Η Νέα Υόρκη ήταν από την αρχή κάτι πολύ περισσότερο από η πόλη των Interpol. Έγινε κομμάτι του ήχου και της ταυτότητάς τους, έστω κι αν αυτή η σχέση διαμορφώθηκε και από μια ιστορική συγκυρία.
Το Turn On the Bright Lights είχε γραφτεί πριν από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, όμως όταν κυκλοφόρησε το 2002, η σκοτεινή και μελαγχολική του ατμόσφαιρα έμοιαζε να μιλά για μια τραυματισμένη πόλη. Ο πρώτος δίσκος των Interpol συνδέθηκε έτσι με το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής.
Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, το συγκρότημα επιστρέφει σε ένα περιβάλλον με παράξενες ομοιότητες με εκείνο των πρώτων χρόνων του. Οι ΗΠΑ βρίσκονται ξανά σε πόλεμο στο εξωτερικό, ενώ η επιτήρηση έχει ακόμη πιο έντονη παρουσία στην καθημερινότητα. Αυτή τη φορά, όμως, οι Interpol δεν αφήνουν απλώς την εποχή να καθρεφτιστεί στη μουσική τους. Στο νέο τους άλμπουμ, This Mirror Weighs a Ton, στρέφονται συνειδητά στην τεχνολογία, την παρακολούθηση, την τεχνητή νοημοσύνη και την απομόνωση του σύγχρονου ανθρώπου. Είναι επίσης ο πρώτος δίσκος που ηχογράφησαν στη Νέα Υόρκη εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.
Μιλώντας στους New York Times στο Σαν Φρανσίσκο, όπου οι Interpol έδωσαν τρεις συναυλίες στο πλαίσιο της περιοδείας τους στη Βόρεια Αμερική, ο Πολ Μπανκς είπε ότι ένα έργο μπορεί μερικές φορές να εμφανιστεί ακριβώς τη στιγμή που το κοινό το χρειάζεται. Για τον 48χρονο frontman, ένας καλλιτέχνης οφείλει να καταλαβαίνει τον παλμό όσων συμβαίνουν γύρω του, ακόμη κι όταν δεν τα περνά στη δουλειά του με απόλυτα συνειδητό τρόπο.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Interpol (@interpol)
Η θεματολογία του This Mirror Weighs a Ton γίνεται ξεκάθαρη ήδη από το εξώφυλλό του. Πρωταγωνιστεί ένας πολυέλαιος φτιαγμένος από 14 κάμερες κλειστού κυκλώματος, στραμμένες προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Πρόκειται για το έργο Asymmetric Love Number 2 της καλλιτέχνιδας Άντι Βάγκενκνεχτ, το οποίο ανήκει στη μόνιμη συλλογή του Whitney Museum.
Η εικόνα παραπέμπει ευθέως σε έναν κόσμο διαρκούς παρακολούθησης, ενώ τα τραγούδια εξετάζουν την αδιάκοπη τεχνολογική εξέλιξη και την αντίφαση μιας προόδου που, αντί να φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά, μπορεί να εντείνει την απομόνωσή τους.
Μουσικά, οι Interpol δεν εγκαταλείπουν όσα τους έκαναν αναγνωρίσιμους. Τα αιχμηρά riffs, οι παραμορφωμένες κιθάρες και οι εναλλαγές στην τονικότητα παραμένουν, αλλά αυτή τη φορά συνυπάρχουν με περισσότερους πειραματισμούς: ατμοσφαιρικά synths, πνευστά και ακόμη και ήχους πουλιών ηχογραφημένους στο Σέντραλ Παρκ.
Ο Ντάνιελ Κέσλερ θεωρεί ότι αυτή η εξέλιξη δεν σημαίνει ρήξη με το παρελθόν. Οι Interpol, όπως λέει, αλλάζουν σταδιακά μέσα από μια συνεχή διαδικασία αναζήτησης. Και, παρότι το συναίσθημα ήταν πάντα βασικό συστατικό των δίσκων τους, στο νέο άλμπουμ η γνωστή βαρύτητα συνοδεύεται περισσότερο από ποτέ από ελπίδα και πιο παιχνιδιάρικη διάθεση.
Παρότι ταυτίστηκαν όσο λίγα συγκροτήματα της γενιάς τους με τη Νέα Υόρκη, οι περισσότεροι Interpol δεν γεννήθηκαν εκεί. Ο Κέσλερ γεννήθηκε στην Αγγλία, μεγάλωσε στη Γαλλία και βρέθηκε στη Νέα Υόρκη για σπουδές στο NYU, όπου γνώρισε τον Κάρλος Ντένγκλερ. Ο Πολ Μπανκς, επίσης γεννημένος στην Αγγλία και μεγαλωμένος στο Μεξικό και την Ισπανία, μπήκε αργότερα στην παρέα. Το 2000 προστέθηκε και ο ντράμερ Σαμ Φογαρίνο από τη Φιλαδέλφεια.
