Στα 24 του, ο Κάιλ ΜακΛάχλαν δεν είχε ουσιαστικά καμία εμπειρία μπροστά σε κινηματογραφική κάμερα. Κι όμως, λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκε να περνά από το τοπικό θέατρο του Σιάτλ και τα 185 δολάρια την εβδομάδα σε έναν από τους μεγαλύτερους ρόλους της εποχής, με το Dune να ανοίγει την πόρτα της μεγάλης οθόνης.
Περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες μετά, ο 67χρονος ηθοποιός γυρίζει πίσω σε εκείνη την εκκίνηση και στις καθοριστικές στιγμές της καριέρας του, με αφορμή την έκδοση των απομνημονευμάτων του Fictional Selves. Σε συνέντευξή του στο People μιλά για την αποτυχία του Dune, τους ρόλους που άφησε πίσω του, τη σχέση του με τη Λόρα Ντερν και τη Λάρα Φλιν Μπόιλ, το Showgirls και τον Ντέιβιντ Λιντς, τον άνθρωπο που σημάδεψε όσο λίγοι την πορεία του.
Ήταν το 1983 όταν ο παραγωγός Ντίνο Ντε Λαουρέντις τον επέλεξε για το Dune, αφήνοντας εκτός υποψηφίους όπως ο Τομ Κρουζ και ο Βαλ Κίλμερ.
«Δεν είχα βρεθεί ποτέ μπροστά σε κάμερα, εκτός από το να είμαι κομπάρσος και να μαγνητοσκοπήσω μια οντισιόν», θυμάται ο Κάιλ ΜακΛάχλαν.
Η επιλογή του για το Dune άλλαξε σχεδόν τα πάντα από τη μια μέρα στην άλλη. Βρέθηκε στην έρημο του Μεξικού να γυρίζει τεράστιες σκηνές μάχης μέσα σε κόκκινη σκόνη, υπό τις οδηγίες του Ντέιβιντ Λιντς.
Ο ίδιος προσπαθούσε τότε να μη συνειδητοποιεί πλήρως το μέγεθος της παραγωγής. Όπως λέει, αν άφηνε τον εαυτό του να αντιληφθεί πραγματικά πόσο μεγάλο ήταν αυτό που συνέβαινε και πόσα διακυβεύονταν, πιθανότατα δεν θα σηκωνόταν από το κρεβάτι.
Οι προσδοκίες για το Dune ήταν τεράστιες, όμως η ταινία δεν βρήκε την ανταπόκριση που περίμεναν οι δημιουργοί της. Ο κριτικός Ρότζερ Έμπερτ την είχε χαρακτηρίσει τη χειρότερη ταινία της χρονιάς, ενώ η πορεία της στο box office έμεινε πολύ πίσω από τις προσδοκίες.
Σήμερα, πάντως, ο ΜακΛάχλαν αντιμετωπίζει διαφορετικά εκείνη την αποτυχία. Στα απομνημονεύματά του γράφει ότι ήταν το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσε να του είχε συμβεί, επειδή τελικά τον οδήγησε σε μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα διαδρομή.
Μετά το Dune, ο ηθοποιός επέλεξε να συνεργαστεί ξανά με τον Λιντς, αυτή τη φορά στο πολύ πιο σκοτεινό Blue Velvet. Υποδύθηκε έναν φοιτητή που βρίσκει ένα κομμένο ανθρώπινο αυτί και παρασύρεται σε έναν κόσμο βίας και σεξουαλικής εμμονής.
Ο Κάιλ ΜακΛάχλαν λέει ότι μπορούσε να καταλάβει την περιέργεια του χαρακτήρα του για τη σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων. Το κοινό, όμως, αρχικά δυσκολεύτηκε να καταλάβει την ταινία. Το Blue Velvet απέκτησε αργότερα καλτ διαστάσεις, αλλά ο ίδιος θυμάται πως, μετά την κυκλοφορία του, οι υπεύθυνοι κάστινγκ έμοιαζαν να μην ξέρουν τι ακριβώς να κάνουν μαζί του.
