Με το μήνυμα ότι όσο μειώνεται το χρέος τόσο μεγαλώνει το όφελος για τους πολίτες, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών απαντά στην κριτική της αντιπολίτευσης για τη διαχείριση του δημόσιου χρέους, λέγοντας πως οι αριθμοί δίνουν την απάντηση. Το συνολικό όφελος από την πρόωρη αποπληρωμή παλαιών δανείων, στη διάρκεια επτά ετών, υπολογίζεται τουλάχιστον σε 2,6 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με το υπουργείο, η στάση της αντιπολίτευσης απέναντι στην πολιτική μείωσης του δημόσιου χρέους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παράδοξη, αν δεν ήταν τόσο αποκαλυπτική. Όπως αναφέρει, οι επικρίσεις προέρχονται από πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν τη χώρα, συνέβαλαν στην εκτόξευση του χρέους, έπαιξαν ρόλο στο να οδηγηθεί η Ελλάδα στα μνημόνια και υποθήκευσαν για δεκαετίες το εισόδημα και τις επιλογές των επόμενων γενεών. Εκείνοι που άφησαν στους πολίτες έναν τεράστιο λογαριασμό, σημειώνει, εμφανίζονται σήμερα να εγκαλούν την κυβέρνηση επειδή τον μειώνει. Δεν έμαθαν τίποτα, δεν ξέχασαν τίποτα.
Στην ανακοίνωση τονίζεται ότι οι Έλληνες πλήρωσαν πολύ ακριβά την περίοδο κατά την οποία το πολιτικό σύστημα μετέφερε διαρκώς το κόστος των επιλογών του στο μέλλον. Η κυβέρνηση, όπως αναφέρει το υπουργείο, ακολουθεί την αντίθετη κατεύθυνση: μειώνει ταχύτερα το δημόσιο χρέος, περιορίζει τις δαπάνες για τόκους, ενισχύει την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις και δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο προς όφελος της κοινωνίας. Δεν φορτώνει το μέλλον με νέα βάρη, αλλά μειώνει εκείνα που κληρονόμησε από το παρελθόν. Και δεν θα κουραστούμε να το επαναλαμβάνουμε: δεν θα περάσουμε τον λογαριασμό στα παιδιά μας και στις επόμενες γενιές, προστίθεται.
Με βάση τα στοιχεία που παραθέτει το υπουργείο και με την επισήμανση ότι οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια:
Το συνολικό ποσό των πρόωρων αποπληρωμών δημοσίου χρέους για το 2026 αναμένεται να φτάσει περίπου τα 12,84 δισ. ευρώ.
Το ποσό αυτό αφορά την αποπληρωμή των διμερών δανείων του GLF, που έλαβε η χώρα τον Ιούνιο 2026, ύψους περίπου 6,94 δισ. ευρώ, τη μείωση του ύψους των εντόκων γραμματίων του ελληνικού δημοσίου κατά 1,2 δισ. ευρώ, την επικείμενη πρόωρη εξόφληση δανείων του EFSF ύψους 2,5 δισ. ευρώ, καθώς και την επικείμενη πρόωρη εξόφληση ομολογιακού δανείου του ελληνικού δημοσίου ύψους περίπου 2,2 δισ. ευρώ, με λήξη τον Δεκέμβριο του 2027.
Η αποπληρωμή του χρέους, σύμφωνα με την ανακοίνωση, είναι χρηματοοικονομική, δηλαδή ταμειακή, συναλλαγή και όχι δημοσιονομική, αφού μειώνει μελλοντικές υποχρεώσεις της χώρας. Με βάση τους κανόνες της Eurostat, η χρηματοοικονομική συναλλαγή δεν υπολογίζεται ούτε στο πρωτογενές πλεόνασμα, ούτε στο συνολικό έλλειμμα, ούτε στους στόχους δαπανών. Αντίθετα, οι δημόσιες δαπάνες είναι δημοσιονομικές συναλλαγές, μειώνουν το πλεόνασμα ή αυξάνουν το συνολικό έλλειμμα, προσμετρώνται στον στόχο δαπανών και ανεβάζουν επίσης το δημόσιο χρέος της χώρας. Συνεπώς, η κριτική μέρους της αντιπολίτευσης ότι αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να δαπανηθούν αλλού, χαρακτηρίζεται από το υπουργείο εντελώς ανεδαφική.
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία του υπουργείου, η μέση σταθμική διάρκεια του προαναφερόμενου προεξοφλούμενου δημόσιου χρέους ανέρχεται σε 7,1 έτη, ενώ το μέσο σταθμικό κόστος εξυπηρέτησής του διαμορφώνεται σε περίπου 2,9%.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, το ετήσιο όφελος για το ελληνικό δημόσιο από τη μείωση των δαπανών τόκων φτάνει περίπου τα 370 εκατ. ευρώ, ενώ παράλληλα αξιοποιούνται τα πλεονάζοντα ταμειακά διαθέσιμα, των οποίων οι αποδόσεις υπολείπονται σημαντικά του μέσου κόστους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Με τις ίδιες παραδοχές, το συνολικό όφελος μέσα στην επταετία υπολογίζεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ. Η μείωση του χρέους, πέρα από τα λιγότερα βάρη για τις επόμενες γενιές, σημαίνει και μεγαλύτερα δημοσιονομικά περιθώρια σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων πολιτών. Το συνολικό όφελος κατά τη διάρκεια των επτά ετών ανέρχεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ.
Επιπλέον, με τις συγκεκριμένες κινήσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου μειώνεται αισθητά ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης, διατηρείται η υψηλή μέση σταθμική διάρκεια του δημοσίου χρέους, αξιοποιούνται τα ταμειακά διαθέσιμα του ελληνικού δημοσίου και περιορίζεται το δημόσιο χρέος τόσο σε απόλυτο μέγεθος όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Με βάση την ανακοίνωση, στόχος αυτής της πολιτικής είναι η χώρα, από το τέλος του 2026, να μην είναι πλέον η πιο υπερχρεωμένη στην Ευρώπη, προς τα τέλη της τρέχουσας δεκαετίας να βρεθεί στην τέταρτη θέση και όχι στην πρώτη ως προς το ύψος του χρέους, και προς τα μέσα της δεκαετίας του 2030 το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ να σπάσει το φράγμα του 100%, το οποίο θεωρείται το πρώτο σημείο ισορροπίας για τη βιωσιμότητά του.
Σύμφωνα με όλους τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η συγκεκριμένη πολιτική διαχείρισης χρέους έχει ήδη φέρει απτά αποτελέσματα ως προς τη βελτίωση του αξιόχρεου της ελληνικής οικονομίας, ενώ η συνέχισή της αποτελεί βασικό κριτήριο για περαιτέρω αναβαθμίσεις.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, καταλήγει το υπουργείο, το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου είναι πλέον σταθερά και για μεγάλο διάστημα χαμηλότερο από εκείνο άλλων χωρών της ευρωζώνης, όπως, για παράδειγμα, της Ιταλίας κατά 13 μονάδες βάσης ή 0,13% ετησίως και της Γαλλίας κατά 17 μονάδες βάσης ή 0,17% ετησίως. Αυτό, αναφέρει, βοηθά τόσο το ελληνικό δημόσιο όσο και τις ελληνικές επιχειρήσεις να δανείζονται με χαμηλότερο κόστος από τους ανταγωνιστές τους, με θετικά αποτελέσματα για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
![]()
