Σε τρία μέτωπα κινείται η κυβέρνηση για να συγκρατήσει το κόστος θέρμανσης, καθώς η μεγάλη άνοδος στις τιμές ωθεί ξανά σε επιδοτήσεις και παρεμβάσεις στην αγορά. Το πετρέλαιο θέρμανσης βρίσκεται στο επίκεντρο του σχεδιασμού.
Το σχέδιο προβλέπει επιδότηση στην αντλία με συμμετοχή του κράτους και των διυλιστηρίων, πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των πρατηρίων και οριζόντια αύξηση του ποσού του επιδόματος θέρμανσης.
Δύο βασικές εκκρεμότητες πρέπει, πάντως, να κλείσουν πριν οριστικοποιηθεί το πακέτο: οι συνεννοήσεις με τα διυλιστήρια για τη συμμετοχή τους στη μείωση της τιμής και το πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των πρατηρίων. Γι’ αυτό οι τελικές ανακοινώσεις δεν αναμένονται τη Δευτέρα, αλλά σίγουρα εντός της επόμενης εβδομάδας.
Στο επίδομα θέρμανσης, η κατεύθυνση είναι πλέον πιο καθαρή. Σύμφωνα με πληροφορίες, δεν προκρίνεται διεύρυνση των εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων. Οι δικαιούχοι θα μείνουν οι ίδιοι και οριζόντια θα αυξηθεί το ποσό του επιδόματος.
Έτσι, ενώ η άνοδος του ενεργειακού κόστους αφορά όλους τους καταναλωτές, η πρόσθετη ενίσχυση μέσω του επιδόματος θα κατευθυνθεί μόνο σε όσους βρίσκονται ήδη μέσα στην περίμετρο των δικαιούχων.
Η εκτίναξη των τιμών έφερε τις επιδοτήσεις. Χωρίς παρέμβαση, το πετρέλαιο θέρμανσης εκτιμάται ότι θα μπορούσε να φτάσει κοντά στα 2 ευρώ, ή και υψηλότερα, το λίτρο όταν ξεκινήσει η διάθεσή του στις 15 Οκτωβρίου.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης προανήγγειλε ότι η παρέμβαση θα επιχειρήσει να ρίξει την τιμή κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, ενώ οι πληροφορίες για τον σχεδιασμό ανεβάζουν ακόμη περισσότερο τον πήχη, με στόχο η τελική τιμή να κινηθεί στην περιοχή των 1,50 έως 1,60 ευρώ το λίτρο.
Για να επιτευχθεί αυτό, θα χρειαστεί συνδυασμός κρατικής επιδότησης και έκπτωσης από τα διυλιστήρια, ώστε να αφαιρεθούν συνολικά περίπου 40 έως 50 λεπτά ανά λίτρο από την τιμή που διαφορετικά θα μπορούσε να προσεγγίσει τα 2 ευρώ.

Το πόσο θα επιβαρυνθεί τελικά ο κρατικός προϋπολογισμός θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από τη συμμετοχή των διυλιστηρίων.
Ακόμη και αν επιτευχθεί ο στόχος, η σύγκριση με πέρυσι παραμένει δυσμενής για τα νοικοκυριά.
Στις 15 Οκτωβρίου 2025 το πετρέλαιο θέρμανσης έκανε πρεμιέρα στην περιοχή των 1,09-1,10 ευρώ το λίτρο. Αν φέτος, μετά τις επιδοτήσεις, η τιμή διαμορφωθεί κοντά στο 1,50 ευρώ, θα εξακολουθήσει να είναι περίπου 36% υψηλότερη από την περσινή τιμή εκκίνησης.
Η διαφορά αποτυπώνεται ακόμη πιο καθαρά στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Για αγορά 1.000 λίτρων, τιμή 1,50 ευρώ σημαίνει δαπάνη 1.500 ευρώ και τιμή 1,60 ευρώ κόστος 1.600 ευρώ. Με την περσινή τιμή εκκίνησης, η ίδια ποσότητα κόστιζε περίπου 1.100 ευρώ.
Με άλλα λόγια, ακόμη και μετά τις επιδοτήσεις, ένα νοικοκυριό μπορεί να χρειαστεί 400 έως 500 ευρώ περισσότερα για την ίδια ποσότητα πετρελαίου.
Το πρώτο σκέλος της παρέμβασης αφορά την απευθείας μείωση της τιμής στην αντλία.
Η κυβέρνηση επιδιώκει να μοιραστεί το κόστος ανάμεσα στον κρατικό προϋπολογισμό και τα διυλιστήρια.
Το ύψος της έκπτωσης που θα συμφωνηθεί είναι καθοριστικό, καθώς όσο μεγαλύτερη είναι η συμμετοχή των διυλιστηρίων τόσο μικρότερο θα είναι το ποσό που θα απαιτηθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό για να επιτευχθεί η επιθυμητή τιμή στην αντλία.
Το δεύτερο μέτωπο αφορά τα περιθώρια κέρδους στην αγορά καυσίμων.
Η κυβέρνηση προσανατολίζεται στην επιβολή πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των πρατηρίων, ώστε η κρατική επιδότηση και η έκπτωση των διυλιστηρίων να μην εξανεμιστούν μέχρι το καύσιμο να φτάσει στον καταναλωτή.