Στα γυρίσματα γνώρισε και τη Λόρα Ντερν. Πριν αρχίσει η παραγωγή, ο Λιντς είχε πάει τους δύο ηθοποιούς στο αγαπημένο του Bob’s Big Boy για να διαπιστώσει αν υπήρχε χημεία μεταξύ τους.
Υπήρχε και εκτός οθόνης. Οι δυο τους έγιναν ζευγάρι και η Ντερν τον έφερε σε επαφή με τον κύκλο των νέων ηθοποιών του Χόλιγουντ, ανάμεσά τους τον Ρομπ Λόου και τον Εμίλιο Εστέβεζ. Ο ΜακΛάχλαν, όμως, ένιωθε παράταιρος. Εκείνοι είχαν ήδη γνωρίσει την επιτυχία, ενώ ο ίδιος θεωρούσε ότι κουβαλούσε ακόμη τη μεγάλη αποτυχία του Dune και δεν είχε αποδείξει την αξία του.
Στην πορεία υπήρξαν και σημαντικοί ρόλοι που πέρασαν από τα χέρια του.
Ο Όλιβερ Στόουν τού είχε πει ότι ήταν η πρώτη επιλογή για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο Platoon. Ο ατζέντης του, ωστόσο, τον συμβούλευσε ότι μετά το Dune χρειαζόταν οπωσδήποτε μια επιτυχία. Ο Κάιλ ΜακΛάχλαν αρνήθηκε και τον ρόλο ανέλαβε τελικά ο Τσάρλι Σιν.
Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με το Top Gun. Συναντήθηκε με τον Τόνι Σκοτ για τον ρόλο του Γκους, του κολλητού του Μάβερικ, όμως κατάλαβε ότι ο χαρακτήρας δεν του ταίριαζε.
«Δυστυχώς, αυτός δεν είμαι εγώ και δεν μπορώ να το προσποιηθώ – και το ξέρουμε και οι δύο», θυμάται. Τελικά, τον ρόλο πήρε ο Άντονι Έντουαρντς.
Ακόμη μία χαμένη ευκαιρία ήταν το Sex, Lies, and Videotape του τότε άγνωστου Στίβεν Σόντερμπεργκ. Έχοντας μόλις παίξει στο Blue Velvet, ο ΜακΛάχλαν δεν ήθελε ακόμη έναν σκοτεινό και σεξουαλικά φορτισμένο χαρακτήρα. Απέρριψε την πρόταση, ο Τζέιμς Σπέιντερ πήρε τον ρόλο και η ταινία κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.
«Ζεις και μαθαίνεις», σχολιάζει σήμερα.
Ο Κάιλ ΜακΛάχλαν μιλά ανοιχτά και για ένα λιγότερο κολακευτικό κεφάλαιο της προσωπικής του ζωής. Ενώ διατηρούσε ακόμη σχέση με τη Λόρα Ντερν, ερωτεύτηκε τη συμπρωταγωνίστριά του στο Twin Peaks, Λάρα Φλιν Μπόιλ.
Την περιγράφει ως σέξι και αντισυμβατική, ένα σκληρό κορίτσι από το Σικάγο που δεν έμοιαζε με καμία γυναίκα με την οποία είχε υπάρξει μέχρι τότε.
Οι δυο τους ήρθαν κοντά κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και η νέα σχέση έβαλε τέλος στον δεσμό του με τη Ντερν.
«Δεν ήταν η καλύτερή μου στιγμή. Δεν το χειρίστηκα καλά, ειδικά απέναντι στη Λόρα», παραδέχεται. Προσθέτει, ωστόσο, ότι με το πέρασμα των χρόνων οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν.
Το 1995 ήρθε το Showgirls. Ο Κάιλ ΜακΛάχλαν υποδύθηκε έναν αδίστακτο παράγοντα του Λας Βέγκας, με συμπρωταγωνίστρια την Ελίζαμπεθ Μπέρκλεϊ.