Έναν χρόνο αργότερα, το συγκρότημα βρισκόταν ήδη στα μικρά και ασφυκτικά rock clubs του Lower East Side. Σε μια περίοδο που το MTV κυριαρχούνταν από την αισθητική της alt-metal, οι Interpol επέλεξαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα: κοστούμια, σκούρα χρώματα και αισθητική που θύμιζε γαλλική Nouvelle Vague.
Το Turn On the Bright Lights κυκλοφόρησε το 2002 και ταίριαξε σχεδόν ανατριχιαστικά με τη Νέα Υόρκη εκείνης της περιόδου. Η σκοτεινή του διάθεση συνδέθηκε με μια Αμερική που συζητούσε την εξωτερική πολιτική του Τζορτζ Μπους, την Patriot Act, την επέκταση της κρατικής παρακολούθησης και τους πολέμους που ακολούθησαν την 11η Σεπτεμβρίου.
Την ίδια περίοδο, μια νέα σκηνή γεννιόταν στην πόλη. Οι Interpol μοιράζονταν χώρους προβών με τους TV on the Radio, Animal Collective και Lightning Bolt, οι Yeah Yeah Yeahs εμφανίζονταν στο Mercury Lounge και οι Strokes εξελίσσονταν σε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα συγκροτήματα του Lower Manhattan. Ύστερα από χρόνια κατά τα οποία το αμερικανικό rock παρέπεμπε κυρίως στο Σιάτλ ή στο Λος Άντζελες, η Νέα Υόρκη βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Interpol (@interpol)
Με το Antics του 2004, οι Interpol συνέχισαν πάνω στα θεμέλια του πρώτου δίσκου, πριν κινηθούν προς έναν πιο μεγάλο και φιλόδοξο ήχο στις επόμενες κυκλοφορίες τους. Η εξέλιξη αυτή δεν άρεσε σε όλους, αλλά έδειξε ότι το συγκρότημα δεν ήθελε να μείνει εγκλωβισμένο στη φόρμουλα που το έκανε γνωστό.
Η επόμενη δεκαετία έφερε όμως σοβαρές εσωτερικές αναταράξεις. Ύστερα από χρόνια αδιάκοπων περιοδειών, οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη είχαν επιβαρυνθεί. Ο Μπανκς είχε βυθιστεί στον τρόπο ζωής που συνόδευε το στερεότυπο του rock star, με αλκοόλ και ναρκωτικά, ενώ οι δημιουργικές διαφωνίες του Κάρλος Ντένγκλερ με τους υπόλοιπους οδήγησαν τελικά στην αποχώρησή του. Για ένα διάστημα, ακόμη και η συνέχιση των Interpol έμοιαζε αβέβαιη.
Ο Μπανκς αναγνωρίζει σήμερα και τη δική του ευθύνη για εκείνη την περίοδο. Όπως είπε στους New York Times, συμπεριφορές της νεότητάς του συνέβαλαν στην επιδείνωση των σχέσεων μέσα στο συγκρότημα. Θεωρεί, ωστόσο, σημαντικό ότι η αποχώρηση του Ντένγκλερ δεν εξελίχθηκε σε μια οριστική και εχθρική ρήξη.
Μέχρι το 2011, ο ίδιος είχε αλλάξει τρόπο ζωής, ενώ ο Μπραντ Τρουάξ, γνωστός από τους Spiritualized και τους Gang Gang Dance, κάλυψε το κενό στο μπάσο και έγινε σταθερή παρουσία στις εμφανίσεις του συγκροτήματος.
Το πέρασμα του χρόνου δεν περιόρισε το κοινό των Interpol στους ανθρώπους που τους άκουγαν στις αρχές των 00s. Αντίθετα, η επιστροφή του shoegaze και η αναβίωση της αισθητικής Y2K έφεραν τη μουσική τους μπροστά σε μια νεότερη γενιά.
Τραγούδια από το El Pintor του 2014, όπως τα Everything Is Wrong και All the Rage Back Home, βοήθησαν στην προσέλκυση νέων ακροατών. Σύμφωνα με τη δισκογραφική Partisan, περισσότερο από το μισό κοινό των Interpol στο Spotify είναι σήμερα κάτω των 35 ετών.
