Αδιέξοδο στην αυτοδυναμία: Η ΝΔ και τα μετεκλογικά παζάρια της επόμενης μέρας

Αδιέξοδο στην αυτοδυναμία: Η ΝΔ και τα μετεκλογικά παζάρια της επόμενης μέρας

Η ΝΔ επιμένει στην αυτοδυναμία, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τα κυβερνητικά στελέχη να τη θέτουν ως κεντρικό διακύβευμα των επόμενων εκλογών. Όμως η πολιτική επιδίωξη απέχει από το εκλογικό σενάριο που μπορεί να διαμορφώσει η κάλπη.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η ΝΔ θα βγει πρώτο κόμμα, αλλά αν θα έχει την απαιτούμενη ισχύ για να σχηματίσει κυβέρνηση. Η αυτοδυναμία παραμένει προς το παρόν, με βάση όλες τις μετρήσεις -ακόμα και τις πιο ευνοϊκές για τη ΝΔ-, όνειρο απατηλό και γι’ αυτό το επόμενο ερώτημα είναι ποιοι θα μπορούσαν να τη στηρίξουν.

Τα δύσκολα για τη ΝΔ

Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Η κυβερνητική παράταξη αποκλείει συνεργασίες με πολιτικές δυνάμεις στα δεξιά της, όπως ξεκαθάρισε για άλλη μια φορά προχθές ο κυβερνητικός εκπρόσωπος με αφορμή τη δήλωση του βουλευτή της ΝΔ κ. Καράογλου, ότι ενδεχομένως το κόμμα θα έπρεπε να συνεργαστεί με Βελόπουλο ή Λατινοπούλου, με Αντώνη Σαμαρά ή και με το κόμμα Νίκη, αν δεν υπάρξει αυτοδυναμία στις εκλογές.

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει απορρίψει κατηγορηματικά τέτοια σενάρια και στο παρελθόν. Στην Πειραιώς θα έβλεπαν ως ουσιαστική λύση μια συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, όπως στην περίοδο της κρίσης, όμως το ΠΑΣΟΚ έχει από την πλευρά του αποκλείσει τη συμμετοχή του σε κυβέρνηση της ΝΔ, έχοντας κατά νου το πολιτικό κόστος εκείνης της περιόδου.

Όλα αυτά λέγονται τώρα, αλλά κανείς δεν ξέρει αν θα ισχύουν και το βράδυ των εκλογών, ανάλογα με τα αποτελέσματα. Αν επιβεβαιωθούν οι σημερινές δημοσκοπικές προβλέψεις, οι πιέσεις -ιδίως προς το ΠΑΣΟΚ– θα είναι τεράστιες. Έως τότε, πάντως, η ΝΔ διεκδικεί μια αυτοδυναμία που δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη, έχοντας ταυτόχρονα περιορίσει, τουλάχιστον σε επίπεδο δημόσιων δεσμεύσεων, τις εναλλακτικές της.

Στο τραπέζι και η αλλαγή ηγεσίας

Μέσα σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον, οι συζητήσεις για τις μετεκλογικές συνεργασίες αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που έχει ανοίξει, έστω και υπό προϋποθέσεις, η συζήτηση για ενδεχόμενη αλλαγή ηγεσίας στη ΝΔ, αν το εκλογικό αποτέλεσμα για το κυβερνών κόμμα κινηθεί σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Η αναφορά σε πιθανή αποχώρηση Μητσοτάκη, αν η ΝΔ πέσει στο 25% ή και χαμηλότερα, έχει ανοίξει μια παράπλευρη συζήτηση με άμεση σχέση με την επόμενη μέρα και τη διακυβέρνηση της χώρας.

Υπενθυμίζεται ότι πριν λίγες μέρες ο πρωθυπουργός, σε συνέντευξή του, αναγνώρισε πως κάθε αρχηγός κρίνεται από το εκλογικό αποτέλεσμα και ότι, αν η ΝΔ λάμβανε 25%, θα ήταν δικαιολογημένο να τεθεί θέμα ηγεσίας. Δεν είπε, πάντως, ότι προτίθεται να παραιτηθεί σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αναγνώρισε όμως ότι ένα τόσο χαμηλό ποσοστό θα δημιουργούσε ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης της ηγεσίας του.

