Η χώρα χρειάζεται ξανά ένα αφήγημα που να εμπνέει και να κινητοποιεί, όχι να βυθίζει την κοινωνία στον κυνισμό και την αποστράτευση. Και αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από ένα συνολικό προοδευτικό αφήγημα.
Η έννοια του αφηγήματος έχει κακοπάθει στη δημόσια συζήτηση στη χώρα μας, καθώς χρησιμοποιείται συχνότερα ως σύνθημα ή απλή πολιτική ρητορική. Πολλές φορές μάλιστα παραπέμπει στο ότι οι πολιτικοί αφηγούνται ιστορίες που δεν είναι πάντα εύκολα πιστευτές.
Παρόλα αυτά, η έννοια μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη, γιατί βοηθά να καταλάβουμε τι συμβαίνει όταν σε μια χώρα ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας εμπνέεται από ένα πολιτικό σχέδιο που την κατευθύνει σε συγκεκριμένη πορεία ή όταν υπάρχει ένας στόχος που εμπνέει πολλούς ανθρώπους.
Αυτά τα αφηγήματα συχνά επηρεάζουν την κοινωνία ακόμη κι όταν δεν υλοποιούνται. Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, για παράδειγμα, η απήχηση ενός αφηγήματος εκδημοκρατισμού της χώρας παρέμεινε ισχυρή, παρότι κυβερνούσαν αυταρχικές κυβερνήσεις που πρόβαλλαν ως μοναδικό εφικτό αφήγημα την Ελλάδα των Εθνικοφρόνων. Αυτή η δυναμική οδήγησε στον θρίαμβο του αφηγήματος της Αλλαγής το 1981 και στη μακρά απήχησή του. Ενδιαφέρον έχει επίσης ότι, παρότι η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη θριάμβευσε στις εκλογές του 1990, ποτέ δεν κατάφερε να κάνει τον νεοφιλελευθερισμό ηγεμονικό αφήγημα. Αντίστοιχα, ο εκσυγχρονισμός και η ευρωπαϊκή προοπτική που κυριάρχησαν στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 έμοιαζαν έως έναν βαθμό να εμπνέουν και να λειτουργούν περισσότερο ως υποσχέσεις ατομικής ευμάρειας, με πήλινα πόδια όπως αποδείχτηκε, παρά ως συλλογικά οράματα.
Αντίθετα, στην περίοδο της κρίσης η κοινωνία απέκτησε ξανά ένα συλλογικό όραμα: αυτό της αγωνιστικής αντίστασης στην κοινωνική καταστροφή. Ήταν ένα αντιφατικό αφήγημα, με αρκετά κενά για το πώς θα μπορούσε η χώρα να βγει από τα μνημόνια, όμως παρέμεινε ιδιαίτερα επιδραστικό και ικανό να κινητοποιεί, όπως φάνηκε την περίοδο 2010-2015, με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα.
Ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκαν τα πράγματα μετά το 2015, μαζί με το βαρύ τίμημα της εξόδου από τα Μνημόνια, ακόμη κι αν αυτή έγινε τελικά με την κοινωνία όρθια, είχε ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος της χώρας να χάσει την ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν πραγματικά να προοδεύσουν. Η εικόνα αυτή διαφέρει πολύ από προηγούμενες ιστορικές περιόδους, πριν από την κρίση, όταν υπήρχε ισχυρή πεποίθηση ότι μπορεί να υπάρξει ιστορική πρόοδος.
Σε αυτό το έδαφος γεννήθηκε και κυριάρχησε το αφήγημα της κανονικότητας. Αν το δει κανείς ψύχραιμα, δεν πρόκειται για ένα αφήγημα που μπορεί να εμπνεύσει. Ωστόσο, για μια κοινωνία που είχε νιώσει τα προηγούμενα χρόνια το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια της, ακόμη και το να μην υπάρξουν αλλαγές προς το χειρότερο φάνταζε ως θετική ουτοπία.
Το αίτημα της κανονικότητας το εκπροσώπησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Πιο σωστό είναι να ειπωθεί ότι η ΝΔ της εποχής του Κυριάκου Μητσοτάκη αξιοποίησε αυτό το αφήγημα και κατάφερε να δείξει ότι μπορεί να το εκπροσωπήσει, γιατί στην πράξη το πρόγραμμά της ήταν ουσιαστικά να ξαναπιάσει το νήμα του 2014 και να εφαρμόσει πολιτική που θα αποδιάρθρωνε το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών κατακτήσεων που είχαν επιβιώσει των μνημονίων, όπως σταδιακά συνειδητοποίησε και η ελληνική κοινωνία.
Η πανδημία, αλλά και οι μεγάλες γεωπολιτικές κρίσεις, έδωσαν μια παράταση στο αφήγημα της κανονικότητας, κυρίως λόγω του κλίματος φόβου και ανασφάλειας. Όμως, σταδιακά, μια εντεινόμενη κοινωνική και πολιτική κρίση, που τροφοδοτήθηκε από γεγονότα τα οποία ανέδειξαν μια νεοφιλελεύθερη διάλυση του κράτους, όπως η τραγωδία των Τεμπών, αλλά κυρίως από την έκρηξη της ακρίβειας, σε συνδυασμό με τη διάχυτη διαφθορά και τη χειραγώγηση των θεσμών, έφθειραν την όποια απήχηση είχε η κανονικότητα.
