Ο χρόνος των εκλογών έχει εξελιχθεί σε καθοριστικό πολιτικό όπλο, καθώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέφερε ενώπιον της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας το ενδεχόμενο της κάλπης στο τέλος της τετραετίας, την Άνοιξη του 2027, ζητώντας από τους βουλευτές του να είναι έτοιμοι σαν να υπήρχαν εκλογές αύριο. Για ορισμένους, πάντως, το σενάριο του εκλογικού αιφνιδιασμού το Φθινόπωρο παραμένει ανοιχτό, ενώ τα έως τώρα δεδομένα δείχνουν γιατί ο πρωθυπουργός φαίνεται να προκρίνει την εξάντληση της θητείας.
Κάθε επιλογή, είτε πρόκειται για πρόωρες εκλογές το Φθινόπωρο είτε για κανονική προσφυγή στις κάλπες την Άνοιξη, έχει τα δικά της υπέρ και κατά. Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα κόμματα, όχι μόνο για τη Νέα Δημοκρατία, με όσους γνωρίζουν καλά τον πρωθυπουργό να επιμένουν στο σενάριο της ολοκλήρωσης της θητείας ως ένδειξη αξιοπιστίας και σταθερότητας, εκτός αν οι εξελίξεις ανατρέψουν τα δεδομένα.
Στην ομιλία του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρέπεμψε στον τελικό του Μουντιάλ για να περιγράψει τη δική του πολιτική τακτική. Είπε στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας ότι η κυβέρνηση έχει καλή φυσική κατάσταση, κάτι που έχει αποδείξει, και ότι μπορεί να αντέξει τον μαραθώνιο μέχρι τις εκλογές της Άνοιξης του 2027, με αντοχή στο σκληρό παιχνίδι και ψυχραιμία απέναντι στους προπηλακισμούς, αναγνωρίζοντας την τακτική που ακολούθησε η Ισπανία απέναντι στην Αργεντινή και για την οποία δικαιώθηκε.
Ωστόσο, στο ποδόσφαιρο δεν κερδίζει πάντα ο καλύτερος, ούτε εκείνος που έχει την κατοχή ή τη φυσική κατάσταση, αφού μια ξαφνική αντεπίθεση του αντιπάλου ή ένα σουτ μπορεί να αλλάξει πλήρως την έκβαση ενός αγώνα. Με απλά λόγια, στην εξίσωση πρέπει να μπαίνουν και οι αστάθμητοι παράγοντες.
Αν υποθέσει κανείς ότι οι πολίτες ψηφίζουν μόνο με βάση το περιεχόμενο της τσέπης τους, τότε τα πράγματα δεν είναι ευνοϊκά για την κυβέρνηση. Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίστηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, ενώ η κατάσταση στη Μέση Ανατολή παραμένει ρευστή, με το ερώτημα να είναι πώς θα επηρεαστούν τα νοικοκυριά αν ο χειμώνας κρατήσει ψηλά τις τιμές των καυσίμων λόγω της έντασης στην περιοχή.
Παρότι η κυβέρνηση αποδίδει την ακρίβεια σε εξωγενείς παράγοντες, η εικόνα των σχεδόν 8 χρόνων αδυναμίας συγκράτησης των τιμών ενδέχεται κάποια στιγμή να βαρύνει πολιτικά. Το χειρότερο σενάριο για το Μαξίμου είναι αυτή η φθορά να εκδηλωθεί πάνω στην κάλπη.
Σε κάθε περίπτωση, η σύγκριση ανάμεσα στο Φθινόπωρο του 2026 και την Άνοιξη του 2027 δεν αφορά μόνο το ποιος προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Αφορά κυρίως το ποιος θα έχει περισσότερο χρόνο να ανακάμψει, να οργανωθεί ή, αντίθετα, να φθαρεί, σύμφωνα με εκλογικούς αναλυτές και πολιτικούς επιστήμονες που μίλησαν στο in.
Για τη Νέα Δημοκρατία, η εξάντληση της θητείας θα έστελνε μήνυμα σοβαρότητας και αξιοπιστίας, ότι δηλαδή η κυβέρνηση τηρεί όσα λέει. Με αυτό το αφήγημα προετοιμάζεται ήδη για την επόμενη αναμέτρηση, ενώ η Άνοιξη του 2027 απέχει λίγους μήνες από τη ΔΕΘ, όπου ανακοινώνονται μέτρα από τον πρωθυπουργό, αφήνοντας χρόνο ώστε η κοινωνία να δει τυχόν θετικές επιπτώσεις από τις παροχές.