Γιατί έκανε αυτή την αναφορά ο κ. Μητσοτάκης; Είναι γνωστό ότι το 25% αποτελεί το κατώτατο όριο για την ενεργοποίηση του εκλογικού μπόνους του πρώτου κόμματος. Με βάση τον ισχύοντα νόμο, το μπόνους ξεκινά από τις 20 έδρες και αυξάνεται σταδιακά όσο ανεβαίνει το ποσοστό, φτάνοντας έως τις 50 έδρες στο 40%. Αν η ΝΔ δεν πιάσει αυτό το ποσοστό και το κοντέρ γράψει 24,9%, αποχαιρετά και το πλεονέκτημα εδρών. Τότε μπορεί να προκύψει το οξύμωρο να έχει η ΝΔ την πρωτιά, αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης να χρεωθεί το κακό αποτέλεσμα και την απουσία του μπόνους.

Παράλληλα, η ιστορία θα έχει καταγράψει ότι η ΝΔ έχασε 15 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε μια τετραετία, από τις εκλογές του 2023 και μετά. Έτσι θα εξανεμιστεί και κάθε αφήγημα περί επιτυχίας, σταθερότητας και καλής διακυβέρνησης από το Μαξίμου. Με απλά λόγια, ένα τόσο κακό αποτέλεσμα θα μπορούσε να τροφοδοτήσει πολιτική συζήτηση για την αποτίμηση της κυβερνητικής θητείας.

Τι θα συμβεί τότε; Θα συνεχίσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης να διεκδικεί την πρωθυπουργία; Θα επιλέξει νέα εκλογική αναμέτρηση; Ή θα ανοίξει η συζήτηση για μια διαφορετική κυβερνητική λύση, με τη ΝΔ να έχει πρωτεία στην όποια συνεργασία αλλά χωρίς τον ίδιο στο τιμόνι;

Οι όροι της συζήτησης

Μια αλλαγή ηγεσίας στη ΝΔ θα μπορούσε να αλλάξει τους όρους της συζήτησης για συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ; Για τη Χαριλάου Τρικούπη, το ενδεχόμενο συμμετοχής σε κυβέρνηση υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη συνδέεται με τις πολιτικές διαφωνίες που έχουν αναπτυχθεί στη διάρκεια της διακυβέρνησής του, μεταξύ άλλων για τις υποκλοπές, τη λειτουργία των θεσμών, το κράτος δικαίου και την οικονομική πολιτική.

Από τη ΔΕΘ ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε ξεκαθαρίσει πως δεν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο. Επικαλούμενος την ομόφωνη απόφαση του συνεδρίου για αυτόνομη πορεία, είχε πει χαρακτηριστικά: Η στρατηγική αυτή δεν αλλάζει. Το ΠΑΣΟΚ είναι η προοδευτική απάντηση στη ΝΔ. Κατηγορηματικά έχουν απορρίψει κάτι τέτοιο και άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, όπως οι Χρηστίδης, Δούκας και Τσουκαλάς.

Υπάρχει περίπτωση να αντιδράσει η άλλη πλευρά εντός ΠΑΣΟΚ, η οποία ενδεχομένως θα σκεφτόταν μια κάποια συνεργασία; Δεν αποκλείεται, ωστόσο όλα θα κριθούν από το αποτέλεσμα. Και αυτό επειδή, ανάλογα με τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, ακόμη και μια ενδεχόμενη συμφωνία ΝΔ – ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να αποδειχθεί ανεπαρκής για τον σχηματισμό κυβέρνησης, κάνοντας αναγκαία την αναζήτηση και τρίτου εταίρου.

