Η συνθήκη της Λωζάννης έθεσε το νομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο στηρίχθηκαν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις πριν από πενήντα χρόνια και, τυπικά τουλάχιστον, εξακολουθούν να βασίζονται μέχρι σήμερα. Το άρθρο τονίζει ότι ο πυρήνας αυτής της σχέσης ήταν η ισορροπία και όχι τα προστάγματα.
Με τη συνθήκη αυτή νομιμοποιήθηκε η ανταλλαγή πληθυσμών. Κανείς Έλληνας από το ενάμισι περίπου εκατομμύριο των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης δεν θα έμενε στην Τουρκία και κανείς Τούρκος από τις τετρακόσιες χιλιάδες της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Κρήτης δεν θα παρέμενε στην Ελλάδα.
Μόνο στην Πόλη, στην Ίμβρο και στην Τένεδο, από τη μία πλευρά, και στη Δυτική Θράκη, από την άλλη, θα έμεναν ισοδύναμες αριθμητικά μειονοτικές ομάδες. Οι Ελληνορθόδοξοι Ρωμιοί της Πόλης και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης.

ΤΟ ΒΗΜΑ, 7.7.1974, Ιστορικό Αρχείο ΤΟ ΒΗΜΑ & ΤΑ ΝΕΑ
Η συνθήκη αναγνώριζε επίσης την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Αιγαίου. Παρότι τα νησιά είχαν απελευθερωθεί στους πολέμους του ’12-’13, η Τουρκία δεν είχε αναγνωρίσει ως τότε, έπειτα από δέκα χρόνια, την ελληνική κυριαρχία, κάτι που έγινε με τη Λωζάννη.
Επιπλέον, η Τουρκία παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα στην Κύπρο, την οποία η Αγγλία είχε προσαρτήσει οριστικά το 1914 στις κτήσεις του βρεταννικού στέμματος, όπως παραιτήθηκε και από όλα τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που δεν περιλαμβάνονταν στο εθνικό τουρκικό κράτος που ίδρυσε ο Κεμάλ.
Με τη συνθήκη της Λωζάννης οι Έλληνες και Τούρκοι ηγέτες της εποχής, ο Βενιζέλος και ο Κεμάλ, τερμάτιζαν τη μακραίωνη ελληνοτουρκική διένεξη. Οι Τούρκοι, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε την Ελλάδα, παραιτούνταν από την ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τις αυτοκρατορικές τους βλέψεις, ενώ οι Έλληνες παραιτούνταν από τους απελευθερωτικούς σκοπούς της Μεγάλης Ιδέας, αφού δεν υπήρχαν πλέον στο τουρκικό έδαφος ελληνικοί πληθυσμοί για απελευθέρωση.
Η αρχή της ισορροπίας ήταν το πνεύμα με το οποίο, σύμφωνα με το κείμενο, οι δύο πλευρές αντιμετώπισαν τη νέα περίοδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων και υπέγραψαν τη Λωζάννη. Αυτό φάνηκε κυρίως στο μειονοτικό, με τους Μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης να θεωρούνται αριθμητικά ισοδύναμοι με την Ελληνορθόδοξη μειονότητα των Ρωμιών της Πόλης και των νησιών Ίμβρου και Τενέδου.

Άλλη ένδειξη ότι η ισορροπία εξέφραζε το πνεύμα της Λωζάννης ήταν οι συμφωνίες περί ναυτικών εξοπλισμών του 1930. Με αυτές καθιερωνόταν διαδικασία που θα εξασφάλιζε τη δυναμική ναυτική ισορροπία, την ισοπλία, στο Αιγαίο.
Η τύχη της συνθήκης της Λωζάννης και ειδικά ο βαθμός στον οποίο έμεινε σεβαστό το πνεύμα της στα μεταγενέστερα χρόνια είναι γνωστά. Στη διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου και κυρίως έπειτα από αυτόν, η Τουρκία επιδίωξε να ανατρέψει το καθεστώς που δημιούργησε η συνθήκη και, ειδικά, να διαμορφώσει πραγματική κατάσταση που θα κατήργησε την αρχή της ισορροπίας στην οποία στηριζόταν.
