέθεσε. Όπως περιέγραψε, όταν εκείνος έβγαλε τη ζώνη και το υπηρεσιακό του όπλο, φοβήθηκε, αν και – όπως διευκρίνισε – δεν της το έστρεψε ούτε διατύπωσε ευθεία απειλή.
Σε ερώτηση της προέδρου για ποιον λόγο δεν αντιστάθηκε, απάντησε: «Ήμουν σε σοκ. Ο μηχανισμός άμυνας μου ήταν κοκαλωμένος». Πρόσθεσε ότι τα παιδικά της βιώματα, με εμπειρίες βίας από τον πατέρα της, την είχαν καταστήσει ιδιαίτερα φοβική.
Η μάρτυρας έκανε λόγο για εξαναγκασμό σε γενετήσιες πράξεις και για βίαιη συνουσία. «Πονούσα και μου είπε «μη φωνάζεις»», κατέθεσε, σημειώνοντας ότι είχε κλειστά τα μάτια και σκεφτόταν «πότε θα τελειώσει αυτό».
Όπως υποστήριξε, αμέσως μετά την αποχώρηση του πρώτου κατηγορούμενου, εισήλθε στον χώρο ο δεύτερος. Του είπε – σύμφωνα με την ίδια – «έγινε κάτι χωρίς τη συναίνεσή μου», χωρίς όμως, όπως ανέφερε, να βρει ανταπόκριση. Αντίθετα, όπως κατέθεσε, ακολούθησε και δεύτερη σεξουαλική επίθεση.
Ιδιαίτερη μνεία έγινε σε κάμερα που έφερε στο γιλέκο του ο ένας εκ των κατηγορουμένων. Η 19χρονη υποστήριξε ότι αντιλήφθηκε κόκκινη ένδειξη να αναβοσβήνει και τον ρώτησε για ποιον λόγο. Εκείνος της απάντησε – όπως κατέθεσε – ότι «τελειώνει η μπαταρία». Η ίδια εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η συσκευή κατέγραφε.
Η πρόεδρος υπέβαλε κατ’ επανάληψη ερωτήματα σχετικά με τη στάση της.
– «Γιατί δεν είπατε ξεκάθαρα ότι δεν θέλετε;»
– «Δεν ήξερα πώς θα αντιδράσει. Φοβόμουν», απάντησε.
Σε άλλο σημείο της διαδικασίας, η πρόεδρος παρατήρησε ότι ο δράστης δεν συνηθίζει να ρωτά «γιατί τρέμεις;», με τη μάρτυρα να δηλώνει πως δεν μπορεί να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά του, παρά μόνο να επισημάνει ότι η ίδια ένιωθε φόβο και αδυναμία να αντιδράσει.
Μετά το περιστατικό, όπως κατέθεσε, της ειπώθηκε «φύγε πρώτη». Επέστρεψε στην οικία της χωρίς να αποκαλύψει άμεσα όσα είχαν συμβεί, παρότι – όπως ανέφερε – η μητέρα της την καλούσε επανειλημμένα στο τηλέφωνο. «Δεν απάντησα», είπε.
Την επόμενη ημέρα έλαβε χάπι επείγουσας αντισύλληψης και επισκέφθηκε γυναικολόγο, ο οποίος τη συμβούλευσε να προσφύγει στις Αρχές. Η ίδια παραδέχθηκε ότι αρχικά δίστασε, επικαλούμενη έλλειψη εμπιστοσύνης. Τελικώς υπέβαλε καταγγελία, ενώ ανέφερε πως σε αστυνομικό τμήμα όπου απευθύνθηκε άκουσε τη φράση «είμαστε μια κλίκα μεταξύ μας».
Κατά την εξέτασή της από τον εισαγγελέα, ερωτήθηκε για μήνυμα που φέρεται να απέστειλε σε έναν από τους κατηγορουμένους την επόμενη ημέρα. Παραδέχθηκε ότι του έστειλε φωτογραφία από ημερολόγιο περιόδου, χαρακτηρίζοντάς το «ειρωνικό αποδεικτικό» ότι δεν αιμορραγούσε λόγω έμμηνης ρύσης. Όπως ανέφερε, εκείνος της απάντησε «μην ασχολείσαι, δεν έγινε κάτι».
Το χρονικό της υπόθεσης
Η 19χρονη είχε καταγγείλει ότι οι δύο αστυνομικοί, 24 και 27 ετών, την βίασαν μέσα σε ένα δωμάτιο του αστυνομικού τμήματος Ομονοίας που λειτουργεί ως αποδυτήρια. Φέρονται να βιντεοσκοπούσαν τις πράξεις τους και για αυτό κατηγορήθηκαν και για παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η 19χρονη συνομίλησε με τους αστυνομικούς στον ΗΣΑΠ Θησείου, τους έκανε ερωτήσεις για ένα προσωπικό της πρόβλημα κι εκείνοι φέρεται να της ζήτησαν να πάει να τους βρει στο αστυνομικό τμήμα Ομονοίας όπου την ξενάγησαν και στη συνέχεια την βίασαν.
Οι κατηγορούμενοι είχαν αρνηθεί όλες τις κατηγορίες και υποστήριξαν ότι υπήρξε συναίνεση της 19χρονης.
![]()
