Με ανάρτησή του για τα στοιχεία της Eurostat, ο Άκης Σκέρτσος απαντά στην κριτική της αντιπολίτευσης για τη σύγκριση Ελλάδας και Βουλγαρίας στους μισθούς. Ο υπουργός Επικρατείας υποστηρίζει ότι η αναφορά στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) δεν αποτυπώνει το πραγματικό εισόδημα ή την αγοραστική δύναμη των μισθών.
Ο κ. Σκέρτσος σημειώνει ότι η αντιπολίτευση βασίζεται στον δείκτη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), όπου για το 2025 Ελλάδα και Βουλγαρία βρίσκονται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, επισημαίνοντας πως ο συγκεκριμένος δείκτης μετρά το παραγόμενο προϊόν ανά κάτοικο και την παραγωγικότητα της οικονομίας, όχι το πραγματικό εισόδημα ή την αγοραστική δύναμη των μισθών.
Όπως αναφέρει, «η ίδια η Eurostat χρησιμοποιεί διαφορετικούς δείκτες για το ερώτημα που θέλουμε να απαντήσουμε». Για την υλική ευημερία των νοικοκυριών, προσθέτει, χρησιμοποιεί την «πραγματική ατομική κατανάλωση – AIC» και για την αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού τον «κατώτατο μισθό προσαρμοσμένο σε PPS».
Στην Πραγματική Ατομική Κατανάλωση (AIC), ο υπουργός Επικρατείας αναφέρει ότι το 2025 η Ελλάδα βρίσκεται στο 80% του μέσου όρου της ΕΕ, δηλαδή 12 μονάδες πάνω από το 68% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS. Σύμφωνα με τον ίδιο, κάτω από την Ελλάδα βρίσκονται 6 χώρες της ΕΕ.
Για την αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού, υπογραμμίζει ότι τον Ιούλιο του 2026 η Ελλάδα είχε 1.229 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) και η Βουλγαρία 993. «Δηλαδή ο ελληνικός κατώτατος μισθός έχει περίπου 24% μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη από τον βουλγαρικό», αναφέρει, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην 14η θέση μεταξύ των 22 χωρών της ΕΕ με εθνικό κατώτατο μισθό και η Βουλγαρία στην 20ή.
Σε ονομαστικούς όρους, συνεχίζει, ο κατώτατος μισθός αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου 1.073 ευρώ τον μήνα στην Ελλάδα, σε δωδεκάμηνη βάση, έναντι περίπου 620 ευρώ στη Βουλγαρία. Η διαφορά, όπως σημειώνει, είναι 453 ευρώ τον μήνα.
Ο κ. Σκέρτσος τονίζει επίσης ότι ακόμη και μετά την προσαρμογή στο κόστος ζωής σε PPS, οι μισθοί Ελλάδας και Βουλγαρίας δεν έχουν την ίδια αγοραστική δύναμη. Αντίθετα, αναφέρει πως ο ελληνικός κατώτατος μισθός διατηρεί 24% μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη από τη Βουλγαρία και ανάμεσα στις δύο χώρες βρίσκονται η Κύπρος, η Μάλτα, η Σλοβακία, η Ουγγαρία και η Τσεχία.
Παράλληλα, χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη σύγκριση ως στατιστική υπεραπλούστευση, υποστηρίζοντας ότι το «Ελλάδα = Βουλγαρία» επειδή δύο χώρες έχουν το ίδιο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS «είναι μια στατιστική υπεραπλούστευση που γίνεται είτε εκ του πονηρού είτε από άγνοια αλλά σίγουρα δεν αντέχει σε σοβαρή ανάλυση όταν εξετάσουμε το ερώτημα που πραγματικά μας ενδιαφέρει».
Κλείνοντας, ο υπουργός Επικρατείας σημειώνει ότι «το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν είναι ο μισθός. Ο μισθός δεν είναι η κατανάλωση. Και κανένας μεμονωμένος δείκτης δεν μπορεί μόνος του να περιγράψει το βιοτικό επίπεδο μιας κοινωνίας», προσθέτοντας πως «οι αριθμοί είναι χρήσιμοι μόνο όταν τους χρησιμοποιούμε για να καταλάβουμε και να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα – όχι για να την παρερμηνεύσουμε ή για να χωρέσουμε την πραγματικότητα σε ένα πολιτικό σύνθημα ή ένα συγκεκριμένο πολιτικό αφήγημα».
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ
![]()