Στόχος ήταν κατά πρώτο λόγο τα νησιά. Με το πρόσχημα ότι ανταποκρίνονταν σε αγγλική επιθυμία και ότι κινούνταν από αισθήματα φιλανθρωπίας, για να μην ταλαιπωρηθούν οι Έλληνες νησιώτες από τη γερμανική κατοχή, επιχείρησαν οι Τούρκοι να πείσουν τους Γερμανούς να τους παραχωρήσουν την προσωρινή διοίκηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Εγκατέλειψαν την πρόθεσή τους όταν πείστηκαν ότι η κατοχή των νησιών μπορούσε να τους εμπλέξει στον πόλεμο. Αργότερα προσπάθησαν να αντιδράσουν στην παραχώρηση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, διεκδίκησαν μερικά τουλάχιστον από τα νησιά και εγκατέλειψαν την προσπάθεια, επειδή δεν είχαν πολεμικούς και εθνολογικούς τίτλους για να επιμείνουν, αλλά και επειδή η μεταβολή των κριτηρίων βάσει των οποίων θα γινόταν η παραχώρηση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα μπορούσε τελικά να στραφεί σε βάρος τους. Αν επικρατούσαν τα στρατηγικά κριτήρια και βάσει αυτών γινόταν παραχώρηση μερικών από τα Δωδεκάνησα στην Τουρκία, τότε θα ενισχύονταν οι αξιώσεις της Σοβιετικής Ενώσεως να αποκτήσει, με επιχείρημα τα ίδια στρατηγικά κριτήρια, βάση στα Στενά, όπως επιδίωκε.
Μόνιμος στόχος, όμως, υπήρξε η ελληνική μειονότητα της Τουρκίας. Ο διωγμός άρχισε με το βαρλίκ, τον εξοντωτικό φόρο επί της περιουσίας, στη διάρκεια του πολέμου και συνεχίστηκε έπειτα με όλα τα μέσα. Το γεγονός είναι ότι η ισορροπία ως προς τις μειονότητες έχει ανατραπεί πλήρως. Αντί της αριθμητικής ισοδυναμίας που προέβλεπε η συνθήκη της Λωζάννης, υπάρχει σήμερα μια κατάσταση απολύτως ευνοϊκή για την Τουρκία. Στη Δυτική Θράκη η Μουσουλμανική μειονότητα είναι αριθμητικά μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν το 1923, ενώ στην Πόλη η ελληνική μειονότητα έχει περιοριστεί σε 14 χιλιάδες, ενώ σήμερα οι ομογενείς που ζουν στην Πόλη δεν είναι περισσότεροι από 2.000, και στην Ίμβρο και Τένεδο έχει σχεδόν ολοκληρωτικά εξοντωθεί.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει τη Συνθήκη της Λωζάννης (πηγή: Ίδρυμα Ιστορίας Ελευθερίου Βενιζέλου)
Όσον αφορά την Κύπρο, από την οποία είχε παραιτηθεί οριστικά η Τουρκία, σήμερα έχει επανέλθει σε αυτήν. Οι συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου της επέτρεψαν να έχει στρατιωτικό απόσπασμα στο νησί, την ΤΟΥΡΔΥΚ, έστω κι αν ως αντίβαρο της τουρκικής παρουσίας υπάρχει στην Κύπρο και η ΕΛΔΥΚ.
Με την τακτική της συστηματικής αυθαιρεσίας και των τετελεσμένων γεγονότων, η Τουρκία ανέτρεψε τα πραγματικά δεδομένα στα οποία στηριζόταν η συνθήκη της Λωζάννης και παραβίασε ωμά και απροσχημάτιστα το πνεύμα της. Επικαλείται αυτό το πνεύμα, την αρχή της ισορροπίας, όταν τη συμφέρει. Το λησμονεί, όμως, και το παραβιάζει όταν η ισορροπία δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά της και τις βλέψεις της.