Την ίδια ώρα, όμως, αυξάνεται και η φθορά από ανοιχτές υποθέσεις και σκάνδαλα, όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, τα Τέμπη και οι υποκλοπές. Υπενθυμίζεται ότι το Εφετείο των υποκλοπών, που αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον λόγω των δημόσιων τοποθετήσεων του Ταλ Ντίλιαν και των καρφιών που έχει αφήσει για το Μαξίμου και την ΕΥΠ, είναι προγραμματισμένο για τις αρχές Δεκέμβρη.
Στο Μαξίμου ελπίζουν επίσης ότι θα υπάρξει φθορά και στους βασικούς πολιτικούς αντιπάλους, όπως στην ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Υπολογίζουν σε δημοσκοπική κόπωση, καθώς το κόμμα του πρώην πρωθυπουργού θα εκτίθεται όλο και περισσότερο στη δημόσια σφαίρα, ενώ θεωρούν ότι έως την Άνοιξη τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η Νέα Αριστερά θα επιχειρήσουν να κερδίσουν ψηφοφόρους από την κοινή δεξαμενή που μοιράζονται με την ΕΛΑΣ.
Όσον αφορά στα δικά της μέτωπα, η δημιουργία ενός κόμματος Σαμαρά συνδέεται άμεσα με τον χρόνο ενεργοποίησής του. Αν το κόμμα ανακοινωθεί τον Σεπτέμβριο, υπάρχει χρόνος να ξεφουσκώσει έως την Άνοιξη· αν όμως οι εκλογές γίνουν το Φθινόπωρο, τότε στο Μαξίμου θα πρέπει να υπολογίσουν ότι ένα κόμμα Σαμαρά ίσως αποδειχθεί μεγαλύτερος πονοκέφαλος απ’ όσο αρχικά υπολόγιζαν.
Τα νέα κόμματα περνούν συνήθως αυτό που στην πολιτική επιστήμη ονομάζεται honeymoon effect, δηλαδή μια περίοδο κατά την οποία τα ποσοστά τους είναι ανεβασμένα. Αν αυτή η περίοδος συμπέσει με τον χρόνο των εκλογών, μόνο χαμένος δεν θα είναι ο κ. Σαμαράς.
Υπό αυτό το πρίσμα, αν στην κυβέρνηση θεωρούν ότι ένα κόμμα Σαμαρά θα εμφανίσει έντονο αλλά βραχύβιο δημοσκοπικό κύμα, τότε μια καθυστέρηση των εκλογών θα μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ της ΝΔ, δίνοντας χρόνο να ξεφουσκώσει αυτή η δυναμική.
Υπάρχουν όμως και οι φωνές που προειδοποιούν ότι ο Σαμαράς μπορεί να εγκατασταθεί μόνιμα στον χώρο της δεξιάς πολυκατοικίας. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η λογική αντιστρέφεται: η κάλπη θα έπρεπε να στηθεί πριν αποκτήσει πλήρη οργανωτική και πολιτική υπόσταση.
Γι’ αυτό και, αν πράγματι προχωρήσει στην ίδρυση κόμματος, ο χρόνος της ανακοίνωσης θα αποκτήσει σχεδόν την ίδια σημασία με τον χρόνο των εκλογών. Η μάχη δεν θα αφορά μόνο τα ποσοστά, αλλά και την ωρίμανση ενός νέου πολιτικού φορέα.
Από όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, η ΕΛΑΣ είναι ίσως εκείνη της οποίας η στρατηγική επηρεάζεται περισσότερο από τον χρόνο των εκλογών. Μια πρόωρη αναμέτρηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει τη δυναμική που καταγράφει σε όλες τις δημοσκοπήσεις από τη στιγμή που βρέθηκε στο προσκήνιο.
Αντίθετα, μια εκλογική αναμέτρηση στο τέλος της τετραετίας θα της έδινε χρόνο να οργανωθεί περισσότερο και να παγιωθεί ως κυρίαρχος και οργανωμένος διεκδικητής του χώρου της Κεντροαριστεράς.
