Η φορολογική ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας μένει στην ίδια θέση με πέρυσι, όμως η εικόνα στα φυσικά πρόσωπα ξεχωρίζει θετικά. Στον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας 2026, η χώρα κατατάσσεται 23η μεταξύ 38 κρατών του ΟΟΣΑ, παρότι η συνολική βαθμολογία της βελτιώθηκε.
Τα στοιχεία που δημοσίευσαν την Τρίτη το Tax Foundation και το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) δείχνουν ότι η φορολόγηση φυσικών προσώπων παραμένει το ισχυρότερο σημείο του ελληνικού συστήματος. Η Ελλάδα βρίσκεται 5η στην αντίστοιχη κατηγορία, διατηρώντας το καλύτερο της αποτέλεσμα στον φετινό δείκτη.
Η μελέτη σημειώνει επίσης ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει συντελεστή εταιρικής φορολόγησης χαμηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, καταγράφονται περιθώρια βελτίωσης στους κανόνες συμψηφισμού επιχειρηματικών ζημιών και στη φορολόγηση της ιδιοκτησίας.
Στη φορολόγηση της κατανάλωσης, ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ είναι 24%, ενώ η φορολογική βάση καλύπτει το 44% της τελικής κατανάλωσης, αφήνοντας ανοιχτό πεδίο για διεύρυνση.
Η κατάταξη της Ελλάδας στον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας 2026 δεν αλλάζει σε σχέση με το 2025, παρότι η συνολική βαθμολογία ανέβηκε σε 65,9 στα 100 από 65,7 την προηγούμενη χρονιά. Ο δείκτης δεν εξετάζει μόνο το ύψος των φορολογικών συντελεστών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένο το φορολογικό σύστημα, δηλαδή πόσο ανταγωνιστικό, ουδέτερο και αποτελεσματικό είναι για τις επενδύσεις και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Η φετινή έκδοση του Tax Foundation και του ΚΕΦΙΜ αξιολογεί 38 χώρες του ΟΟΣΑ μέσα από περισσότερες από 40 μεταβλητές, που κατανέμονται σε πέντε κατηγορίες: εταιρική φορολόγηση, φορολόγηση φυσικών προσώπων, φόρους κατανάλωσης, φόρους ιδιοκτησίας και κανόνες διασυνοριακής φορολόγησης.
Η Ελλάδα κατατάσσεται 5η στη φορολόγηση φυσικών προσώπων, 22η στην εταιρική φορολόγηση, 29η στη φορολόγηση της κατανάλωσης, 30ή στους φόρους επί της ιδιοκτησίας και 19η στους κανόνες διασυνοριακής φορολόγησης.
Το βασικό πλεονέκτημα του ελληνικού συστήματος εντοπίζεται στη φορολόγηση φυσικών προσώπων.
Οι συντάκτες της μελέτης ξεχωρίζουν ως ισχυρά σημεία του ελληνικού φορολογικού συστήματος τα εξής:
– Ο καθαρός φορολογικός συντελεστής φυσικών προσώπων επί μερισμάτων είναι 5%, πολύ χαμηλότερος από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που διαμορφώνεται στο 24,7%, ενώ τα κεφαλαιακά κέρδη από εισηγμένες μετοχές χωρίς ουσιαστική συμμετοχή στην ιδιοκτησία απαλλάσσονται από τη φορολογία.
– Ο συντελεστής φορολόγησης εταιρικού εισοδήματος στο 22% είναι χαμηλότερος από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που είναι 24,2%.
– Οι κανονισμοί Ελεγχόμενων Αλλοδαπών Εταιρειών στην Ελλάδα είναι μετριοπαθείς και εφαρμόζονται μόνο στο παθητικό εισόδημα.
