Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων παραμένει χαμηλά σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, με τα στοιχεία του Euronews να δείχνουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται 4η από το τέλος στην ΕΕ ως προς το εισόδημα που απαιτείται για μια πιο άνετη διαβίωση.
Το ερώτημα για το πόσα χρήματα χρειάζεται κανείς για να ζει άνετα σε όλη την Ευρώπη είναι δύσκολο, καθώς η έννοια της άνεσης είναι υποκειμενική, οι τιμές διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα και το μέγεθος των νοικοκυριών μεταβάλλεται. Επιπλέον, το εισόδημα δεν αποτυπώνει τον πλούτο ή την ιδιοκτησία κατοικίας.
Για να δοθεί μια πιο καθαρή εικόνα, χρησιμοποιούνται ορισμένοι δείκτες εισοδήματος. Ένας από αυτούς είναι το ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα, σύμφωνα με το Euronews.
Σε αυτό υπολογίζονται όλα τα χρηματικά εισοδήματα των μελών του νοικοκυριού, όπως από εργασία, επενδύσεις και κοινωνικές παροχές, ενώ στη συνέχεια αφαιρούνται οι φόροι και οι κοινωνικές εισφορές.
Το τελικό ποσό διαιρείται με τα μέλη του νοικοκυριού, τα οποία μετατρέπονται σε ισοδύναμους ενήλικες, ώστε να μην πρόκειται για άμεσο ατομικό εισόδημα.
Ο ΟΟΣΑ ορίζει τη μεσαία τάξη ως τα νοικοκυριά με ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα μεταξύ 75% και 200% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος.
Οργανώνει αυτή την κλίμακα σε τρεις κατηγορίες: το 75% έως 100% αντιστοιχεί στην κατώτερη μεσαία τάξη, το 100% έως 150% στη μεσαία τάξη και το 150% έως 200% στην ανώτερη μεσαία τάξη.
Δεν υπάρχει καθορισμένο σημείο αναφοράς για το ποιο ποσοστό του εθνικού διάμεσου εισοδήματος χρειάζεται ένα νοικοκυριό για να ζει άνετα.
«Αν διαθέτουμε μόνο πληροφορίες για τα εισοδήματα, θα μπορούσε κανείς πιθανώς να υποθέσει ότι τα περισσότερα νοικοκυριά πάνω από το 150% θα πρέπει να έχουν επαρκές εισόδημα για να ζουν σχετικά άνετα», δήλωσε ο Σεμπάστιαν Κόνιγκς, ανώτερος οικονομολόγος του ΟΟΣΑ, στο Euronews Business.
Ωστόσο, άλλοι μελετητές σημειώνουν ότι ένα εισόδημα πάνω από το 150% του διάμεσου δεν εγγυάται απαραίτητα οικονομική ασφάλεια.
Το Euronews Business υπολόγισε το 150% του μεσαίου εισοδήματος για τρεις τύπους νοικοκυριών, προκειμένου να δείξει πόσο καθαρό εισόδημα χρειάζεται για να ενταχθεί κανείς στην ανώτερη μεσαία εισοδηματική ομάδα.
Το 2025, το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην ΕΕ θα ανέρχεται σε 22.939 ευρώ ετησίως, ή 1.912 ευρώ μηνιαίως.
Ένας ενήλικας που ζει μόνος του χρειάζεται 2.867 ευρώ τον μήνα για να φτάσει το 150% του διαμέσου εισοδήματος.
Μηνιαίο καθαρό εισόδημα νοικοκυριού που απαιτείται για να φτάσει το 150% του εθνικού διάμεσου (2025). Πηγή: euronews
Σε 34 ευρωπαϊκές χώρες, το ποσό αυτό κυμαίνεται από 603 ευρώ τον μήνα στη Βόρεια Μακεδονία έως 6.491 ευρώ στην Ελβετία, ενώ εντός της ΕΕ κινείται από 1.023 ευρώ στη Ρουμανία έως 6.256 ευρώ στο Λουξεμβούργο.
Το όριο ξεπερνά επίσης τα 4.000 ευρώ τον μήνα στη Νορβηγία (5.240 ευρώ), την Αυστρία (4.568 ευρώ), τη Δανία (4.524 ευρώ), την Ιρλανδία (4.392 ευρώ) και την Ολλανδία (4.308 ευρώ).