Η απήχησή τους είναι ιδιαίτερα μεγάλη και στη Λατινική Αμερική, όπου η μελαγχολία της μουσικής τους βρήκε πρόσφορο έδαφος σε ένα κοινό εξοικειωμένο με καλλιτέχνες όπως ο Morrissey και οι Cure. Το 2024 αυτή η σχέση αποτυπώθηκε εντυπωσιακά στο Zócalo της Πόλης του Μεξικού: περισσότεροι από 160.000 άνθρωποι παρακολούθησαν τη συναυλία τους, τη μεγαλύτερη που έχουν δώσει μέχρι σήμερα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Interpol (@interpol)
Η δημιουργία του The Other Side of Make-Believe το 2022 έγινε κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες των πρώτων lockdown, με τα μέλη του συγκροτήματος να δουλεύουν χωριστά. Για τον Κέσλερ, η απομόνωση έκανε τη διαδικασία δύσκολη. Έτσι, για το επόμενο άλμπουμ ήθελε το αντίθετο: επιστροφή στο Lower Manhattan και στη συλλογική διαδικασία που χαρακτήριζε τα πρώτα χρόνια των Interpol.
Στην παραγωγή μπήκε ο Άντριου Γουάιατ, παλιός φίλος του Κέσλερ και πρώην μέλος των Miike Snow, ο οποίος έχει συνεργαστεί μεταξύ άλλων με την Charli XCX και την Dua Lipa. Ο Γουάιατ προσπάθησε να ανοίξει τον ήχο του συγκροτήματος χωρίς να εξαφανίσει τη χαρακτηριστική σκοτεινιά του. Έτσι εμφανίστηκαν καμπανάκια, ασυνήθιστα πλήκτρα και ακόμη και ακουστικές κιθάρες — κάτι που παλαιότερα δύσκολα θα φανταζόταν κανείς σε δίσκο των Interpol.
Το αποτέλεσμα εξακολουθεί να ακούγεται ξεκάθαρα σαν Interpol, αλλά δεν περιορίζεται στο παρελθόν τους. Στο ομώνυμο This Mirror Weighs a Ton κυριαρχούν ατμοσφαιρικά πλήκτρα, το So Rides the Reindeer γεμίζει με ηλεκτρονικούς ήχους, ενώ στο Iron City ο Μπανκς στρέφεται προς την τεχνητή νοημοσύνη και την ιδέα πανίσχυρων ευφυών οντοτήτων που μπορεί να καθορίσουν το μέλλον της ανθρωπότητας.
Παρά την ανησυχία που διατρέχει το άλμπουμ, ο ίδιος δεν βλέπει την τεχνητή νοημοσύνη ως αντίπαλο που μπορεί να αντικαταστήσει πραγματικά τους δημιουργούς. Θεωρεί ότι θα βρίσκεται πάντα πίσω από τους μουσικούς που ανοίγουν καινούργιους δρόμους στην τέχνη. Η επιμονή του να χρησιμοποιηθεί στο artwork ατελής, χειροποίητη γραφή ήταν επίσης συνειδητή: ήθελε ένα εμφανώς ανθρώπινο στοιχείο απέναντι στην ψυχρή εικόνα των καμερών παρακολούθησης.
Στις αρχές Αυγούστου, οι Interpol ανακοίνωσαν αιφνιδιαστικά μια συναυλία στο Great American Music Hall του Σαν Φρανσίσκο. Τα εισιτήρια εξαφανίστηκαν αμέσως και περίπου 700 άνθρωποι γέμισαν ασφυκτικά τον μικρό χώρο.
Για λίγες ώρες, η εικόνα θύμιζε ξανά τα νεοϋορκέζικα clubs των αρχών του 2000: μαύρα ρούχα, ένα πυκνό πλήθος και οι Interpol στη σκηνή να παίζουν σαν να μην είχαν μεσολαβήσει περισσότερα από 20 χρόνια.
Υπήρχε, ωστόσο, μια μικρή διαφορά. Κάτω από τα κόκκινα φώτα, με τα γυαλιά ηλίου ακόμη στο πρόσωπο και τη Les Paul στα χέρια, ο Πολ Μπανκς χαμογελούσε.
Για τον Σαμ Φογαρίνο, η πορεία του συγκροτήματος εξακολουθεί να οδηγεί πίσω στο ίδιο σημείο: Η Νέα Υόρκη δημιούργησε και ανέθρεψε τους Interpol. Και αυτή η σχέση, σχεδόν 25 χρόνια μετά το Turn On the Bright Lights, παραμένει ένας από τους λόγους που συνεχίζουν.
*Κεντρική Φωτογραφία: @interpol
Βίντεο:
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
