Συγκλονίζει η διαδρομή του Τζον Μπέρτζερ: ο μαρξιστής που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που βλέπουμε την τέχνη

Συγκλονίζει η διαδρομή του Τζον Μπέρτζερ: ο μαρξιστής που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που βλέπουμε την τέχνη

Ο Τζον Μπέρτζερ δεν ήθελε να τον αποκαλούν απλώς κριτικό τέχνης. Παρότι έγινε γνωστός σε εκατομμύρια ανθρώπους εξηγώντας τους πώς να κοιτούν έναν πίνακα αλλιώς, ο ίδιος προτιμούσε μια πιο ανοιχτή λέξη για τον εαυτό του: αφηγητής.

Και ίσως αυτός να είναι ο πιο ταιριαστός τρόπος για να πλησιάσει κανείς μια προσωπικότητα που δύσκολα χωρούσε σε μία μόνο ιδιότητα. Ζωγράφος, συγγραφέας, μαρξιστής διανοούμενος, κριτικός τέχνης, πολιτικός ακτιβιστής, αλλά και άνθρωπος με ταραχώδη προσωπική ζωή, ο Μπέρτζερ πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα δείχνοντας ότι ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζουμε την τέχνη δεν μπορεί να ξεχωρίσει από τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε τον κόσμο.

Αυτές τις διαφορετικές πλευρές του επιχειρεί να συνδέσει ο Τομ Όβερτον στη νέα βιογραφία John Berger From Life, την οποία παρουσιάζει το Jacobin. Το αποτέλεσμα δεν είναι ένα εξωραϊσμένο πορτρέτο ενός σπουδαίου διανοούμενου. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου γεμάτου αντιφάσεις, που μπορούσε να μιλά για κοινωνική δικαιοσύνη και ταυτόχρονα να προκαλεί βαθιά τραύματα στους ανθρώπους της προσωπικής του ζωής.

Η μεγάλη στιγμή του Μπέρτζερ ήρθε το 1972, όταν το BBC πρόβαλε το Ways of Seeing, τη σειρά τεσσάρων επεισοδίων που έμελλε να γίνει σημείο αναφοράς για την ιστορία της τέχνης.

Η ώρα προβολής δεν προμήνυε ακριβώς τηλεοπτικό θρίαμβο. Η εκπομπή μεταδιδόταν στις 10 το βράδυ του Σαββάτου, μετά τα ποδοσφαιρικά αποτελέσματα, και όμως βρήκε τρόπο να προσελκύσει ένα τεράστιο κοινό.

Ο λόγος ήταν ότι ο Μπέρτζερ δεν μιλούσε για την τέχνη όπως οι παραδοσιακοί ιστορικοί της. Δεν αντιμετώπιζε τα μεγάλα έργα σαν ιερά αντικείμενα που μπορούσαν να κατανοήσουν μόνο οι ειδικοί. Έψαχνε πίσω από αυτά το χρήμα, την ιδιοκτησία, την εξουσία, την κοινωνική τάξη και την πολιτική.

Το Ways of Seeing αμφισβήτησε την παραδοσιακή αφήγηση που παρουσίαζε την ιστορία της τέχνης ως μια ακολουθία ιδιοφυών μεγάλων ανδρών. Ο Μπέρτζερ ήθελε να εξετάσει και τις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες είχαν δημιουργηθεί τα αριστουργήματα της ευρωπαϊκής ζωγραφικής.

Η παρουσία του στην τηλεόραση ήταν εξίσου σημαντική με όσα έλεγε. Με μακριά γκρίζα μαλλιά και έντονα πουκάμισα, έμοιαζε περισσότερο με μουσικό της ροκ παρά με ακαδημαϊκό. Μπορούσε να εξηγεί περίπλοκες ιδέες με πολύ απλά λόγια και να μιλά για έναν πίνακα του Βερμέερ σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά μαζί με τον τηλεθεατή.

Σχεδόν αναπόφευκτα, όμως, η επιτυχία αυτή είχε και ένα τίμημα. Το Ways of Seeing ταυτίστηκε τόσο πολύ με το όνομά του, ώστε επισκίασε μεγάλο μέρος της υπόλοιπης δουλειάς του.

Ο Μπέρτζερ είχε γεννηθεί στο Λονδίνο το 1926 και μεγάλωσε σε εβραϊκή οικογένεια της κατώτερης μεσαίας τάξης. Σε ηλικία 11 ετών κέρδισε υποτροφία για το οικοτροφείο St Edward’s στην Οξφόρδη, όμως το αυστηρό και συντηρητικό περιβάλλον του δεν του ταίριαζε.