Με την ίδια τακτική και τις ίδιες προθέσεις επιχειρεί να δημιουργήσει στο Αιγαίο μια κατάσταση που θα ανατρέψει το καθεστώς και την ισορροπία στη θάλασσα αυτή.
Από το 1950 ιδίως, ταυτόχρονα με την είσοδό της στους δυτικούς ευρωπαϊκούς οργανισμούς και κυρίως στο NATO, η Τουρκία εκδήλωσε σαφώς επεκτατικές διαθέσεις προς το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Δικαιολογία της ήταν ότι ήθελε να αποκτήσει προβολή στη θάλασσα για να σταθεροποιήσει τη θέση της ως κράτος δυτικοευρωπαϊκό, ώστε να πάψει να θεωρείται ασιατικό. Προέβαλε το επιχείρημα ότι ασφυκτιά από τον κλοιό των ελληνικών νησιών, κλοιό που θα συμπληρωνόταν αν η Κύπρος γινόταν ελληνική, και διατύπωσε την αξίωση στο NATO να έχει τον στρατηγικό έλεγχο του Αιγαίου.

Ο Ισμέτ πασάς υπογράφει τη Συνθήκη της Λωζάννης
Τώρα χρησιμοποιεί ως πρόσχημα και αφορμή για να προβάλλει τις επεκτατικές αξιώσεις της τα άγνωστα και πιθανώς ανύπαρκτα πετρέλαια της υφαλοκρηπίδας των ελληνικών νησιών του Αιγαίου. Μοιράζει αυθαίρετα τη θάλασσα, παραχωρεί άδειες ερευνών στις θαλάσσιες περιοχές που προσαρτά αυθαίρετα και απειλεί να ξαναστείλει το Τσανταρλί για να συμπληρώσει τις έρευνες που επιχείρησε στην πρώτη του έξοδο. Προσπαθεί να δημιουργήσει με αυθαίρετες ενέργειες τετελεσμένα γεγονότα και πραγματικές καταστάσεις και να στηρίξει πάνω σε αυτά τίτλους νομιμότητας.
Και αφού τα έκανε όλα αυτά και απειλεί και άλλα, προτείνει στις συναντήσεις Οττάβας και Βρυξελλών διαπραγματεύσεις.
Ο Τούρκος πρωθυπουργός, ο Μπουλέντ Ετσεβίτ, επιδιώκει ουσιαστικά την επανατοποθέτηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στη βάση των σημερινών πραγματικών καταστάσεων, χωρίς να εξετάζεται πώς δημιουργήθηκαν αυτές και αν ανταποκρίνονται στις αρχές που είχαν καθιερωθεί από τη συνθήκη της Λωζάννης για να διέπουν τις σχέσεις των δύο χωρών. Στο μειονοτικό, για παράδειγμα, η σημερινή πραγματική κατάσταση συνίσταται στην ύπαρξη μιας Μουσουλμανικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη περίπου 120 χιλιάδων και στην Πόλη μιας ελληνικής περίπου 14 χιλιάδων. Η κατάσταση αυτή είναι δημιούργημα της τουρκικής αυθαιρεσίας, που παραβίασε ωμά την αρχή της ισορροπίας που καθιέρωνε η Λωζάννη. Μπορεί αυτό το δημιούργημα να νομιμοποιηθεί και να αποτελέσει τη βάση για την επανατοποθέτηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων;

Η ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη, με καθιστούς, από αριστερά, τους Δημ. Κακλαμάνο, Ελ. Βενιζέλο, Ανδρ. Μιχαλακόπουλο και Αλ. Μαζαράκη (πηγή: Ιστορικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη, Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου)
Από την άποψη, εξάλλου, του χαρακτήρα των προτάσεων του Τούρκου πρωθυπουργού, οι προτάσεις του δεν αφήνουν περιθώρια συζητήσεων για την εξεύρεση του καλύτερου τρόπου προσέγγισης των διαφόρων προβλημάτων που χωρίζουν τις δύο χώρες. Ο Τούρκος πρωθυπουργός πρότεινε έναν μηχανισμό διαπραγματεύσεων και ζήτησε να γίνει δεκτός. Επιχείρησε να εφαρμόσει την τακτική των προσταγμάτων (diktat) των προπολεμικών δικτατόρων: Αυτά και όχι άλλα! Ίσως γιατί βιάζεται. Ίσως γιατί στα θέματα ιδίως του Αιγαίου διαβλέπει ότι οι αποφάσεις της διάσκεψης του Καράκας δεν θα είναι ευνοϊκές για τις τουρκικές απόψεις.
