Έξι χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητούν να θεσπιστεί εφάπαξ φόρος στα κέρδη που αποκόμισαν οι πετρελαϊκές εταιρείες από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Στο αίτημα συμμετέχουν η Ισπανία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Αυστρία, η Πολωνία και η Πορτογαλία.
Η πρώτη σχετική κίνηση έγινε τον Απρίλιο με επιστολή πέντε χωρών προς τον επίτροπο για το Κλίμα, Βόπκε Χούστρα. Με εκείνη την επιστολή ζητούσαν να διαμορφωθεί ισχυρό νομικό πλαίσιο για τη φορολόγηση των απροσδόκητων κερδών στον ενεργειακό τομέα, με στόχο να μη μετακυλιστεί το κόστος της ενεργειακής κρίσης αποκλειστικά στους καταναλωτές και στα δημόσια ταμεία.
Την πρωτοβουλία είχαν υπογράψει τότε οι Κάρλος Κουέρπο, υπουργός Οικονομίας της Ισπανίας, Τζιανκάρλο Τζορτζέτι από την Ιταλία, Τζοακίμ Μιράντα Σαρμέντο από την Πορτογαλία, Λαρς Κλίνγκμπεϊλ από τη Γερμανία και Μάρκους Μαρτερμπάουερ από την Αυστρία. Στη συνέχεια προστέθηκε και η Πολωνία, με τις έξι χώρες να υποστηρίζουν ότι η αστάθεια της αγοράς λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων έχει δημιουργήσει στρεβλώσεις που απαιτούν άμεση παρέμβαση της ΕΕ.
Οι υπουργοί Οικονομικών των έξι χωρών σχεδιάζουν να επαναλάβουν το αίτημα με κοινή επιστολή προς τον Σάιμον Χάρις, αντιπρόεδρο και υπουργό Οικονομικών της ιρλανδικής κυβέρνησης, η οποία ασκεί την εκ περιτροπής προεδρία της ΕΕ. Τη σχετική πληροφορία επιβεβαίωσε ο Ισπανός υπουργός Οικονομικών.
Σύμφωνα με την ισπανική εφημερίδα El Pais, η οποία έχει δει την επιστολή, οι έξι χώρες ζητούν να ενταχθεί η συζήτηση για τον εφάπαξ φόρο στις πετρελαϊκές στην ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομικών (Ecofin) στο Δουβλίνο στις 18-19 Σεπτεμβρίου. Ο φόρος θα είναι παρόμοιος με εκείνον που επιβλήθηκε το 2022 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Στην επιστολή τους, οι έξι υπουργοί αναφέρουν ότι, λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, οι πετρελαϊκές εταιρείες εμφανίζουν υψηλή συνολική κερδοφορία και περιθώρια κέρδους στα προϊόντα διύλισης, τα οποία, παρότι μπορεί να επηρεαστούν από ελλείψεις ορισμένων προϊόντων, υπερβαίνουν την αύξηση των τιμών του αργού πετρελαίου.
Προσθέτουν ακόμη ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία από τις μεγαλύτερες διαταραχές εφοδιασμού των τελευταίων δεκαετιών και με αυξανόμενη, παγκοσμίως, δυσαρέσκεια για την άνοδο του κόστους ζωής. Όπως σημειώνουν, τα μέτρα που έχουν ληφθεί μέχρι στιγμής από τις κυβερνήσεις δεν ήταν επαρκή για να μειώσουν ή να σταθεροποιήσουν μόνιμα τις τιμές για επιχειρήσεις και πολίτες.
Για όλους αυτούς τους λόγους, οι υπουργοί Οικονομικών καλούν την ΕΕ να ανοίξει ξανά τη συζήτηση για τη φορολόγηση των έκτακτων κερδών που δημιουργούν σήμερα οι πετρελαϊκές εταιρείες. «Χρειαζόμαστε μια κοινή προσέγγιση που να διασφαλίζει ότι όσοι επωφελούνται από την κρίση συμβάλλουν επίσης στην ελάφρυνση του βάρους για τον γενικό πληθυσμό», τονίζουν.
Με δεδομένο ότι έχει προηγηθεί ο φόρος στις πετρελαϊκές λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, οι πέντε χώρες ζητούν να ληφθούν ως σημείο αναφοράς τα διδάγματα που προέκυψαν τότε, καθώς και το προσωρινό φορολογικό μοντέλο που εφάρμοσε η ΕΕ το 2022.
Στην επιστολή τους προσθέτουν ακόμη ένα αίτημα: να γίνει πιο συγκεκριμένη ανάλυση για το πώς τα κέρδη που αποκομίζουν στο εξωτερικό οι πολυεθνικές πετρελαϊκές εταιρείες μπορούν να συμπεριληφθούν πιο επιλεκτικά.
Παράλληλα, ζητούν τη διαμόρφωση ενός κοινού ευρωπαϊκού μηχανισμού που θα προστατεύει την ενιαία αγορά, λαμβάνοντας όμως υπόψη την ποικιλομορφία των εθνικών καταστάσεων και των ενδιαφερόμενων μερών, καθώς και τη συμμόρφωση με την αρχή της επικουρικότητας.
Οι έξι υπουργοί Οικονομικών σημειώνουν επίσης ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ πρέπει να έχουν το συντομότερο δυνατό πρόσβαση στα αποτελέσματα της ευρωπαϊκής έρευνας για τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών διύλισης, ώστε να διασφαλιστεί ότι τα διυλιστήρια δεν εκμεταλλεύονται την τρέχουσα ενεργειακή κρίση.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
