Μπορεί η Ελλάδα να πετύχει τον στόχο των €65 δισ. στις επενδύσεις;

Μπορεί η Ελλάδα να πετύχει τον στόχο των €65 δισ. στις επενδύσεις;

Η Ελλάδα θέτει ψηλά τον πήχη με τον στόχο των €65 δισ. στις επενδύσεις, επιδιώκοντας να ανεβάσει τις ετήσιες επενδύσεις από περίπου €46 δισ. σε πάνω από €65 δισ., δηλαδή κοντά στο 20% του ΑΕΠ. Το ζητούμενο είναι αν η χώρα μπορεί να καλύψει το διαχρονικό κενό από την υπόλοιπη Ευρώπη.

Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται αύξηση περίπου €19 δισ. από τα σημερινά επίπεδα. Η πρόκληση δεν είναι μόνο χρηματοδοτική, αλλά και το κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει διαθέσιμα δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια σε πραγματικές επενδύσεις αρκετά γρήγορα, μέσα σε συνθήκες μεταβλητότητας των αγορών, υψηλότερου κόστους χρηματοδότησης και πολιτικής και γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Το μέγεθος του κενού παραμένει μεγάλο. Σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών – Μάρκος Δραγούμης (ΚΕΦΙΜ), ανεξάρτητου και μη κομματικού φιλελεύθερου think tank στην Ελλάδα, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ανήλθαν στο 16,88% του ΑΕΠ το 2025, έναντι 21,32% στην ΕΕ-27. Παρά την ανάκαμψη από το 2020, η Ελλάδα παρέμεινε 4,4 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Το μεγαλύτερο μέρος της υστέρησης εντοπίζεται στις ιδιωτικές επενδύσεις και ειδικά στις επιχειρηματικές επενδύσεις. Αντίθετα, οι δημόσιες επενδύσεις βρίσκονταν ήδη σε γενικές γραμμές κοντά στα ευρωπαϊκά επίπεδα.

Με τις δημόσιες επενδύσεις ήδη κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ, το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης θα πρέπει να προέλθει από τον ιδιωτικό τομέα. Αναλυτές εκτιμούν ότι το βασικό ερώτημα είναι αν η διαθέσιμη χρηματοδότηση μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερες επιχειρηματικές επενδύσεις και να μετατρέψει το υπάρχον ενδιαφέρον σε έργα που θα υλοποιηθούν.

Το Recovery Fund παραμένει βασικός πυλώνας στήριξης. Ένας από τους λόγους για τους οποίους αναλυτές θεωρούν εφικτό τον στόχο των €65 δισ. είναι ο όγκος των έργων που στηρίζονται από το Recovery Fund και δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί. Στελέχη της αγοράς αναφέρουν ότι υπάρχει ακόμη σημαντικό απόθεμα επενδύσεων που πρέπει να περάσει από τη χρηματοδότηση και την έγκριση στα συμβόλαια και την υλοποίηση. Καθώς αυτά τα έργα προχωρούν τα επόμενα χρόνια, εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να συμβάλλουν στο συνολικό επενδυτικό σκέλος ακόμη και μετά το τέλος της αρχικής φάσης του προγράμματος. Υπολογίζουν ότι μόνο τα έργα που στηρίζονται από το Recovery Fund θα μπορούσαν να φέρνουν επενδύσεις €6 δισ. έως €7 δισ. τον χρόνο.

Αυτό δίνει στην κυβέρνηση ένα σημαντικό επενδυτικό απόθεμα ήδη στην αλυσίδα έργων. Το κρίσιμο ζήτημα είναι πόσο γρήγορα μπορούν και θα προχωρήσουν αυτά τα έργα και πόσο πρόσθετο ιδιωτικό κεφάλαιο μπορούν να προσελκύσουν.

Ένας δεύτερος παράγοντας δυνητικής αύξησης είναι τα €2 δισ. που πρόκειται να κατευθυνθούν σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Ο Ορέστης Καβαλάκης, διοικητής του Ελληνικού Οργανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, έχει πει ότι τα πρώτα δάνεια θα μπορούσαν να εκδοθούν ήδη από το 2026. Με επιτόκιο περίπου 0,35%, η χρηματοδότηση θα ήταν εξαιρετικά φθηνή.

Στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι η ζήτηση θα είναι αρκετά ισχυρή ώστε τα κεφάλαια να απορροφηθούν πλήρως. Το πιο κρίσιμο τεστ, λένε, είναι αν τα χρήματα φτάσουν σε επιχειρήσεις με αξιόπιστα επενδυτικά σχέδια και με δυνατότητα να περάσουν γρήγορα από την έγκριση στην εκτέλεση. Αυτό έχει σημασία, γιατί το επενδυτικό κενό δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο από τις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας. Θα χρειαστεί να συμμετάσχει ευρύτερο τμήμα του επιχειρηματικού τομέα, αν πρόκειται να διατηρηθεί η τρέχουσα δυναμική.