Αυτό οδηγεί στη σημερινή κρίση της χώρας, η οποία αποκτά σχεδόν πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Από τη μία πλευρά, η χώρα βυθίζεται σε έναν φαύλο κύκλο όπου κυριαρχεί μια ανάπτυξη που ωφελεί τους λίγους, την ώρα που οι πολλοί βλέπουν τον μήνα να τελειώνει πριν από τον μισθό, τα δημόσια αγαθά να εμπορευματοποιούνται, την ευρωπαϊκή και δημόσια δαπάνη να κατευθύνεται πρωτίστως στην ενίσχυση ημετέρων, και τη χώρα να σπρώχνεται αναπτυξιακά στο περιθώριο της Ευρώπης, διώχνοντας τα παιδιά της.
Σε αυτή τη χώρα, συλλογικά οράματα ουσιαστικά δεν προτείνονται από την κυβέρνηση, αλλά ούτε και από μεγάλο μέρος της δημόσιας σφαίρας. Υπάρχει βέβαια ρητορική, αισθητική και συνθήματα, όμως το όραμα είναι τελικά ατομικό: κάνε ό,τι μπορείς για να βολευτείς σε αυτή την κατάσταση. Αν είσαι μάγκας, έχει δουλίτσες· αν δεν είσαι, ετοιμάσου να δουλεύεις διπλοβάρδιες μέχρι τα 70 για να τα βγάλεις πέρα.
Όπως είναι σαφές, το «στην υγεία των κορόιδων» δεν αποτελεί ακριβώς ηγεμονικό αφήγημα. Μπορεί να σταθεί μόνο αν εμπεδωθεί στην κοινωνία η πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει.
Αυτό ακριβώς ορίζει το πραγματικό ιστορικό διακύβευμα στη χώρα σήμερα. Χρειάζεται να υπάρξει ξανά ένα αφήγημα που να εμπνέει, να κινητοποιεί και να μην οδηγεί την κοινωνία στον κυνισμό και την αποστράτευση.
Αυτό το αφήγημα δεν μπορεί, προφανώς, να είναι όσα προσπαθούν να πουλήσουν οι διάφορες παραλλαγές της ακροδεξιάς: ένας γιαλαντζί πατριωτισμός που στο τέλος καταλήγει σε εμπόριο μίσους κατά του ξένου και του διαφορετικού.
Στην πραγματικότητα, αυτό που λείπει είναι ένα συνολικό προοδευτικό αφήγημα. Δεν μιλάμε για κάποιες προοδευτικές πολιτικές, καθώς τέτοιες έχουν διατυπωθεί αρκετές φορές και συχνά συγκροτημένα. Αυτό που χρειάζεται είναι να ενταχθούν σε ένα όραμα αλλαγής για τη χώρα.
Αυτό δεν σημαίνει τζάμπα μαγκιές και μεγαλεπήβολα σχέδια. Σημαίνει, όμως, ότι ακόμη και τα προσεκτικά, ρεαλιστικά βήματα πρέπει να εντάσσονται σε μια διαφορετική ιστορική πορεία, με έναν ευδιάκριτο ορίζοντα για μια πιο δίκαιη, πιο ανεκτική και συμπεριληπτική κοινωνία, με περισσότερες ευκαιρίες, και για μια χώρα που να τυγχάνει μεγαλύτερου σεβασμού από φίλους και ανταγωνιστές.
Αυτό δεν είναι εύκολο, κυρίως γιατί ούτε το διεθνές περιβάλλον βοηθά ούτε, πολύ περισσότερο, η ύπαρξη ισχυρών συμφερόντων γύρω από την τρέχουσα εκδοχή της κανονικότητας. Δεν βοηθά επίσης το γεγονός ότι ο ευρύτερος αριστερός και προοδευτικός χώρος άργησε να αντλήσει μαθήματα από τις αλλαγές και να κάνει το βήμα από τα συνθήματα στα εφικτά πολιτικά προγράμματα και στην πραγματική ικανότητα διακυβέρνησης.
Όμως, αυτή είναι η πρόκληση και θα επηρεάσει τον συνολικό πολιτικό συσχετισμό. Σήμερα η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ποντάρει ακόμη και εκλογικά σε αυτή την απουσία οράματος στην ελληνική κοινωνία, επειδή συσπειρώνει τη μειοψηφία που βρίσκεται κοντά της με όρους συμφέροντος, την ώρα που η μεγάλη πλειοψηφία δεν έχει ούτε προσανατολισμό ούτε κοινή πυξίδα.
Αντίθετα, ακόμη και η διατύπωση στοιχείων ενός προοδευτικού αφηγήματος, ενός συνόλου στόχων που θα μπορέσουν να κινητοποιήσουν την κοινωνία και να την πείσουν ότι μπορεί, με τις επιλογές που θα κάνει στην κάλπη και όχι μόνο, να βρεθεί σε μερικά χρόνια σε πραγματικά καλύτερη κατάσταση, μπορεί να κάνει τη διαφορά και να φέρει την πραγματική έκπληξη στις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