Στα 16 του εγκατέλειψε το σχολείο και επέστρεψε στο Λονδίνο για να σπουδάσει τέχνη. Αρχικά προσπάθησε να ζήσει ως ζωγράφος, πριν βρεθεί στο BBC World Service και αργότερα στο New Statesman, όπου καθιερώθηκε ως ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους αλλά και αναγνωρισμένους κριτικούς τέχνης της εποχής του.

Ο τρόπος με τον οποίο έγραφε ήταν ανοιχτά επηρεασμένος από τον μαρξισμό, αλλά και από στοχαστές όπως ο Γκέοργκ Λούκατς, ο Αντόνιο Γκράμσι και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν.

Εκείνο που τον ενδιέφερε περισσότερο ήταν η σχέση ανάμεσα στην τέχνη και στις οικονομικές δυνάμεις μιας κοινωνίας: ποιος δημιουργεί, ποιος κατέχει ένα έργο, ποιος αποφασίζει την αξία του και τελικά ποιος έχει το δικαίωμα να του δώσει νόημα.

Η στάση αυτή δεν σήμαινε ότι βρισκόταν πάντοτε στην πλευρά του καινούργιου. Ο Μπέρτζερ ήταν, για παράδειγμα, ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στον αφηρημένο εξπρεσιονισμό και ακόμη περισσότερο απέναντι στον Τζάκσον Πόλοκ, τον οποίο θεωρούσε ανίκανο να ξεφύγει από την παρακμή του πολιτισμού μέσα στον οποίο δημιουργούσε.

Ήταν μία από τις πολλές αντιφάσεις του: ένας ριζοσπάστης που μπορούσε να εμφανίζεται σχεδόν συντηρητικός απέναντι σε ορισμένες από τις πλέον πρωτοποριακές τάσεις της εποχής του.

Το 1972 δεν ήταν μόνο η χρονιά του Ways of Seeing. Ο Μπέρτζερ κέρδισε επίσης το Booker για το μυθιστόρημά του G..

Αντί όμως να αντιμετωπίσει τη βράβευση ως μια συμβατική στιγμή λογοτεχνικής καταξίωσης, χρησιμοποίησε την ομιλία του για να επιτεθεί στον ίδιο τον θεσμό των λογοτεχνικών βραβείων. Κατήγγειλε από το βήμα την Booker McConnell, χορηγό του βραβείου, για την ιστορική της σύνδεση με την αποικιακή εκμετάλλευση στην Καραϊβική και ανακοίνωσε ότι θα έδινε τις μισές από τις 5.000 λίρες του επάθλου στο βρετανικό κίνημα των Μαύρων Πανθήρων. Τις υπόλοιπες τις κράτησε για το έργο του σχετικά με τους μετανάστες εργάτες της Ευρώπης.

Η οργάνωση είχε συμμετάσχει στην εκστρατεία αλληλεγγύης προς τους Mangrove Nine, εννέα ακτιβιστές που είχαν κατηγορηθεί για υποκίνηση ταραχών έπειτα από διαδήλωση στο Λονδίνο.

Σύμφωνα με την ιστορία που αναφέρει το Jacobin, μετά την τελετή ο Μπέρτζερ πήγε σε μια παμπ στο βόρειο Λονδίνο, παρέδωσε τα χρήματα και ήπιε μαζί με τους Μαύρους Πάνθηρες.

Λιγότερο γνωστή πτυχή της πολιτικής σκέψης του ήταν η μακρόχρονη υποστήριξή του στους Παλαιστινίους.

Ήδη το 1967 έγραφε στον συγγραφέα Φίλιπ Ο’Κόνορ: Δεν ντρέπομαι που είμαι Εβραίος, αλλά ντρέπομαι βαθιά για το Ισραήλ.

Χρειάστηκε, ωστόσο, να φτάσει το 2003 για να ταξιδέψει για πρώτη φορά στην Παλαιστίνη. Από εκείνη την εμπειρία γεννήθηκε το δοκίμιο A Moment in Ramallah.

Στη Ραμάλα, ο Μπέρτζερ στάθηκε μπροστά στις φωτογραφίες ανθρώπων που είχαν σκοτωθεί κατά τη δεύτερη Ιντιφάντα και τις παρατήρησε όπως θα παρατηρούσε ένα πορτρέτο του Πικάσο ή του Ρέμπραντ. Πίσω από τα πρόσωπα έβλεπε πλέον την ανισορροπία ισχύος της κατοχής: ανθρώπους γεννημένους σε προσφυγικούς καταυλισμούς, ανθρώπους που είχαν αναγκαστεί να εργαστούν αντί να σπουδάσουν και ζωές των οποίων οι δυνατότητες είχαν περιοριστεί δραματικά.