Στις αδυναμίες του φορολογικού συστήματος που ρίχνουν τη χώρα στη διεθνή κατάταξη, η μελέτη αναφέρει τα εξής:
– Η Ελλάδα έχει έναν από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ, στο 24%, και τον εφαρμόζει σε μία από τις πιο περιορισμένες φορολογικές βάσεις στον ΟΟΣΑ, καθώς καλύπτει μόλις το 44% της τελικής κατανάλωσης. Οι συντάκτες επισημαίνουν τις πολλές εξαιρέσεις, μειώσεις και απαλλαγές από τον υψηλό ΦΠΑ, με αποτέλεσμα ο φόρος να καλύπτει μόνο το 56% της καταναλωτικής βάσης στην οποία θεωρητικά εφαρμόζεται.
Χώρες με μεγάλο αριθμό εξαιρέσεων και μειωμένων συντελεστών, όπως η Ελλάδα, κατατάσσονται χαμηλότερα.
Άλλες χώρες με πιο «καθαρή βάση», όπου δεν χάνεται ΦΠΑ λόγω εξαιρέσεων, βαθμολογούνται υψηλότερα. Ενδεικτικά, η Νέα Ζηλανδία, που βρίσκεται στην πεντάδα των χωρών με την καλύτερη αξιολόγηση, εφαρμόζει βασικό συντελεστή ΦΠΑ 15% στο 95% της δυνητικής φορολογικής βάσης τελικής κατανάλωσης, σχεδόν χωρίς απώλειες και εξαιρέσεις.
– Οι εταιρείες αντιμετωπίζουν αυστηρούς περιορισμούς στα ποσά των καθαρών ζημιών χρήσης με τα οποία μπορούν να αντισταθμίσουν μελλοντικά κέρδη. Δεν μπορούν, επίσης, να χρησιμοποιήσουν ζημιές για να μειώσουν προηγούμενο φορολογητέο εισόδημα.
– Η Ελλάδα επιβάλλει φόρους στις αυξήσεις κεφαλαίου, στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, στις μεταβιβάσεις ιδιοκτησίας και στις κληρονομιές. Επιβάλλει, ακόμη, εισφορά στις τράπεζες.
Ο Δείκτης δεν κρίνει μόνο πόσο υψηλοί είναι οι φόροι, αλλά και πόσο ανταγωνιστικός, ουδέτερος και αποτελεσματικός είναι ο σχεδιασμός του φορολογικού συστήματος.
Η Εσθονία αναδεικνύεται για 13η συνεχόμενη χρονιά ως η χώρα με το πιο ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Ακολουθούν η Λετονία και η Νέα Ζηλανδία, ενώ την τελευταία θέση καταλαμβάνει η Γαλλία. Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στη Φινλανδία, που είναι 22η, και στη Χιλή, που βρίσκεται στην 24η θέση.
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε: «Η φορολογική ανταγωνιστικότητα είναι σημαντικός παράγοντας για την προσέλκυση επενδύσεων, τη δημιουργία περισσότερων και καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας και την ενίσχυση της ευημερίας των πολιτών. Η διατήρηση της Ελλάδας στην 23η θέση του Δείκτη υπενθυμίζει ότι, παρά τις σημαντικές βελτιώσεις των προηγούμενων ετών, εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια για την ενίσχυση της φορολογικής ανταγωνιστικότητας της χώρας. Η φετινή μελέτη εντοπίζει τα συγκεκριμένα πεδία στα οποία μπορούν να γίνουν παρεμβάσεις, όπως η διεύρυνση της φορολογικής βάσης του ΦΠΑ, ο εξορθολογισμός των φόρων ιδιοκτησίας και η βελτίωση των κανόνων συμψηφισμού επιχειρηματικών ζημιών».
Η μελέτη του 2026 έχει συνταχθεί από τους Alex Mengden και Luis Zarka. Το Tax Foundation είναι ανεξάρτητος οργανισμός έρευνας σε θέματα φορολογικής πολιτικής και, από το 1937, οι έρευνες και οι αναλύσεις του συμβάλλουν στον δημόσιο διάλογο για τον σχεδιασμό αποτελεσματικότερων φορολογικών συστημάτων.
* Συνημμένο – Ολόκληρη η μελέτη
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ
![]()

