Σφοδρή επίθεση ΠΑΣΟΚ για την PISA 2025 και την Παιδεία

Σφοδρή επίθεση ΠΑΣΟΚ για την PISA 2025 και την Παιδεία

Σφοδρή επίθεση εξαπέλυσε το ΠΑΣΟΚ μετά τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της PISA 2025, αποδίδοντας στην κυβέρνηση Μητσοτάκη την υποχώρηση των επιδόσεων των μαθητών. Στην ανακοίνωσή του, το κόμμα υποστηρίζει ότι στη διάρκεια της επταετούς διακυβέρνησης της ΝΔ δεν αντιμετωπίστηκαν οι παθογένειες της ελληνικής εκπαίδευσης και, σε αρκετές περιπτώσεις, ενισχύθηκαν.

Στην κοινή τους δήλωση, ο Στέφανος Παραστατίδης, υπεύθυνος Κ.Τ.Ε. Παιδείας, και ο Σωκράτης Κάτσικας, γραμματέας του Τομέα Παιδείας του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, θέτουν το ερώτημα τι απέδωσαν τελικά τα επτά χρόνια συνεχών κυβερνητικών εξαγγελιών και μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση.

Όπως αναφέρουν, τα στοιχεία δείχνουν την απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική εικόνα και στην πραγματικότητα μέσα στις τάξεις. Οι επιδόσεις των μαθητών δεν βελτιώθηκαν, οι εκπαιδευτικές ανισότητες παραμένουν έντονες και το δημόσιο σχολείο δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να ανταποκριθεί στον μορφωτικό και κοινωνικό του ρόλο.

Από το 2018, που ήταν η τελευταία μέτρηση του διαγωνισμού PISA πριν αναλάβει η Νέα Δημοκρατία, έως το 2025, οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών μειώθηκαν κατά 35 μονάδες στην Ανάγνωση, κατά 28 στα Μαθηματικά και κατά 17 στις Φυσικές Επιστήμες, σημειώνουν τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Προσθέτουν ότι η πτώση δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στη γενικότερη διεθνή υποχώρηση, καθώς η απόσταση της Ελλάδας από τον ΟΟΣΑ διευρύνθηκε και στα τρία γνωστικά πεδία.

Παράλληλα, υπογραμμίζουν πως και την τελευταία τριετία, από το 2022 έως το 2025, η υποχώρηση συνεχίστηκε, παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις ότι οι επανειλημμένες παρεμβάσεις θα οδηγούσαν σε καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα.

Για την εικόνα αυτή, σύμφωνα με το ΠΑΣΟΚ, ευθύνονται συγκεκριμένες παθογένειες που η κυβέρνηση όχι μόνο δεν αντιμετώπισε, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις ενίσχυσε. Πρώτη από αυτές, όπως αναφέρουν, είναι η χρόνια υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης. Με βάση τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα το 2024 διέθεσε για την εκπαίδευση μόλις το 3,9% του ΑΕΠ, έναντι 4,8% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καταγράφοντας τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των κρατών-μελών.

Επιπλέον, σημειώνουν ότι ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η δαπάνη ανά μαθητή, καθώς η Ελλάδα διαθέτει 6.420 δολάρια ανά μαθητή στην πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και μεταδευτεροβάθμια μη τριτοβάθμια εκπαίδευση, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ φτάνει τα 12.647 δολάρια. Δηλαδή, περίπου τα μισά.

Η υποχρηματοδότηση, επισημαίνουν, πέρα από τα κενά, τις ελλείψεις σε υποδομές και την αύξηση της ιδιωτικής δαπάνης, οδηγεί και σε επιδείνωση της θέσης των εκπαιδευτικών. Οι πραγματικές αποδοχές των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα είναι κατά 31% χαμηλότερες από τις αποδοχές άλλων εργαζομένων με τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η μισθολογική υποβάθμιση συνοδεύεται, όπως τονίζουν, από θεσμική και επαγγελματική απαξίωση, ενώ οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίστηκαν ως εκτελεστές κεντρικών αποφάσεων και όχι ως επιστήμονες και παιδαγωγοί που πρέπει να συμμετέχουν στον σχεδιασμό των αλλαγών.

Επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει, σύμφωνα με τα στοιχεία της PISA, ένα από τα πιο συγκεντρωτικά στον κόσμο, υπογραμμίζουν. Όπως σημειώνουν, η κυβέρνηση μετέφερε στα σχολεία ευθύνες, διαδικασίες αξιολόγησης και γραφειοκρατικό βάρος, διατηρώντας τις κρίσιμες αποφάσεις στο Υπουργείο και ενισχύοντας τον διοικητικό έλεγχο σε βάρος της παιδαγωγικής ελευθερίας.

Τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ προσθέτουν ότι καμία από τις θεσμικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης δεν εντάχθηκε σε συνεκτικό σχέδιο για τη βελτίωση της διδασκαλίας και της μάθησης, κατηγορώντας την ότι αντιμετώπισε την εκπαίδευση ως ακολουθία επικοινωνιακών γεγονότων, χωρίς εκπαιδευτικό όραμα και χωρίς συνέχεια μέσα στην τάξη.

Τα αποτελέσματα, όπως αναφέρουν, αποτυπώνονται πλέον με σαφή τρόπο. Σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες μαθητές βρίσκεται κάτω από το βασικό επίπεδο επάρκειας στα Μαθηματικά. Το ίδιο ισχύει για το 44% στην Ανάγνωση και το 41% στις Φυσικές Επιστήμες. Συνολικά, σχεδόν έξι στους δέκα μαθητές εμφανίζουν χαμηλή επίδοση σε τουλάχιστον ένα από τα τρία πεδία, ενώ πίσω από αυτούς τους μέσους όρους υπάρχουν βαθιές εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανισότητες. Η κοινωνική προέλευση, το μορφωτικό περιβάλλον της οικογένειας και η οικονομική δυνατότητα για πρόσθετη εκπαιδευτική υποστήριξη εξακολουθούν να επηρεάζουν καθοριστικά τη σχολική πορεία. Η εκπαίδευση δεν λειτουργεί πλέον ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας, αλλά αναπαράγει τις ανισότητες.

Η Παιδεία χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό και θεσμικό συμβόλαιο με τον εκπαιδευτικό, γενναία ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης και στοχευμένη στήριξη των σχολείων που λειτουργούν στις πιο δύσκολες κοινωνικές και γεωγραφικές συνθήκες, τονίζει το ΠΑΣΟΚ. Καταλήγει ότι η πραγματική μεταρρύθμιση αρχίζει μέσα στην τάξη, από τον εκπαιδευτικό που η Πολιτεία εμπιστεύεται και στηρίζει και από το δημόσιο σχολείο που διαθέτει τους πόρους και την ελευθερία να ανταποκριθεί στις ανάγκες των μαθητών του.

Loading

Play