Με τη στάση του, πάντως, αυτή, ο Τούρκος πρωθυπουργός επιδείνωσε την κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Σε αυτόν απόκειται να αλλάξει τακτική. Η επίλυση των διαφορών με ειρηνικές και φιλικές μεθόδους δεν απορρίπτεται από την ελληνική πλευρά. Απορρίπτεται, όμως, κάθε τακτική που θα έχει την έννοια προστάγματος και θα έχει ως στόχο της να παραβιάσει την αρχή της ισορροπίας, στην οποία και μόνο μπορούν να στηριχθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις.
*Άρθρο του Μανούσου Πλουμίδη, που έφερε τον τίτλο Από την Λωζάννη στα προστάγματα και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Το Βήμα την Κυριακή 7 Ιουλίου 1974.

Μια εξαιρετική παρουσίαση, μια περιεκτική περιγραφή των πολλών και ομολογουμένως περίπλοκων προβλημάτων μας με την Τουρκία, ιδιαίτερα χρήσιμη για την κατανόηση και της σύγχρονης πραγματικότητας στο πεδίο των ελληνοτουρκικών.
Σημειωτέον ότι:
α. Ο συντάκτης του άρθρου, ο χανιώτης Μανούσος Πλουμίδης (1913-1981), υπήρξε ένας εκλεκτός δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο οποίος πάσχισε να διαφωτίσει την κοινή γνώμη για τις ελληνοτουρκικές διαφορές, απορρίπτοντας τις αυταπάτες και τις ψευδαισθήσεις στα κρίσιμα εθνικά ζητήματα, αλλά και αδιαφορώντας για την έμφυτη ροπή των Ελλήνων προς την κυρίαρχη εθνική μυθολογία.
β. Λίγες μόλις ημέρες μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Πλουμίδη, στις 20 Ιουλίου 1974, άρχισε στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας η στρατιωτική επιχείρηση των τουρκικών δυνάμεων υπό την κωδική ονομασία Αττίλας I, δηλαδή η πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής στη Μεγαλόνησο.
γ. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1931 (εξ ου και η αναδημοσίευση του ανωτέρω κειμένου) δημοσιεύτηκε ένα σημαντικότατο Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ A 325/1931), που φέρει τις υπογραφές των Αλέξανδρου Ζαΐμη, τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, και Α. Ζάννα, τότε υπουργού επί της Αεροπορίας. Το εν λόγω Προεδρικό Διάταγμα, που είχε υπογραφεί στις 6 Σεπτεμβρίου 1931, καθορίζει το εύρος του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου (η κυριαρχία της Ελλάδας όσον αφορά ζητήματα αεροπορίας και αστυνομεύσεως αυτής ασκείται εντός 10 ναυτικών μιλίων από τις ακτές της επικράτειας) και αφορά ένα από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, δεδομένου ότι η εξ ανατολών γείτων, από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, έθεσε σταδιακά σε εφαρμογή μια συστηματική πολιτική αμφισβητήσεων και διεκδικήσεων σε βάρος της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας.
![]()
