Η δημογραφική γήρανση εξελίσσεται σε καταγεγραμμένη πραγματικότητα σε παγκόσμια κλίμακα, όμως το βάρος του προβλήματος δεν βρίσκεται στα στατιστικά μοντέλα της δημογραφίας αλλά στις πολιτικές επιλογές για τη διαχείρισή του.
Η στρατηγική των κυβερνήσεων απέναντι στο δημογραφικό οδηγεί σε συρρίκνωση παροχών και αύξηση των ορίων ηλικίας.
Τα τελευταία χρόνια, η μεταβολή της ηλικιακής πυραμίδας αξιοποιείται συχνά για την προώθηση πολιτικών που αλλάζουν τον χαρακτήρα του κοινωνικού κράτους, μεταφέροντας σταδιακά το δημοσιονομικό βάρος στους εργαζόμενους και στους πολίτες.
Με βάση στοιχεία του ΟΟΣΑ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπως παρουσιάζονται και σε αναλύσεις εντύπων όπως το The Economist, ο δείκτης εξάρτησης -δηλαδή η αναλογία των συνταξιούχων προς τον ενεργό οικονομικά πληθυσμό- καταγράφει σταθερή άνοδο.
Το δημογραφικό ζήτημα απειλεί ευθέως τη βιωσιμότητα της δημόσιας ασφάλισης
Με αυτά τα δεδομένα, οι κυβερνήσεις στις περισσότερες δυτικές χώρες προωθούν ένα συγκεκριμένο μοντέλο διαχείρισης: τη συρρίκνωση των δημόσιων παροχών και την οριζόντια αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, αποφεύγοντας μέτρα που θα εξασφάλιζαν πρόσθετους πόρους για τα ασφαλιστικά ταμεία μέσω της φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων ή των εταιρικών κερδών.
Στο επίκεντρο των κυβερνητικών σχεδιασμών βρίσκεται συχνά η μετατόπιση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 65 ή 67 έτη προς τα 72 ή ακόμη και τα 75 έτη.
Η συγκεκριμένη στρατηγική βασίζεται στο επιχείρημα της αύξησης του προσδόκιμου ζωής, παραβλέποντας όμως τις ποιοτικές συνθήκες διαβίωσης και υγείας στην τρίτη ηλικία. Αντί να αναζητηθούν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης του διανεμητικού συστήματος -όπως η ενίσχυση των εργοδοτικών εισφορών, η αξιοποίηση της τεχνολογικής προόδου που αυξάνει την παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο ή η δίκαιη αναδιανομή του πλούτου- επιλέγεται η παράταση του εργασιακού βίου. Έτσι, τα δημόσια ταμεία μένουν υποχρηματοδοτούμενα και η ευθύνη για τη διασφάλιση του εισοδήματος μεταφέρεται στον ίδιο τον πολίτη.
Η εφαρμογή οριζόντιων αυξήσεων στα όρια ηλικίας δημιουργεί σοβαρές ανισότητες, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη τη φύση της επαγγελματικής δραστηριότητας. Για έναν υπάλληλο γραφείου η εργασία σε μεγαλύτερη ηλικία είναι συχνά εφικτή, όμως για εργαζόμενους στη βιομηχανία, τις κατασκευές, την εστίαση ή τον αγροτικό τομέα είναι πρακτικά αστήρικτη. Ένας εργαζόμενος σε βαριές χειρωνακτικές εργασίες σπάνια διαθέτει τις βιολογικές αντοχές να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του επαγγέλματός του σε ηλικία άνω των 70 ετών. Ως αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος του πληθυσμού οδηγείται είτε σε πρόωρη συνταξιοδότηση με μειωμένες αποδοχές είτε στην ανεργία κατά την τελευταία περίοδο του εργασιακού του βίου.
Η απροθυμία των κρατών να θωρακίσουν το δημόσιο σύστημα ασφάλισης επιφέρει συνέπειες και στο διαγενεακό συμβόλαιο. Οι νεότερες γενιές καλούνται να καταβάλλουν υψηλές ασφαλιστικές εισφορές σε όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής τους πορείας, ενώ αντιμετωπίζουν και το αυξημένο κόστος στέγασης και διαβίωσης. Την ίδια στιγμή, οι εφαρμοζόμενες πολιτικές ενισχύουν την αβεβαιότητα για το ύψος και την επάρκεια της μελλοντικής τους σύνταξης. Η υποβάθμιση του δημόσιου συστήματος ωθεί αναγκαστικά όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα στην ιδιωτική ασφάλιση, αφήνοντας την πλειοψηφία των πολιτών εκτεθειμένη.
Οικονομολόγοι και ειδικοί κοινωνικής πολιτικής επισημαίνουν ότι η βιωσιμότητα των συντάξεων είναι πρωτίστως ζήτημα αναδιανομής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Η άρνηση των κυβερνήσεων να προσαρμόσουν το φορολογικό και ασφαλιστικό πλαίσιο στις σύγχρονες οικονομικές συνθήκες -όπου ο πλούτος συγκεντρώνεται σε λιγότερα χέρια και η παραγωγικότητα αυξάνεται- παραμένει πολιτική επιλογή. Η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής προϋποθέτει αναζήτηση πόρων από τη φορολόγηση του συνολικά παραγόμενου πλούτου και όχι μόνο από τις μειωμένες εισφορές των εργαζομένων. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις, οι πιέσεις στο κοινωνικό κράτος θα συνεχιστούν, με τους πολίτες να επωμίζονται το μεγαλύτερο κόστος.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