Η τέχνη, για τον Μπέρτζερ, δεν ήταν ποτέ ένας τρόπος να απομακρύνεται από την πραγματικότητα. Ήταν ένας τρόπος να την κοιτάζει πιο επίμονα.

Η βιογραφία του Όβερτον δεν σταματά, ωστόσο, στον δημόσιο διανοούμενο.

Ο Μπέρτζερ παντρεύτηκε τέσσερις φορές, απέκτησε τρία παιδιά και είχε πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις. Ο τρόπος με τον οποίο εγκατέλειπε τις συντρόφους του αποτελεί μία από τις πιο δύσκολες πλευρές της ζωής του και δημιουργεί ένα προφανές ερώτημα για τη σχέση ανάμεσα στις πολιτικές πεποιθήσεις και στην προσωπική συμπεριφορά του.

Ιδιαίτερα οδυνηρό φαίνεται ότι ήταν το τέλος του γάμου του με τη δεύτερη σύζυγό του, Ρόζμαρι Γκεστ. Σε ημερολόγιό της χαρακτήρισε τα χαρτιά του διαζυγίου θανατική καταδίκη και περιέγραψε τις εβδομάδες που ακολούθησαν ως εφιαλτικές.

Παρόμοια αγωνία εντοπίζει ο Όβερτον και στα γραπτά άλλων γυναικών της ζωής του.

Η αντίφαση γίνεται ακόμη εντονότερη επειδή η σκέψη του Μπέρτζερ επηρέασε ανθρώπους όπως η θεωρητικός του κινηματογράφου Λόρα Μάλβεϊ, που συνέδεσε το έργο του με τη δική της πρωτοποριακή θεωρία για το ανδρικό βλέμμα.

Ο Όβερτον δεν επιχειρεί να λύσει αυτή την αντίφαση. Αναγνωρίζει ότι ο Μπέρτζερ καταλάβαινε την αδυναμία του να θυσιάσει την άμεση επιθυμία για χάρη της μακροχρόνιας σταθερότητας και ότι φανταζόταν έναν κόσμο λιγότερο εγκλωβισμένο στην αυστηρή μονογαμία. Δεν παραβλέπει, όμως, τις συνέπειες που είχαν οι επιλογές του στις ζωές των άλλων.

Ο Τζον Μπέρτζερ πέθανε στις 2 Ιανουαρίου 2017, σε ηλικία 90 ετών.

Λίγο πριν από την αλλαγή της χιλιετίας, του είχαν ζητήσει να επιλέξει ένα έργο τέχνης που εξέφραζε καλύτερα την εποχή του. Επέλεξε τις εικόνες της Κόλασης στο Τρίπτυχο της Χιλιετίας του Ιερώνυμου Μπος.

Στις αλλόκοτες μορφές του Μπος έβλεπε μια προφητεία για το ψυχικό τοπίο που δημιουργούσαν η παγκοσμιοποίηση και η νέα οικονομική τάξη: έναν κόσμο χωρίς παύσεις και διαδρομές, χωρίς παρελθόν και μέλλον, όπου απέμενε μόνο ο θόρυβος ενός κατακερματισμένου παρόντος.

Το Jacobin αναρωτιέται πώς θα αντιμετώπιζε ο Μπέρτζερ τον σημερινό κόσμο εάν είχε φτάσει τα 100: την τεχνητή νοημοσύνη, την άνοδο της Ακροδεξιάς και όσα συμβαίνουν στη Γάζα.

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο ερώτημα. Θα μπορούσε σήμερα ένας δηλωμένος μαρξιστής κριτικός τέχνης να πάρει από το BBC τέσσερα ολόκληρα επεισόδια για να αμφισβητήσει τον τρόπο με τον οποίο είχε γραφτεί η ιστορία της δυτικής τέχνης;

Το 1972 συνέβη.

Και ίσως αυτή να είναι τελικά η σημαντικότερη υπενθύμιση της νέας βιογραφίας του: όχι μόνο πόσο ασυνήθιστος υπήρξε ο Τζον Μπέρτζερ, αλλά και πόσο διαφορετικός ήταν ο δημόσιος χώρος που επέτρεψε σε έναν άνθρωπο σαν αυτόν να ακουστεί.

Loading

Play