Ανάμεσα στις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ, η Γερμανία έχει το υψηλότερο όριο αναφοράς με 3.611 ευρώ. Ακολουθεί η Γαλλία με 3.307 ευρώ, περίπου 15% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ η Ιταλία βρίσκεται λίγο χαμηλότερα, στα 2.758 ευρώ. Η Ισπανία έχει το χαμηλότερο όριο από τις τέσσερις, στα 2.546 ευρώ.
Η διαφορά είναι μεγάλη: ένας ενήλικας στη Γερμανία χρειάζεται 1.065 ευρώ τον μήνα περισσότερα από έναν ενήλικα στην Ισπανία.
Το όριο παραμένει κάτω από τα 1.000 ευρώ τον μήνα στην Αλβανία (723 ευρώ), την Τουρκία (755 ευρώ), το Μαυροβούνιο (825 ευρώ) και τη Σερβία (975 ευρώ). Μαζί με τη Βόρεια Μακεδονία, και οι πέντε χώρες είναι υποψήφιες για ένταξη στην ΕΕ.
Το ποσό κυμαίνεται μεταξύ 1.000 και 1.900 ευρώ τον μήνα σε 11 χώρες της ΕΕ, μεταξύ των οποίων η Πορτογαλία (1.808 ευρώ), η Πολωνία (1.799 ευρώ), η Ελλάδα (1.463 ευρώ), η Βουλγαρία (1.108 ευρώ) και η Ουγγαρία (1.099 ευρώ).
Στην πράξη, η Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλότερο εισοδηματικό επίπεδο από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και, αν ληφθούν υπόψη μόνο οι χώρες της Ένωσης, είναι 4η από το τέλος. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν κάποιος θεωρείται μεσαία ή ανώτερη μεσαία τάξη στην Ελλάδα, δεν έχει απαραίτητα την ίδια οικονομική άνεση με έναν αντίστοιχο πολίτη στη Γερμανία ή τη Γαλλία. Οι μισθοί είναι χαμηλότεροι και το κόστος ζωής παραμένει σημαντικό, με αποτέλεσμα να περιορίζονται η αποταμίευση και η δυνατότητα κάλυψης έκτακτων εξόδων.
Ένα ζευγάρι χωρίς παιδιά δεν χρειάζεται το διπλάσιο εισόδημα από έναν ενήλικα που ζει μόνος του. Επειδή μοιράζεται έξοδα όπως το ενοίκιο και τα ενεργειακά, η Eurostat εκτιμά ότι χρειάζεται 1,5 φορές περισσότερα.
Έτσι, στην ΕΕ, ένα ζευγάρι χρειάζεται 4.301 ευρώ τον μήνα ως καθαρό εισόδημα για να φτάσει το όριο αναφοράς. Το ποσό αυτό ανεβαίνει στα 6.021 ευρώ για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά κάτω των 14 ετών.
Η κατάταξη των χωρών δεν αλλάζει για ζευγάρια ή οικογένειες, καθώς ο δείκτης κάθε χώρας πολλαπλασιάζεται με τον ίδιο συντελεστή: 1,5 για ένα ζευγάρι και 2,1 για οικογένεια με δύο παιδιά.
Τα ποσά σε ευρώ δεν αποτυπώνουν τις διαφορές τιμών ανάμεσα στις χώρες. Τα πρότυπα αγοραστικής δύναμης (PPS), ένα τεχνητό νόμισμα που εξαλείφει αυτές τις διαφορές, προσφέρουν καλύτερη βάση σύγκρισης.
Η ψαλίδα μειώνεται, αλλά παραμένει μεγάλη. Σε PPS, το όριο αναφοράς για έναν ενήλικα χωρίς οικογένεια στην ΕΕ είναι 2.830 PPS τον μήνα. Κυμαίνεται από 1.031 PPS στην Αλβανία έως 4.709 PPS στο Λουξεμβούργο, με διαφορά περίπου 4,6 φορές, έναντι 10,8 φορές σε ευρώ.
Μηνιαίο καθαρό εισόδημα νοικοκυριού που απαιτείται για να φτάσει το 150% του εθνικού διάμεσου, προσαρμοσμένο στις διαφορές τιμών (PPS)
Εντός της ΕΕ, η Ουγγαρία έχει το χαμηλότερο σημείο αναφοράς στα 1.495 PPS. Έτσι, το επίπεδο του Λουξεμβούργου είναι λίγο πάνω από τρεις φορές υψηλότερο, σε σύγκριση με έξι φορές σε ευρώ.