Οι μεγαλύτεροι επιχειρηματικοί όμιλοι της Ελλάδας αποτελούν επίσης μια πιθανή πηγή επενδύσεων. Πολλοί διαθέτουν σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα, που τους δίνουν περιθώριο να χρηματοδοτήσουν νέα έργα χωρίς να βασίζονται αποκλειστικά σε εξωτερική χρηματοδότηση.

Στελέχη της αγοράς αναφέρουν ότι αρκετές μεγάλες συμφωνίες προετοιμάζονται ήδη και θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις επενδύσεις τα επόμενα χρόνια. Η άμυνα είναι ένας τομέας που αναμένεται να προσελκύσει σημαντικά κεφάλαια, με καθιερωμένες εταιρείες να σχεδιάζουν μεγάλα έργα. Σημαντική συμβολή θα μπορούσαν να έχουν και μεγάλα έργα υποδομών, όπως ο Vertical Corridor και άλλα έργα που βρίσκονται ήδη υπό εξέταση.

Η σημασία αυτής της δαπάνης είναι ότι ο στόχος των €65 δισ. δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω δημόσιας χρηματοδότησης. Οι επενδύσεις των μεγάλων εταιρειών θα πρέπει να καλύψουν ουσιαστικό μέρος της αύξησης.

Τα ευρωπαϊκά κονδύλια για την πράσινη μετάβαση είναι μια ακόμη πηγή επενδύσεων. Η Ελλάδα αναμένεται να λάβει μεταξύ €4,77 δισ. και €5,3 δισ. μέσω του Social Climate Fund έως το 2032. Παράλληλα, το Islands Decarbonization Fund περιλαμβάνει €2,3 δισ. για έργα και μέτρα που στοχεύουν στον μετασχηματισμό του ενεργειακού και περιβαλλοντικού προφίλ των νησιών της χώρας.

Συνυπολογίζοντας αυτές τις πηγές, εξηγείται σε μεγάλο βαθμό η αυτοπεποίθηση με την οποία η κυβέρνηση παρουσιάζει τον επενδυτικό της στόχο. «Η θετική δυναμική υπάρχει και το κεφάλαιο είναι ορατό», είπε ανώτερο στέλεχος της αγοράς που συνεργάζεται με ελληνικά και διεθνή funds και επιχειρηματίες. Όμως το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από την απορρόφηση, την ωριμότητα των έργων και την ταχύτητα εκτέλεσης.

Αυτός είναι και ο βασικός περιορισμός. Η Ελλάδα μπορεί να έχει πρόσβαση σε σημαντικά κεφάλαια, όμως το αν θα φτάσει στον στόχο των €65 δισ. θα κριθεί τελικά από το πόσο από αυτά θα διοχετευθεί στην οικονομία και με ποια ταχύτητα θα περάσουν τα έργα από τον σχεδιασμό στην επένδυση στο πεδίο.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος έρχεται απ’ έξω. Η μεγαλύτερη αβεβαιότητα είναι το διεθνές περιβάλλον. Ο στόχος της κυβέρνησης προϋποθέτει ότι οι εταιρείες θα συνεχίσουν να επενδύουν και ότι η χρηματοδότηση θα παραμένει εύκολα διαθέσιμη. Ένα σοβαρό σοκ στις αγορές ή μια οικονομική επιβράδυνση θα μπορούσε να αλλάξει γρήγορα και τα δύο.

Μία ανησυχία είναι το ενδεχόμενο έντονης διόρθωσης στις αμερικανικές αγορές, ιδιαίτερα μετά την άνοδο των αποτιμήσεων που συνδέεται με την AI. Μια τέτοια πτώση θα μπορούσε να αποδυναμώσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών ευρύτερα και να κάνει τις εταιρείες πιο επιφυλακτικές ως προς νέα σχέδια. Οι ανανεωμένες ανησυχίες για το δημόσιο χρέος θα μπορούσαν να έχουν παρόμοιο αποτέλεσμα, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού.

Η Ευρώπη παρουσιάζει διαφορετικού είδους κινδύνους. Οι πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία και τη Γαλλία θα μπορούσαν να δυσκολέψουν τη λήψη οικονομικών αποφάσεων σε επίπεδο ΕΕ και να θέσουν σε κίνδυνο κοινές πρωτοβουλίες, ειδικά αν ακροδεξιά κόμματα κερδίσουν έδαφος και αμφισβητήσουν τις υπάρχουσες ευρωπαϊκές πολιτικές. Αυτό, με τη σειρά του, θα μπορούσε να εντείνει την αβεβαιότητα γύρω από τις επενδυτικές αποφάσεις και τις ροές κεφαλαίων σε όλη την Ένωση.

Loading

Play