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων πίστευε ότι συμμετείχε σε κάτι προκλητικό και τολμηρό. Η πρώτη προβολή της ολοκληρωμένης ταινίας τον προσγείωσε απότομα.
«Σκέφτηκα: Ωχ. Πρέπει να σταματήσουμε την αιμορραγία», θυμάται.
Ιδιαίτερα περιπαικτικός είναι σήμερα για την περιβόητη ερωτική σκηνή στην πισίνα, γράφοντας ότι η Μπέρκλεϊ χτυπιέται πέρα δώθε σαν να βρίσκεται σε κίνδυνο κι εκείνος κρατιέται όσο μπορεί.
Ο ηθοποιός αποφάσισε να μη συμμετάσχει στην προώθηση της ταινίας, καθώς, όπως εξηγεί, δεν μπορούσε να βρει τρόπο να μιλήσει γι’ αυτή χωρίς να παραδεχθεί ότι τη θεωρούσε απαίσια. Το Showgirls, βέβαια, απέκτησε με τα χρόνια τη δική του καλτ φήμη και ο ΜακΛάχλαν αντιμετωπίζει πλέον αυτή τη δεύτερη ζωή του με μεγαλύτερη χαλαρότητα.
Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Κάιλ ΜακΛάχλαν εμφανίστηκε στο Sex and the City ως Τρέι ΜακΝτούγκαλ, ο σύζυγος της Σάρλοτ Γιορκ της Κριστίν Ντέιβις.
Αρχικά πίστευε ότι θα υποδυόταν έναν επιτυχημένο χειρουργό του Upper East Side, στον οποίο θα μπορούσε να δώσει κάτι από την αύρα του Τζον Φ. Κένεντι Τζούνιορ. Σύντομα, όμως, οι σεναριογράφοι τού αποκάλυψαν και τις υπόλοιπες πλευρές του Τρέι: τη στυτική δυσλειτουργία του και την υπερβολικά στενή σχέση με τη μητέρα του.
Η ιστορία του χαρακτήρα είχε τέτοια απήχηση, ώστε περαστικοί στη Νέα Υόρκη τού φώναζαν στον δρόμο λόγια ενθάρρυνσης για τα προβλήματα του Τρέι στην κρεβατοκάμαρα. Σήμερα γελά με το περιστατικό, αν και παραδέχεται ότι τότε όλη αυτή η προσοχή τού προκαλούσε κάποια αμηχανία.
Πίσω από πολλές από τις καθοριστικές στιγμές της καριέρας του Κάιλ ΜακΛάχλαν βρισκόταν ο Ντέιβιντ Λιντς. Η σχέση που ξεκίνησε με το Dune εξελίχθηκε σε φιλία που κράτησε μέχρι τον θάνατο του σκηνοθέτη το 2025, σε ηλικία 78 ετών.
Οι δυο τους ζούσαν κοντά στο Λος Άντζελες και ο ΜακΛάχλαν θυμάται να επισκέπτεται τον Λιντς για καφέ και να περνούν ώρες αναπολώντας όσα είχαν ζήσει μαζί.
«Μου λείπει ο φίλος μου», λέει σήμερα. «Υπάρχει ένα κενό επειδή δεν υπάρχει πια αυτή η σύνδεση».
Για τον ΜακΛάχλαν, όμως, ο Λιντς εξακολουθεί να είναι παρών στη μνήμη του. Κυρίως επειδή ήταν ο άνθρωπος που τον εμπιστεύτηκε σε στιγμές κατά τις οποίες εκείνος δεν είχε την ίδια εμπιστοσύνη στον εαυτό του.
«Ξέρω ότι πίστευε σε μένα σε εποχές που εγώ δεν πίστευα στον εαυτό μου. Εγώ πίστευα εκείνον και, μερικές φορές, αυτό ήταν το μόνο που χρειαζόσουν. Κάναμε μαζί αυτό το ταξίδι».
*Κεντρική εικόνα: Μέρος του εξωφύλλου των απομνημονευμάτων του Κάιλ ΜακΛάχλαν, Fictional Selves
![]()