Δεξιότερα Κουροπάτκιν;

Πιο πάνω αναφέρθηκε η κατηγορηματική απόρριψη -εκ μέρους του Κυριάκου Μητσοτάκη- κάθε συνεργασίας με κόμματα στα δεξιά της ΝΔ, όπως η Ελληνική Λύση και η Φωνή Λογικής. Το ίδιο έκαναν και οι ηγεσίες των συγκεκριμένων κομμάτων, με την κα Λατινοπούλου να απορρίπτει κάθε συνεργασία με τη ΝΔ, ακόμη και χωρίς τον κ. Μητσοτάκη στο τιμόνι.

Ωστόσο, όσο η αυτοδυναμία παραμένει ζητούμενο και οι πιθανές συνεργασίες αποκλείονται η μία μετά την άλλη, τόσο θα επανέρχεται το ερώτημα αν η παράταξη θα συνεχίσει στην ίδια πορεία ή αν θα ακουστεί ξανά, από το εσωτερικό της, η γνώριμη προτροπή: Δεξιότερα, Κουροπάτκιν! (σ.σ. Η φράση Δεξιότερα, Κουροπάτκιν! αποδίδεται στον Ρώσο στρατηγό Αλεξέι Κουροπάτκιν, που συνδέθηκε με τον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο του 1904-1905. Στην ελληνική πολιτική παράδοση έχει καθιερωθεί ως σκωπτική αναφορά στη διαρκή μετατόπιση προς τα δεξιά).

Και από ποιον θα διατυπωθεί αυτή η προτροπή; Η λογική λέει από εκείνη την πτέρυγα της ΝΔ που βλέπει ως πολιτικά συγγενέστερους τους σχηματισμούς στα δεξιά της και θεωρεί ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να γίνουν δυνητικοί κυβερνητικοί εταίροι. Το σενάριο αυτό γίνεται πιο πιθανό και για έναν ακόμη λόγο: ο Μητσοτάκης έχει, στη διάρκεια της πρωθυπουργίας του, καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα στους πρώην σημιτικούς Πασόκους που περιβάλλουν το Μαξίμου και σε στελέχη με αναφορές στην ακροδεξιά, όπως οι Πλεύρης, Βορίδης και Γεωργιάδης.

Σε περίπτωση αποχώρησής του από το πεδίο, ο δρόμος ανοίγει για την υπερδεξιά πτέρυγα, η οποία θα επικαλεστεί και το φαινόμενο της διαρροής ψηφοφόρων είτε προς ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά είτε προς άλλους σχηματισμούς που βρίσκονται δεξιά της. Το αφήγημα είναι ήδη έτοιμο: διχαστικός, εμφυλιοπολεμικός λόγος για τους αντιπάλους, αναφορές στις παραδοσιακές αξίες για το δεξιό και ακροδεξιό ακροατήριο, πατριωτισμός και άφθονη προπαγάνδα, με ή χωρίς επιρροές από Τραμπ.

Η επόμενη μέρα της ΝΔ

Έτσι, η επόμενη μέρα της ΝΔ δεν αφορά μόνο το πρόσωπο που θα βρίσκεται στο Μέγαρο Μαξίμου, αλλά και την πολιτική κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η παράταξη. Αν η αυτοδυναμία αποδειχθεί ανέφικτη και το ΠΑΣΟΚ επιμείνει στην άρνησή του, οι εισηγήσεις για αναζήτηση συμμάχων στα δεξιά της ΝΔ θα μπορούσαν να επανέλθουν με μεγαλύτερη ένταση.

Μια τέτοια επιλογή, όμως, δεν θα ήταν απλή κοινοβουλευτική διευθέτηση. Θα έθετε αναπόφευκτα ζητήματα κυβερνητικού προγράμματος, πολιτικής φυσιογνωμίας και ισορροπιών στο εσωτερικό της ΝΔ. Από το μεταναστευτικό μέχρι τα κοινωνικά δικαιώματα και από την εξωτερική πολιτική μέχρι τη σχέση με την ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά, οι διαφορές θα έπρεπε είτε να γεφυρωθούν είτε να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με όποιο κόστος αυτό συνεπάγεται.

πηγή: in.gr

Loading

Play