Πρόκειται ουσιαστικά για τη δεύτερη παράμετρο του σχεδίου. Από τη μία επιχειρείται να μειωθεί η τιμή στην αφετηρία και από την άλλη να ελεγχθούν τα περιθώρια κέρδους μέχρι την τελική πώληση, με τους βενζινοπώλες να αντιδρούν έντονα στο μέτρο αυτό.
Το τρίτο σκέλος αφορά το επίδομα θέρμανσης.
Ο πρωθυπουργός έχει προαναγγείλει οριζόντια αύξηση του επιδόματος.
Η παρέμβαση αφορά περίπου 1,17 εκατ. σημερινούς δικαιούχους και καλύπτει τις διαφορετικές πηγές θέρμανσης. Περίπου 600.000 δικαιούχοι χρησιμοποιούν πετρέλαιο θέρμανσης, 175.000 φυσικό αέριο, σχεδόν 320.000 ηλεκτρική ενέργεια και περίπου 75.000 καυσόξυλα.
Το κρίσιμο είναι ότι, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν προκρίνεται αλλαγή των κριτηρίων. Δεν αναμένεται, επομένως, να αυξηθεί ο αριθμός των δικαιούχων μέσω υψηλότερων εισοδηματικών ή περιουσιακών ορίων. Η πρόσθετη δημοσιονομική ενίσχυση θα κατευθυνθεί στην αύξηση του ποσού που λαμβάνουν όσοι ήδη δικαιούνται το επίδομα.
Με βάση το ισχύον καθεστώς, το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν μπορεί να ξεπερνά: 16.000 ευρώ για άγαμο, χήρο ή εν διαστάσει.
-24.000 ευρώ για ζευγάρι, με προσαύξηση 5.000 ευρώ για κάθε παιδί. Έτσι, το όριο φτάνει τις 29.000 ευρώ με ένα παιδί, τις 34.000 ευρώ με δύο παιδιά και τις 39.000 ευρώ με τρία.
-29.000 ευρώ για μονογονεϊκή οικογένεια, με προσαύξηση 5.000 ευρώ για κάθε παιδί μετά το πρώτο.
Για νοικοκυριά με επιχειρηματική δραστηριότητα, τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα από αυτή δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις 80.000 ευρώ. Υπάρχει παράλληλα και περιουσιακό κριτήριο. Η αξία της ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να ξεπερνά τις 200.000 ευρώ για άγαμο, χήρο ή εν διαστάσει και τις 260.000 ευρώ για έγγαμους, μέρη συμφώνου συμβίωσης και μονογονεϊκές οικογένειες, με προσαύξηση 40.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο παιδί.
Ένα ζευγάρι με δύο παιδιά, για παράδειγμα, έχει σήμερα εισοδηματικό όριο 34.000 ευρώ και περιουσιακό όριο 340.000 ευρώ.
Η επιλογή να αυξηθεί μόνο το ποσό του επιδόματος και να μην ανοίξουν τα κριτήρια αφήνει εκτός ενίσχυσης νοικοκυριά που επίσης θα κληθούν να αντιμετωπίσουν την αύξηση των τιμών.
Ένα ζευγάρι με δύο παιδιά και οικογενειακό εισόδημα 40.000 ευρώ, για παράδειγμα, παραμένει εκτός επιδόματος, καθώς υπερβαίνει το σημερινό όριο των 34.000 ευρώ.
Θα πληρώσει, όμως, το ίδιο ακριβότερο πετρέλαιο με ένα νοικοκυριό που βρίσκεται εντός των εισοδηματικών ορίων.
Εδώ βρίσκεται και μία από τις βασικές αδυναμίες της επιλογής, καθώς η κυβέρνηση αυξάνει την ενίσχυση για τους ήδη δικαιούχους, αλλά δεν διευρύνει το δίχτυ προστασίας προς νοικοκυριά που βρίσκονται πάνω από τα σημερινά όρια και αντιμετωπίζουν επίσης σημαντικά αυξημένο κόστος θέρμανσης.
Με το ισχύον σύστημα, το επίδομα δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από 100 ευρώ ούτε υψηλότερο από 800 ευρώ, ενώ σε οικισμούς με αυξημένες ενεργειακές ανάγκες μπορεί να φτάσει έως τα 1.200 ευρώ.
Το τελικό ποσό επηρεάζεται, μεταξύ άλλων, από τις κλιματικές συνθήκες και τις ενεργειακές ανάγκες της περιοχής. Κάθε δικαιούχος μπορεί να επιδοτηθεί για ένα μόνο είδος θέρμανσης, ενώ απαιτούνται αγορές αξίας τουλάχιστον διπλάσιας από το ποσό του επιδόματος.
Στο σύστημα εντάσσονται, εκτός από το πετρέλαιο θέρμανσης, το φυσικό αέριο, το υγραέριο, η ηλεκτρική ενέργεια, τα καυσόξυλα, τα πέλετ, η τηλεθέρμανση και το φωτιστικό πετρέλαιο.
Πηγή: OT
![]()