Στα αρνητικά, στην περίπτωση κάλπης την Άνοιξη, περιλαμβάνεται το γεγονός ότι το κόμμα θα δεχθεί πιο συστηματική κριτική για το κυβερνητικό παρελθόν του Αλέξη Τσίπρα. Παράλληλα, κριτική θα δέχεται και από όλο το φάσμα των κομμάτων που γέννησε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από το ίδιο το πρώην κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μπαίνουν και ο ΣΥΡΙΖΑ, η Νέα Αριστερά, το ΜέΡΑ 25, η Πλεύση Ελευθερίας και το κόμμα Κασσελάκη. Ταυτόχρονα υπάρχει και ο κίνδυνος στασιμότητας και ταβανιού στις δημοσκοπήσεις, εάν το χρονικό διάστημα μέχρι τις εκλογές είναι μεγάλο.
Στα υπέρ για την ΕΛΑΣ είναι ότι θα έχει άφθονο χρόνο ώστε να οργανωθεί και να δικτυωθεί καλύτερα, περνώντας τα μηνύματά της σε ευρύτερο εκλογικό κοινό και ξεφεύγοντας από τη συγκεκριμένη δεξαμενή ψηφοφόρων που μοιράζεται και με άλλα κόμματα. Κυρίως, θα μπορέσει να διαμορφώσει και να επικοινωνήσει το πρόγραμμά της με καλύτερους όρους προετοιμασίας και αφομοίωσης.
Τα δεδομένα αντιστρέφονται αν οι εκλογές γίνουν πρόωρα. Το κόμμα δεν θα έχει προλάβει να επικοινωνήσει επαρκώς τις θέσεις και το πρόγραμμά του, όμως θα έρχεται με φόρα από τις δημοσκοπήσεις και χωρίς τη φθορά που κουβαλάει η Νέα Δημοκρατία. Σε αυτή την εκδοχή, το μομέντουμ, και για τα υπόλοιπα κόμματα του αριστερού χώρου, θα βρίσκεται με την ΕΛΑΣ.
Το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί τη λογική του διμέτωπου αγώνα, όμως στη Χαριλάου Τρικούπη γνωρίζουν ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ο Αλέξης Τσίπρας. Αν η ΕΛΑΣ καταφέρει να αποκτήσει σταθερή οργανωτική και δημοσκοπική βάση και παγιωθεί στη δεύτερη θέση, διατηρώντας διαφορά ασφαλείας από το ΠΑΣΟΚ, τότε ο χρόνος των εκλογών δεν θα έχει τόσο μεγάλη σημασία.
Το ζητούμενο εδώ δεν είναι τι κάνει ή τι δεν κάνει η ΝΔ ή το κόμμα του Τσίπρα, αλλά ποια δυναμική μπορεί να αναδείξει το ΠΑΣΟΚ ώστε να πείσει ότι αποτελεί την πραγματική εναλλακτική για την εξουσία και ότι είναι ο κυρίαρχος φορέας ανάμεσα στα σχήματα της Κεντροαριστεράς.
Το μεγάλο πρόβλημα, που το ΠΑΣΟΚ έχει αντιμετωπίσει και στο παρελθόν, είναι να μην εξελιχθεί σε σάκο του μποξ ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και την ΕΛΑΣ, κάτι που θα προκαλούσε επιζήμιες απώλειες για τη Χαριλάου Τρικούπη.
Η νέα ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα ήθελε λιγότερο απ’ όλα τις πρόωρες εκλογές. Αν ο κύκλος των αποχωρήσεων έχει πράγματι κλείσει, τότε για πρώτη φορά μετά από πολλούς μήνες ο χρόνος μπορεί να λειτουργήσει περισσότερο υπέρ του κόμματος παρά εις βάρος του.
Γι’ αυτό το σενάριο που ταιριάζει περισσότερο στην Κουμουνδούρου είναι οι εκλογές να διεξαχθούν στο τέλος της 4ετίας. Το μεγάλο στοίχημα της Ρένας Δούρου δεν είναι πλέον να αποτρέψει νέες διαρροές, αλλά να δείξει ότι το κόμμα που απέμεινε μπορεί να ανασυγκροτηθεί και να διεκδικήσει ξανά πολιτικό ρόλο.
Από την άλλη πλευρά, η Νέα Αριστερά δίνει τη δική της μάχη. Ο χρόνος των εκλογών δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία εδώ· το ερώτημα είναι αν το κόμμα μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη ορατότητα, κάτι που δεν αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις, ενώ τα σενάρια συνεργασιών που ακούγονται και γράφονται μοιάζουν δύσκολο να υλοποιηθούν στην παρούσα συγκυρία.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
