Το σχέδιο για τη φορολόγηση των crypto στην Ελλάδα μπαίνει στην τελική ευθεία, με τον βασικό συντελεστή να προσανατολίζεται στο 15%, χωρίς όμως η σχετική ρύθμιση να έχει ακόμη κατατεθεί στη Βουλή. Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται και η δυνατότητα δήλωσης υπεραξιών που έχουν δημιουργηθεί την τελευταία πενταετία.
Η εκκρεμότητα αποκτά μεγαλύτερο βάρος, καθώς η Ελλάδα εξακολουθεί να μην έχει ολοκληρωμένο φορολογικό πλαίσιο για τα κέρδη από crypto, την ώρα που η ευρωπαϊκή νομοθεσία δημιουργεί ήδη έναν μηχανισμό μέσω του οποίου οι συναλλαγές θα γίνονται σταδιακά ορατές στις φορολογικές αρχές.
Η αρμόδια επιτροπή του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει ολοκληρώσει το έργο της και έχει παραδώσει την εισήγησή της στην πολιτική ηγεσία. Ο σχεδιασμός που έχει γίνει γνωστός προβλέπει φορολόγηση της υπεραξίας από αγοραπωλησίες κρυπτονομισμάτων με συντελεστή έως 15%, δηλαδή επί της θετικής διαφοράς ανάμεσα στην τιμή κτήσης και την τιμή πώλησης.
Στο σχέδιο περιλαμβάνεται και η δήλωση υπεραξιών της προηγούμενης πενταετίας. Με αυτόν τον τρόπο, χιλιάδες φορολογούμενοι που έχουν αποκομίσει κέρδη από crypto θα μπορούν να τα εμφανίσουν στην Εφορία, να φορολογηθούν και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν νόμιμα τα σχετικά ποσά για την κάλυψη τεκμηρίων.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη προϋπόθεση. Η καταβολή του φόρου δεν θα αρκεί από μόνη της για τη νομιμοποίηση των κεφαλαίων. Ο φορολογούμενος θα πρέπει να αποδείξει τόσο την προέλευση των χρημάτων με τα οποία έγινε η αρχική επένδυση όσο και τη διαδρομή των συναλλαγών που οδήγησε στην υπεραξία. Με αυτόν τον τρόπο η φορολογική διοίκηση θα μπορεί να ελέγχει αν τα αρχικά κεφάλαια δικαιολογούνται από δηλωμένα εισοδήματα και αν συνδέονται με φοροδιαφυγή ή νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Το νέο πλαίσιο αναμένεται επίσης να καλύψει δωρεές, γονικές παροχές και κληρονομιές crypto, βάζοντας σταδιακά τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία στους ίδιους φορολογικούς κανόνες που ισχύουν για τις υπόλοιπες μορφές περιουσίας.
Η μεγαλύτερη αλλαγή έρχεται από την Ευρώπη, καθώς η DAC8 εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2026 και διευρύνει την αυτόματη ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών ώστε να περιλαμβάνει τα crypto-assets. Οι πάροχοι υπηρεσιών crypto ξεκινούν να συλλέγουν στοιχεία για τις συναλλαγές Ευρωπαίων χρηστών, με πρώτο έτος αναφοράς το 2026, ενώ οι πρώτες ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων προβλέπονται έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2027.
Οι πληροφορίες δεν περιορίζονται στην ύπαρξη ενός λογαριασμού. Το σύστημα καλύπτει αγορές, πωλήσεις, ανταλλαγές και μεταφορές crypto, δημιουργώντας ουσιαστικά έναν μηχανισμό φορολογικής ιχνηλασιμότητας για μια αγορά που για χρόνια ήταν πολύ δυσκολότερο να ελεγχθεί σε σχέση με το παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
MiCA και DAC8 συμπληρώνουν έτσι η μία την άλλη. Το MiCA βάζει κανόνες στις εταιρείες και στις πλατφόρμες που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ η DAC8 βάζει τις συναλλαγές των χρηστών στο φορολογικό ραντάρ.
Η αλλαγή ξεπερνά και τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Crypto-Asset Reporting Framework του ΟΟΣΑ δημιουργεί ένα ευρύτερο διεθνές σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, περιορίζοντας σταδιακά τη δυνατότητα μεταφοράς συναλλαγών σε άλλη δικαιοδοσία με την προσδοκία ότι θα παραμείνουν αόρατες.
Η εξέλιξη αυτή αλλάζει συνολικά τη σχέση των κρατών με την αγορά των crypto. Για χρόνια, το βασικό ζητούμενο ήταν η προστασία των επενδυτών και ο έλεγχος των πλατφορμών. Πλέον, το ενδιαφέρον μεταφέρεται και στη φορολογική βάση που δημιουργεί μια αγορά τρισεκατομμυρίων. Στην Ευρώπη έχει ανοίξει η συζήτηση για το κατά πόσο οι συναλλαγές crypto θα μπορούσαν στο μέλλον να αποτελέσουν πηγή νέων εσόδων για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Σχετική μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εξετάζει τη φορολόγηση των συναλλαγών κρυπτονομισμάτων μεταξύ των δυνητικών νέων ίδιων πόρων της ΕΕ. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει αποφασιστεί ευρωπαϊκός φόρος στα crypto, δείχνει όμως πόσο έχει αλλάξει η προσέγγιση των ευρωπαϊκών θεσμών απέναντι στην αγορά.
Το ελληνικό παράδοξο αποτυπώνεται σε υπόθεση 620.323,34 ευρώ που έφτασε πρόσφατα στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ και επανέφερε το ζήτημα στο προσκήνιο. Φορολογούμενος επιχείρησε να δηλώσει το ποσό από μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων στον κωδικό 659 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2024.
Τα χρήματα είχαν περάσει κανονικά στο τραπεζικό σύστημα μέσω δύο εμβασμάτων, ύψους 357.643,64 και 262.679,70 ευρώ. Ο φορολογούμενος προσκόμισε παραστατικά των εμβασμάτων και βεβαίωση εταιρείας, όμως η φορολογική διοίκηση δεν αποδέχθηκε το ποσό στον συγκεκριμένο κωδικό.
Η ΔΕΔ, με την απόφαση 2407/2026, απέρριψε την προσφυγή. Ο λόγος ήταν ότι ο κωδικός 659 αφορά εισοδήματα που είτε φορολογούνται με ειδικό τρόπο είτε απαλλάσσονται ρητά από τον φόρο. Με το υφιστάμενο φορολογικό πλαίσιο, το ποσό από τη μεταβίβαση Bitcoin δεν μπορούσε να ενταχθεί σε καμία από αυτές τις κατηγορίες.
Η συνέπεια είναι ιδιαίτερα σημαντική. Τα 620.323 ευρώ υπήρχαν, είχαν φτάσει σε ελληνικό τραπεζικό λογαριασμό, αλλά δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μέσω του συγκεκριμένου κωδικού για την κάλυψη τεκμηρίων.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