Οι διαφορές αυτές δείχνουν ότι η άνετη διαβίωση σημαίνει πολύ διαφορετικά πράγματα από χώρα σε χώρα. Τα στοιχεία σε PPS δείχνουν τι μπορεί να προσφέρει αυτό το σχετικά άνετο εισόδημα σε κάθε κράτος.
«Η ίδια σχετική εισοδηματική θέση μπορεί επίσης να προσφέρει πολύ διαφορετικά επίπεδα διαβίωσης από χώρα σε χώρα. Το να βρίσκεται κανείς στο 150% του διάμεσου εισοδήματος σε μια χώρα δεν συνεπάγεται την ίδια αγοραστική δύναμη με το να βρίσκεται στο 150% αλλού», δήλωσε ο καθηγητής Κόεν Καμινάντα από το Πανεπιστήμιο του Λέιντεν στο Euronews Business.
«Τα στοιχεία προσαρμοσμένα στην αγοραστική δύναμη θα βελτίωναν τη σύγκριση, αλλά οι εθνικοί μέσοι όροι εξακολουθούν να αποκρύπτουν περιφερειακές διαφορές, ιδίως όσον αφορά το κόστος στέγασης», πρόσθεσε.
Ο Κόνιγκς επισήμανε επίσης ότι πολλές χώρες του ΟΟΣΑ εμφανίζουν μεγάλες περιφερειακές διαφορές τόσο στα επίπεδα εισοδήματος όσο και στο κόστος διαβίωσης.
Ο ίδιος ανέφερε ότι το εισόδημα δείχνει μόνο ένα μέρος της εικόνας, καθώς η ανισότητα στον πλούτο, ιδιαίτερα η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση, παραμένει κρίσιμο ζήτημα σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ.
«Μερικοί άνθρωποι μπορεί να τα βγάζουν πέρα μια χαρά με χαμηλά εισοδήματα επειδή είναι ιδιοκτήτες του σπιτιού τους και ίσως ζουν σε περιοχή όπου οι τιμές είναι χαμηλότερες», είπε.
Ο Καμινάντα επισήμανε επίσης τον ρόλο του πλούτου και των αποταμιεύσεων, λέγοντας ότι ένα νοικοκυριό με μέτριο εισόδημα και αποταμιεύσεις που μπορεί εύκολα να χρησιμοποιήσει είναι σε θέση να αντιμετωπίσει καλύτερα έναν απρόσμενο λογαριασμό ή την απώλεια εργασίας σε σχέση με ένα νοικοκυριό υψηλότερου εισοδήματος χωρίς αποταμιεύσεις και με μεγάλα χρέη.
Ο Καμινάντα σημείωσε ότι η «άνετη διαβίωση» πρέπει να σημαίνει κάτι περισσότερο από την πληρωμή των λογαριασμών: ένα νοικοκυριό πρέπει να μπορεί να καλύψει δαπάνες για επαρκή στέγαση, τροφή, ενέργεια και μετακινήσεις, να συμμετέχει στην κοινωνική ζωή, να έχει ελεύθερο χρόνο και να αποταμιεύει χρήματα.
Κυρίως, πρόσθεσε, πρέπει να μπορεί να απορροφήσει μια απρόσμενη δαπάνη ή μια προσωρινή απώλεια εισοδήματος χωρίς να βρεθεί αμέσως σε οικονομική δυσχέρεια.
Προειδοποίησε ακόμη ότι ούτε το 150% ούτε το 200% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος αποτελεί καθιερωμένο όριο για μια άνετη διαβίωση. Τόνισε ότι η ταξινόμηση του ΟΟΣΑ για το μεσαίο εισόδημα περιγράφει μια σχετική θέση στην κατανομή του εισοδήματος και όχι την επάρκεια του προϋπολογισμού ενός νοικοκυριού.
Ο Δρ. Μάρκους Γκράμπκα από το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW Berlin) ανέφερε επίσης ότι ένα εισόδημα πάνω από το 150% του διάμεσου δεν εγγυάται από μόνο του οικονομική ασφάλεια.
«Ένα εισόδημα που υπερβαίνει το 150% του διάμεσου παρέχει οικονομική ασφάλεια μόνο όταν συνδυάζεται με ένα ορισμένο επίπεδο ιδιωτικής περιουσίας», δήλωσε στο Euronews Business.
![]()
